Δεν είναι η απουσία γύρω. Είναι η απουσία μέσα.
Ένα κενό που δεν εξηγείται εύκολα. Σαν να πέρασε η ζωή βιαστικά από πάνω μας, αφήνοντας ανοιχτές εκκρεμότητες. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν, αγκαλιές που αναβλήθηκαν, άνθρωποι που χάθηκαν όχι από απόσταση αλλά από συνήθεια. Και κάπου ανάμεσα σε λογαριασμούς, υποχρεώσεις και κοινωνικές παραστάσεις, ο άνθρωπος χάνει τη συνομιλία με τον εαυτό του.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Όχι ότι οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Αλλά ότι έμαθαν να ζουν μακριά από το πραγματικό τους βάθος. Να μικραίνουν το φως τους για να μη γίνουν ενοχλητικοί. Να μεταφράζουν την ευαισθησία σε αδυναμία και τη σιωπή σε ήττα.
Κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν συμβιβάστηκαν. Παράταιροι άνθρωποι. Άνθρωποι που κουβαλούν περισσότερη ένταση απ’ όση αντέχει η καθημερινότητα. Συχνά ούτε οι ίδιοι δεν αντέχουν το βάρος των χαρισμάτων τους. Γιατί το χάρισμα χωρίς ανταπόκριση γίνεται πληγή. Και η βαθιά ευαισθησία, όταν δεν βρίσκει χώρο να ακουμπήσει, μετατρέπεται σιγά σιγά σε εσωτερική εξορία.
Η ιστορία γέμισε από τέτοιους ανθρώπους. Ποιητές που αγαπήθηκαν μετά θάνατον, μουσικούς που χειροκροτήθηκαν αφού πρώτα ούρλιαξαν μόνοι μέσα στις νύχτες τους. Γιατί οι κοινωνίες αγαπούν το αποτέλεσμα, όχι εκείνον που καίγεται για να το γεννήσει.
Κάποτε πίστευα πως το αντίθετο της μοναξιάς είναι η συντροφιά. Τώρα πιστεύω πως είναι η κατανόηση. Να υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που να μπορεί να διαβάσει τη σιωπή σου χωρίς να τη φοβηθεί.
Γιατί υπάρχει μια μοναχικότητα πιο πέρα κι από τη μοναξιά. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν υποφέρει επειδή έμεινε μόνος. Υποφέρει επειδή δεν χωρά πια πουθενά.







