Τους συναντώ χρόνια τώρα. Άλλοτε στα πράσινα, άλλοτε στα κόκκινα, άλλοτε στα μπλε. Αλλάζουν χρώματα όπως αλλάζουν κοστούμια. Ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με τον άνεμο. Κι όταν τα κοστούμια παλιώνουν, αλλάζουν και τις αναμνήσεις τους. Εκείνο που μένει πάντα ίδιο είναι η αγωνία να διασώσουν τον μύθο τους.
Δεν ζουν πια μέσα στη ζωή τους. Ζουν μέσα στη βιογραφία τους.
Τους ακούς να μιλούν και νομίζεις πως υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή των γεγονότων. Πάντα γενναίοι, πάντα διορατικοί, πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Λες και η ζωή τους υπήρξε μια αδιάκοπη ακολουθία δικαιώσεων.
Ο χρόνος όμως έχει ένα κακό συνήθειο. Δεν ξεχνά. Μπορεί να θολώνει τις λεπτομέρειες, αλλά κρατάει τον πυρήνα. Και ο πυρήνας είναι συχνά πολύ πιο ταπεινός από τον μύθο που κατασκευάζεται αργότερα.
Κοιτάζω αυτούς τους ανθρώπους και αναρωτιέμαι αν πράγματι ξεπούλησαν τον εαυτό τους, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Η λέξη προϋποθέτει πως κάποτε υπήρξε κάτι πολύτιμο προς πώληση.
Μα τι γίνεται όταν οι ιδέες ήταν εξαρχής αξεσουάρ; Όταν οι βεβαιότητες φοριούνταν όπως φοριούνται τα σακάκια, ανάλογα με την περίσταση; Τι ακριβώς πρόδωσε τότε κανείς;
Ίσως γι’ αυτό με δυσκολεύει η κατηγορία. Δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεπούλησαν κάτι. Πολλές φορές μου δίνουν την εντύπωση πως απλώς συνέχισαν να είναι αυτό που ήταν ανέκαθεν.
Δεν πρόδωσαν τα πιστεύω τους. Δεν εγκατέλειψαν κάποιο μεγάλο όραμα. Απλώς ακολούθησαν τον δρόμο που είχαν χαράξει από την αρχή, έναν δρόμο στρωμένο με μικρούς συμβιβασμούς, προσεκτικές σιωπές και βολικές μετακινήσεις.
Ο χρόνος δεν τους άλλαξε. Τους αποκάλυψε.
Και το παρελθόν παραμένει εκεί. Όχι σαν δικαστής, αλλά σαν ουλή. Από εκείνες που δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν, ακόμη κι όταν παύουν να φαίνονται. Κι έτσι τους βλέπεις να επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες, να προσθέτουν νέα παράσημα σε παλιές αφηγήσεις, ελπίζοντας πως κάποτε ο μύθος θα νικήσει την αλήθεια.
Μόνο που η αλήθεια έχει μεγαλύτερη αντοχή από τον μύθο. Περιμένει υπομονετικά. Και στο τέλος μένει πάντα μόνη της στο δωμάτιο.


