Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Βιογράφοι του εαυτού τους

Τους συναντώ χρόνια τώρα. Άλλοτε στα πράσινα, άλλοτε στα κόκκινα, άλλοτε στα μπλε. Αλλάζουν χρώματα όπως αλλάζουν κοστούμια. Ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με τον άνεμο. Κι όταν τα κοστούμια παλιώνουν, αλλάζουν και τις αναμνήσεις τους. Εκείνο που μένει πάντα ίδιο είναι η αγωνία να διασώσουν τον μύθο τους.



Δεν ζουν πια μέσα στη ζωή τους. Ζουν μέσα στη βιογραφία τους.
Τους ακούς να μιλούν και νομίζεις πως υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή των γεγονότων. Πάντα γενναίοι, πάντα διορατικοί, πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Λες και η ζωή τους υπήρξε μια αδιάκοπη ακολουθία δικαιώσεων.

Ο χρόνος όμως έχει ένα κακό συνήθειο. Δεν ξεχνά. Μπορεί να θολώνει τις λεπτομέρειες, αλλά κρατάει τον πυρήνα. Και ο πυρήνας είναι συχνά πολύ πιο ταπεινός από τον μύθο που κατασκευάζεται αργότερα.

Κοιτάζω αυτούς τους ανθρώπους και αναρωτιέμαι αν πράγματι ξεπούλησαν τον εαυτό τους, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Η λέξη προϋποθέτει πως κάποτε υπήρξε κάτι πολύτιμο προς πώληση.

Μα τι γίνεται όταν οι ιδέες ήταν εξαρχής αξεσουάρ; Όταν οι βεβαιότητες φοριούνταν όπως φοριούνται τα σακάκια, ανάλογα με την περίσταση; Τι ακριβώς πρόδωσε τότε κανείς;
Ίσως γι’ αυτό με δυσκολεύει η κατηγορία. Δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεπούλησαν κάτι. Πολλές φορές μου δίνουν την εντύπωση πως απλώς συνέχισαν να είναι αυτό που ήταν ανέκαθεν.

Δεν πρόδωσαν τα πιστεύω τους. Δεν εγκατέλειψαν κάποιο μεγάλο όραμα. Απλώς ακολούθησαν τον δρόμο που είχαν χαράξει από την αρχή, έναν δρόμο στρωμένο με μικρούς συμβιβασμούς, προσεκτικές σιωπές και βολικές μετακινήσεις.

Ο χρόνος δεν τους άλλαξε. Τους αποκάλυψε.
Και το παρελθόν παραμένει εκεί. Όχι σαν δικαστής, αλλά σαν ουλή. Από εκείνες που δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν, ακόμη κι όταν παύουν να φαίνονται. Κι έτσι τους βλέπεις να επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες, να προσθέτουν νέα παράσημα σε παλιές αφηγήσεις, ελπίζοντας πως κάποτε ο μύθος θα νικήσει την αλήθεια.

Μόνο που η αλήθεια έχει μεγαλύτερη αντοχή από τον μύθο. Περιμένει υπομονετικά. Και στο τέλος μένει πάντα μόνη της στο δωμάτιο.

Με το "Σου"

 Τις αποστρέφομαι τις γενικεύσεις. Κυρίως όταν αφορούν τις γυναίκες. Κι όμως, υπάρχουν νύχτες που σε παρασύρουν να τις διαπράξεις.



Νύχτες ασέληνες, από εκείνες που οι σκιές μοιάζουν πιο αληθινές από τα πρόσωπα. Τότε είναι εύκολο να πιστέψεις πως οι γυναίκες έρχονται για να σου πάρουν κάτι. Λίγη ελευθερία, λίγο χρόνο, λίγη από τη ζωή σου. Σε τυλίγουν αθόρυβα, μέχρι να ξεχάσεις πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει η δική τους παρουσία.

Το πρωί όμως έρχεται πάντα η διάψευση.
Έρχεται ένας στίχος του Ρίτσου, μια ανάμνηση που αρνείται να υπηρετήσει τον θυμό, και τότε καταλαβαίνεις πως οι γενικεύσεις είναι η γλώσσα της πληγής. Όχι της αλήθειας.

Η αλήθεια μιλάει στον ενικό.
Σου θυμίζει πρόσωπα. Όχι γυναίκες. Έναν έρωτα. Όχι τους έρωτες. Μια συγκεκριμένη στιγμή που ακόμη επιμένει να επιστρέφει, ενώ όλα τα υπόλοιπα έχουν φύγει.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το «σου». Η πιο τρυφερή και ταυτόχρονα η πιο απαιτητική λέξη της γλώσσας.
Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος γίνεται «σου», γεννιέται κι ένας φόβος. Όχι ο φόβος της απώλειας. Ο φόβος πως τίποτα όμορφο δεν κρατά για πάντα. Κι έτσι αρχίζεις να μετράς. Μέρες, καλοκαίρια, αποστάσεις, σιωπές.

Χρόνια ολόκληρα νόμιζα πως αυτό που πονά είναι η φυγή. Δεν είναι. Αυτό που πονά είναι η επιθυμία να σταματήσει ο χρόνος τη δουλειά του. Κι όμως, όσα αξίζουν δεν χάνονται.
Παραμένουν μέσα μας με άλλον τρόπο. Σαν αλάτι στο δέρμα μετά τη θάλασσα. Σαν μια μελωδία που επιστρέφει από το πουθενά. Σαν εκείνο το τελευταίο φως που επιμένει στον ορίζοντα ενώ ο ήλιος έχει ήδη χαθεί.

Γι' αυτό δεν με τρομάζουν πια όσα έφυγαν.
Με τρομάζει μόνο να περάσουν από τη ζωή μου χωρίς να αφήσουν ίχνος.
Η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που το «σου» παύει να σημαίνει κατοχή και γίνεται ευγνωμοσύνη.
Για όσους πέρασαν. Για όσους έμειναν. Για όσους εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας χωρίς να μας ανήκουν.

Όπως οι μεγάλες θάλασσες. Οι μεγάλοι έρωτες.
Και οι μεγάλες αλήθειες.

Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Πολάνσκι " Τα μαύρα φεγγάρια του Έρωτα"

Εκείνο το απόγευμα που δεν ξαναγίνεται

Ο χρόνος έχει μια αμείλικτη ακρίβεια. Δεν επιστρέφει ποτέ για να διορθώσει. Επιστρέφει μόνο για να αποκαλύψει.

Υπάρχουν καλοκαίρια που δεν ανήκουν στο παρόν, αλλά επιμένουν να ζουν μέσα μας σαν σταματημένα απογεύματα. Μια παραλία, ένας Αύγουστος, μια σιωπηλή πρόσκληση που δεν βρήκε τότε την απάντησή της. Τίποτα μεγάλο. Και όμως, εκεί κρύφτηκε μια ολόκληρη ζωή.



Τα χρόνια προχώρησαν με την ψευδαίσθηση της συνέχειας. Η ζωή άνοιξε κύκλους και, με μια παράξενη επιμονή, ξανάφερε μπροστά το σχεδόν ίδιο σκηνικό. Τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες διαδρομές, ο ίδιος μήνας, το ίδιο φως. Μόνο που τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.

Γιατί ο χρόνος δεν επαναλαμβάνει. Αναπαριστά.
Και κάθε αναπαράσταση φέρει μέσα της το κενό όσων χάθηκαν.

Πενθώ τη στιγμή που έχασα, σε εκείνον τον χρόνο, σε εκείνον τον τόπο, με εκείνα τα νιάτα. Στην ίδια παραλία, με την ίδια γυναίκα, τον ίδιο μήνα και το ίδιο απόγευμα, χρόνια αργότερα, η ζωή επανέφερε το ίδιο σχεδόν σκηνικό. Ήταν όμως μια άλλη στιγμή. Ανίκανη να καλύψει την απώλεια. Η ιστορία επαναλήφθηκε, αυτή τη φορά σαν φάρσα.

Εκεί αποκαλύπτεται το αμετάκλητο. Δεν χάνουμε τους ανθρώπους. Χάνουμε τις στιγμές που τους άνηκαν όταν όλα ήταν ακόμη ανοιχτά. Χάνουμε το φως που δεν επιστρέφει με τις ίδιες γωνίες, την αθωότητα που δεν ξαναφοριέται, τη βεβαιότητα πως ο κόσμος χωράει σε μια παραλία.

Η ζωή δεν θεραπεύει. Αναδιατάσσει.
Και στο τέλος αφήνει μέσα μας ένα μόνο σταθερό σημείο: εκείνο το απόγευμα που δεν ξαναγίνεται ποτέ, αλλά εξακολουθεί να μας ορίζει.

Βιογράφοι του εαυτού τους

Τους συναντώ χρόνια τώρα. Άλλοτε στα πράσινα, άλλοτε στα κόκκινα, άλλοτε στα μπλε. Αλλάζουν χρώματα όπως αλλάζουν κοστούμια. Ανάλογα με την ...