Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Η τελευταία αλήθεια του σώματος

Σε λίγο δεν θα αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Θα ανταλλάσσουμε μόνο λέξεις, εικονίδια, σύντομα «είμαι εδώ» που δεν θα φτάνουν ποτέ πραγματικά πουθενά. Κι όμως, το σώμα εξακολουθεί να ζητά εκείνο το αρχαίο θαύμα, την αφή. Τα ακροδάχτυλα πάνω στο δέρμα. Τα χείλη που ακουμπούν αργά έναν λαιμό σαν να διαβάζουν μια μυστική γλώσσα. Τη σιωπηλή τρυφερότητα που δεν θορυβεί, αλλά αλλάζει τον κόσμο.



Διάβαζα τον Μπρούνο Μοντεμπέλι να περιγράφει το σώμα μιας γυναίκας σαν γη φωτισμένη από ήλιο και μπαχαρικά, κανέλλα, πιπέρι, τζίνζερ, μια επιδερμίδα που ανέδιδε θερμότητα και δροσιά μαζί. Τα δάχτυλα, έγραφε, γλιστρούσαν πάνω της σαν να γνώριζαν από πάντα τον δρόμο. Και ξαφνικά κατάλαβα κάτι σχεδόν ξεχασμένο, ότι η αφή δεν είναι μόνο πράξη επιθυμίας. Είναι πράξη αναγνώρισης.

Δεν αγγίζεις αληθινά έναν άνθρωπο όταν θέλεις να τον αποκτήσεις. Τον αγγίζεις όταν για λίγα δευτερόλεπτα αφήνεις την άμυνά σου να πέσει. Όταν τα χέρια σου δεν απαιτούν αλλά ακούν. Όταν το σώμα γίνεται μια μορφή εμπιστοσύνης.

Η εποχή μας έμαθε να φοβόμαστε την τρυφερότητα. Να τη θεωρούμε αδυναμία, υπερβολή, σχεδόν αφέλεια. Κι όμως, ίσως δεν υπάρχει τίποτα πιο επαναστατικό σήμερα από έναν άνθρωπο που παραμένει τρυφερός. Από δυο χείλη που δεν βιάζονται. Από ένα χάδι που δεν έχει σκοπό να νικήσει, αλλά να μείνει.

Γιατί τελικά το «αγγίζω» σημαίνει πάντα και «αγγίζομαι». Δεν υπάρχει άλλη αίσθηση που να δίνει και να παίρνει ταυτόχρονα τόσο βαθιά. Και ίσως η τελευταία αλήθεια που μας απέμεινε να κρύβεται ακόμη εκεί, πάνω στο δέρμα ενός άλλου ανθρώπου.

Η φωτογραφία είναι Αntoine Verglas.

Μείνε λίγο ακόμα



Υπάρχουν βράδια που δεν συμβαίνει τίποτα σπουδαίο.
Ένα τραπεζάκι κουνάει ελαφρά, δυο ποτήρια κρασί παίζουν πάνω του σαν να κρατούν ρυθμό από παλιά μουσική, κάποιος χαμηλώνει τη φωνή και λέει σχεδόν ψιθυριστά: «μείνε λίγο ακόμα».



Κι όμως, ολόκληρη η ζωή ίσως κρύβεται μέσα σε αυτή τη φράση.
Όχι επειδή υπόσχεται αιωνιότητα. Οι άνθρωποι που έχουν ζήσει αληθινά δεν πιστεύουν πια στις μεγάλες βεβαιότητες. Ξέρουν ότι σχεδόν όλα περνούν. Οι έρωτες, οι εποχές, τα σώματα, ακόμη και οι πιο φωτεινές παρέες. Αυτό που μένει είναι κάποιες μικρές αναβολές της μοναξιάς. Κάποιες σύντομες ήττες του χρόνου.

Ένα «μείνε λίγο ακόμα» δεν ζητά χρόνο. Ζητά παρουσία.
Ζητά έναν άνθρωπο να σταθεί απέναντί σου έστω για λίγες στιγμές χωρίς άμυνες, χωρίς ρόλους, χωρίς τη βιασύνη αυτού του κόσμου που έμαθε να φεύγει πριν νιώσει.

Ίσως γι’ αυτό οι πιο τρυφερές στιγμές δεν έχουν τίποτα θεαματικό. Δεν συμβαίνουν στα μεγάλα γεγονότα αλλά στις μικρές καθυστερήσεις. Σ’ ένα φιλί στον λαιμό. Σ’ ένα βλέμμα που δεν αποσύρεται αμέσως. Στη μουσική που συνεχίζει να παίζει ενώ κανείς δεν μιλά.

Και τότε συμβαίνει το παράξενο.
Η αμηχανία εξαφανίζεται. Γιατί όλοι κάποτε είπαν αυτή τη φράση. Και όλοι κάποτε την είχαν ανάγκη.
Να μείνει λίγο ακόμη το φως.
Να μείνει λίγο ακόμη η ζωή.
Να μείνει λίγο ακόμη ένας άνθρωπος δίπλα τους πριν επιστρέψει η μεγάλη σιωπή της καθημερινότητας.

Αυτό είναι, μεγαλώνουμε όταν καταλαβαίνουμε πως η ευτυχία δεν είναι οι μεγάλες κατακτήσεις. Είναι αυτές οι μικρές, σχεδόν ασήμαντες στιγμές που για λίγα λεπτά κάνουν τον κόσμο λιγότερο ξένο.

Να μη μείνει το ταξίδι στη μέση



Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται να ξεκινήσουν.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που ξεκινούν με ορμή, αλλά κάπου στη διαδρομή χάνουν τις λέξεις που τους κρατούσαν ζωντανούς.



«Θέλω να περπατώ όλο το δρόμο».
«Θέλω να κάνω όλο το ταξίδι».
«Θέλω να ζω».

Κάποτε τις λέγαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σήμερα μοιάζουν σχεδόν υπερβολικές. Σαν να έγινε ύποπτος ο ενθουσιασμός, σαν να θεωρείται αφέλεια η επιθυμία να ζήσεις ολόκληρα τα πράγματα και όχι σε δόσεις.

Η ζωή σου θυμίζει παιδί που προσπαθεί να ζωγραφίσει τον κόσμο. Ανοίγει με λαχτάρα τα χρώματα, λερώνει τα χέρια του, επιμένει, δοκιμάζει. Μα ύστερα κουράζεται. Δεν βρίσκει τη σταθερότητα να τραβήξει καθαρές γραμμές. Κι έτσι η ζωγραφιά μένει συχνά μισή. Όπως μισά μένουν κι όσα αγαπήσαμε.

Κάπου εκεί αρχίζουν οι συμβιβασμοί.
Μικροί στην αρχή, σχεδόν αθώοι. Μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις ότι έβαλες τη ζωή σου μέσα σε μια στενή γραμμή και την τράβηξες τόσο πάνω σου, που δυσκολεύεσαι να αναπνεύσεις.

Μάταια ψάχνω μεγάλες φράσεις. Δεν υπάρχουν λόγια που να κλείνουν τους δρόμους. Τα βήματα σχεδόν πάντα αυτενεργούν. Φεύγουν πριν αποφασίσουμε, γυρίζουν χωρίς εξήγηση, χάνονται χωρίς προειδοποίηση. Κι εμείς μένουμε πίσω να δίνουμε νόημα σε όσα ήδη συνέβησαν.

Τώρα δεν έχω άλλες λέξεις.
Και οι ίδιες φθείρονται όταν επαναλαμβάνονται πολύ.

Μόνο στο φως εξακολουθώ να πιστεύω. Να μη μείνουμε άλλο στις σκιές. Η μελαγχολία έχει έναν ύπουλο τρόπο να γίνεται συνήθεια.

Σε λίγες μέρες έρχεται ο Ιούνιος.
Κι αναρωτιέμαι πού πήγαν εκείνα τα καλοκαίρια. Τα ένθεα του Σικελιανού, τα εκστατικά του Ελύτη, τα αισθησιακά του Πολίτη.

Ίσως τελικά να μη χάθηκαν τα καλοκαίρια.
Ίσως χάσαμε εμείς τη δυνατότητα να μεθάμε μέσα τους. 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Το βάρος των ημερών

 


Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια

Υπάρχουν νύχτες που το ραδιόφωνο μοιάζει να γνωρίζει για σένα περισσότερα απ’ όσα τολμάς να ομολογήσεις ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό.
Σαν να τρυπώνει αθόρυβα μέσα στις ρωγμές σου, εκεί όπου κατακάθονται οι παλιές επιθυμίες, οι άηχες ήττες και οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

«Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου;» ακούστηκε μέσα στην ζέστη του δωματίου.
Και η φωνή δεν τραγουδούσε.
Απαιτούσε σχεδόν μια εξήγηση από τον χρόνο. Από τη ζωή. Από όλους εκείνους που πέρασαν βιαστικά αφήνοντας πίσω τους ανοιχτές εκκρεμότητες και μυρωδιές από καλοκαίρια που δεν επέστρεψαν ποτέ.



Κάποτε πιστεύαμε πως τα νιάτα είναι δύναμη. Μετά μεγαλώνεις και καταλαβαίνεις πως τα νιάτα ήταν απλώς η εποχή που δεν φοβόσουν ακόμη την απώλεια. Που έμπαινες στις ζωές των ανθρώπων χωρίς κράνος. Που άφηνες την καρδιά σου εκτεθειμένη σαν ανοιχτό παράθυρο σε καταιγίδα.

«Ήθελα να ήμουν εκεί», είπε η γυναικεία φωνή μετά το τραγούδι. Όχι για να αλλάξει κάτι. Μόνο για να δει. Να παρακολουθήσει έναν άνθρωπο πριν τον νικήσουν οι μήνες, οι λογαριασμοί, οι συμβιβασμοί και εκείνη η αργή φθορά που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες.
Κι ίσως τελικά αυτό να ζητάμε όλοι από έναν έρωτα. Όχι να μας σώσει. Να μπορεί απλώς να καταθέσει πως υπήρξαμε κάποτε φωτεινοί.

Το επόμενο τραγούδι μιλούσε για την πλατεία Βάθης και για μια ζωή που δεν άντεχε άλλο να κρύβεται. Κι εγώ σκεφτόμουν πόσο κουραστικό είναι να κουβαλάς μέσα σου εκκρεμότητες χρόνων. Αναμονές που σάπισαν πριν εκπληρωθούν. Προσμονές που έμειναν μετέωρες σαν τρένα σε επαρχιακό σταθμό.

Η ζέστη έκανε τα πάντα πιο αργά. Ακόμη και τις σκέψεις. Κι εκείνο το αδιόρατο βάρος, κάπου ανάμεσα στο στήθος και στη μνήμη, μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα.

Υπάρχουν μέρες που δεν θέλεις απαντήσεις. Θέλεις μόνο μια παρουσία δίπλα σου, να σου πει πως δεν πήγε χαμένη όλη αυτή η διαδρομή. Πως κάτι έμεινε όρθιο μέσα στα ερείπια των χρόνων. Έστω μια λέξη. Έστω ένα τραγούδι που θυμήθηκε το όνομά σου.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Εκεί όπου δεν φτάνουν οι άλλοι


Με τα χρόνια δεν λιγοστεύουν μόνο οι άνθρωποι. Λιγοστεύουν οι αντοχές να προσποιείσαι. Κι αυτό είναι που βαραίνει περισσότερο. Όχι η μοναξιά του δωματίου, αλλά η μοναξιά του εσωτερικού τοπίου. Εκεί όπου κάποτε κατοικούσαν επιθυμίες, όνειρα, έρωτες και θυμοί, τώρα φυσά ένας αδιόρατος βοριάς.



Δεν είναι η απουσία γύρω. Είναι η απουσία μέσα.
Ένα κενό που δεν εξηγείται εύκολα. Σαν να πέρασε η ζωή βιαστικά από πάνω μας, αφήνοντας ανοιχτές εκκρεμότητες. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν, αγκαλιές που αναβλήθηκαν, άνθρωποι που χάθηκαν όχι από απόσταση αλλά από συνήθεια. Και κάπου ανάμεσα σε λογαριασμούς, υποχρεώσεις και κοινωνικές παραστάσεις, ο άνθρωπος χάνει τη συνομιλία με τον εαυτό του.

Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Όχι ότι οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Αλλά ότι έμαθαν να ζουν μακριά από το πραγματικό τους βάθος. Να μικραίνουν το φως τους για να μη γίνουν ενοχλητικοί. Να μεταφράζουν την ευαισθησία σε αδυναμία και τη σιωπή σε ήττα.

Κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν συμβιβάστηκαν. Παράταιροι άνθρωποι. Άνθρωποι που κουβαλούν περισσότερη ένταση απ’ όση αντέχει η καθημερινότητα. Συχνά ούτε οι ίδιοι δεν αντέχουν το βάρος των χαρισμάτων τους. Γιατί το χάρισμα χωρίς ανταπόκριση γίνεται πληγή. Και η βαθιά ευαισθησία, όταν δεν βρίσκει χώρο να ακουμπήσει, μετατρέπεται σιγά σιγά σε εσωτερική εξορία.

Η ιστορία γέμισε από τέτοιους ανθρώπους. Ποιητές που αγαπήθηκαν μετά θάνατον, μουσικούς που χειροκροτήθηκαν αφού πρώτα ούρλιαξαν μόνοι μέσα στις νύχτες τους. Γιατί οι κοινωνίες αγαπούν το αποτέλεσμα, όχι εκείνον που καίγεται για να το γεννήσει.

Κάποτε πίστευα πως το αντίθετο της μοναξιάς είναι η συντροφιά. Τώρα πιστεύω πως είναι η κατανόηση. Να υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που να μπορεί να διαβάσει τη σιωπή σου χωρίς να τη φοβηθεί.

Γιατί υπάρχει μια μοναχικότητα πιο πέρα κι από τη μοναξιά. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν υποφέρει επειδή έμεινε μόνος. Υποφέρει επειδή δεν χωρά πια πουθενά. 

Οι άνθρωποι κουβαλούν ατέλειες



Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή φορώντας ξένο δέρμα, ζουν με δανεικά. Δανεικές λέξεις, δανεικές επιθυμίες, δανεικούς τρόπους. Μαθαίνουν τον έρωτα επειδή κάποτε άκουσαν τη λέξη έρωτας. Μαθαίνουν τη συγκίνηση παπαγαλία, χωρίς μνήμη σώματος. Κινούνται ανάμεσα στους άλλους με μια γυαλισμένη ουδετερότητα, σαν καλοντυμένες σκιές που φρόντισαν να μη διαφέρουν ποτέ.



Κατοικούν τη χλιαρή περιοχή των «ανάμεσα».
Εκεί όπου τίποτα δεν καίει πραγματικά. Εκεί όπου οι άνθρωποι αρκούνται σε μια επίπλαστη τακτοποίηση, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς όνειρα. Παίρνουν εύκολα τους τρόπους των άλλων, όπως τα ψάρια παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντός τους. Πιστεύουν πως η αποδοχή θα τους χαρίσει εκείνο που τους λείπει. Τα χρόνια περνούν από πάνω τους αθόρυβα, χωρίς ρωγμές, χωρίς μεγάλες ήττες, χωρίς αληθινή ζωή.

Κάποτε υπήρξα κι εγώ κουρασμένος από τον εαυτό μου.
Αναζήτησα σωστές ιδέες, ασφαλείς βεβαιότητες, ήρεμες διαδρομές. Κάτι ιδεολογίες, κάτι θρησκείες, κάτι κοινωνικά κατεστημένα, έδεναν την ψυχή μου χειροπόδαρα. Περπάτησα μέσα σε ξένες ηθικές σαν άνθρωπος που δοκιμάζει ρούχα μπροστά σε καθρέφτη και προσπαθεί να πιστέψει πως του ανήκουν.
Χρειάστηκαν λάθη, έρωτες επικίνδυνοι, ωραία ψέματα και μεγάλες σιωπές, για να αγαπήσω τελικά τις ρωγμές μου.

Αγάπησα τις ατέλειές μου σαν παλιές ουλές που απέκτησαν φως.
Άφησα τα μάτια μου να επιμένουν, τα χέρια μου να αγγίζουν, την ψυχή μου να εκτίθεται χωρίς βερνίκια και λούστρο. Και τότε όλα άλλαξαν ρυθμό. Οι λέξεις βρήκαν το βάρος τους. Οι άνθρωποι άρχισαν να με αναγνωρίζουν πριν ακόμη μιλήσω. Τα σήματα που εξέπεμπα έγιναν αληθινά. Οι κραδασμοί έγιναν δικοί μου.

Οι αληθινοί άνθρωποι κουβαλούν πάθη, υπερβολές και χαρακιές.
Κουβαλούν εκείνη τη γοητευτική ακαταστασία όσων έζησαν πραγματικά.
Οι άλλοι παραμένουν ατσαλάκωτοι.
Παραμένουν ανέγγιχτοι από τη ζωή. 

Οι τελευταίοι που δεν σώθηκαν

Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν μια ζωή για να φτάσουν. Και υπάρχουν κι εκείνοι που περπατούν μόνο και μόνο για να μη χαθεί ο δρόμος. Ανήκω στους δεύτερους. Ίσως γιατί πάντα δυσπιστούσα απέναντι σε όσους έφταναν πολύ εύκολα στην απέναντι όχθη. Ίσως γιατί κάθε φορά που πλησίαζα τη σωστή πλευρά της ιστορίας, κάτι μέσα μου τρόμαζε και γύριζε πίσω, σαν παιδί που δεν αντέχει να δει το παραμύθι να τελειώνει.



Θυμάμαι αυτές τις μέρες όλους εκείνους τους δρόμους που δεν περπάτησα. Τα βιβλία που έμειναν μισά. Τις εκλογές που χάθηκαν πριν καν αρχίσουν. Τους ανθρώπους που ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο και ξύπνησαν με τα ίδια νοίκια, τις ίδιες μοναξιές, τις ίδιες σιωπές στα μπαλκόνια.

«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι». Υπάρχουν στίχοι που δεν γράφτηκαν για να τραγουδιούνται. Γράφτηκαν για να σε ακολουθούν σαν ενοχή.

Και μετά εκείνο το άλλο. Το πιο ανθρώπινο. Το πιο επικίνδυνο. «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι». Εκεί ίσως κρύβεται ολόκληρη η βιογραφία μιας γενιάς που έμαθε να επιβιώνει με το βλέμμα στραμμένο σε θαύματα που δεν ήρθαν ποτέ. Όχι επειδή ήταν αφελής. Αλλά επειδή χωρίς το θαύμα η ζωή μικραίνει επικίνδυνα. Γίνεται λογική. Και η υπερβολική λογική είναι συχνά μια ήσυχη μορφή παραίτησης.

Οι «έξυπνοι» σώθηκαν νωρίς. Έμαθαν να περνούν πάνω από τα χαλάσματα χωρίς να λερώνονται. Να αλλάζουν στρατόπεδα λίγο πριν χαθεί η μάχη. Να μιλούν μόνο όταν φυσά ο σωστός άνεμος. Έχτισαν καριέρες από σιωπές και χαμόγελα από μέταλλο.

Εμείς μείναμε με τους δεύτερους. Με αυτούς που πίστεψαν περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η εποχή. Που αγάπησαν βαθύτερα απ’ όσο άντεχε ο κόσμος. Που επέμειναν σε έρωτες, ιδέες και φιλίες χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας. Γελασμένοι ίσως. Αλλά ακόμη όρθιοι μέσα στη διαδρομή.
Και συνεχίζουμε.
Όχι για να φτάσουμε κάπου.
Αλλά για να μη συμφιλιωθούμε ποτέ με το τέλος. 

Αθάνατος

 Ο Γρηγόρης Λαμπράκης δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία, αλλά σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που την αναγκάζουν να κοκκινίσει από ντροπή ή να σταθεί όρθια από σεβασμό


Γιατρός, βουλευτής, αθλητής και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της ειρήνης, έμεινε να συμβολίζει το ανυποχώρητο της συνείδησης μέσα σε εποχές σκοτεινές.
Η πορεία του δεν τελείωσε τη νύχτα της δολοφονίας του, εκείνη απλώς τη φώτισε πιο έντονα, σαν να αποκάλυψε πως το πραγματικό του πρόσωπο ήταν πάντα η ίδια η αξιοπρέπεια.
Δεν έπεσε τυχαία, τον στόχευσε μια εποχή που δεν άντεχε τη διαύγεια της συνείδησης. Ο Λαμπράκης δεν έγινε μνήμη, έγινε μέτρο σύγκρισης.

Η ηλικία δεν έρχεται ποτέ μόνη


«Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα.
Δεν με πίστεψε ούτε η αντήχηση. Κουράστηκε κι εκείνη να επαναλαμβάνει μικρά ψέματα ανθρώπων που μεγαλώνουν και προσπαθούν να το διαχειριστούν με χιούμορ, ειρωνεία ή αξιοπρέπεια.

Υπάρχουν ηλικίες που δεν φαίνονται στο πρόσωπο αλλά στον τρόπο που κοιτάζεις τον κόσμο. Στις σιωπές που αντέχεις. Στα τηλεφωνήματα που δεν κάνεις πια. Στα βράδια που προτιμάς μια αλήθεια αντί για μια παρέα.

Δεν νοσταλγώ τα νιάτα όσο νομίζουν οι άλλοι. Τα νιάτα είχαν ταχύτητα αλλά όχι κατεύθυνση. Είχαν φωτιά αλλά όχι μέτρο. Ερωτεύονταν εύκολα, καίγονταν εύκολα και πίστευαν πως κάθε καταστροφή ήταν το τέλος του κόσμου. Δεν ήξεραν ακόμη ότι ο άνθρωπος μπορεί να σπάσει πολλές φορές και να συνεχίσει να περπατά σχεδόν κανονικά.

Υπάρχει όμως μια ηλικία στη μέση της ζωής όπου όλα αποκτούν βάρος. Οι λέξεις, οι απώλειες, οι σιωπές. Εκεί όπου η καρδιά σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί αλλά παρ’ όλα αυτά επιμένει να χτυπά με πείσμα. Εκεί όπου το σώμα αρχίζει να διαπραγματεύεται, αλλά η ψυχή αποκτά καθαρότερο βλέμμα

.


Μοιάζουμε τότε με παλιές μηχανές που έχουν γράψει χιλιόμετρα, έχουν πέσει, έχουν φθαρεί, αλλά τώρα πια ρολάρουν καλύτερα. Χωρίς άσκοπα γκαζώματα. Χωρίς ανάγκη επίδειξης. Με έναν ήχο βαθύ και αληθινό που μόνο οι άνθρωποι της ίδιας διαδρομής μπορούν να αναγνωρίσουν.

Δεν με φοβίζουν οι ρυτίδες. Με φοβίζει η εσωτερική παραίτηση. Με φοβίζουν οι άνθρωποι που σταμάτησαν να συγκινούνται, που δεν περιμένουν τίποτα πια και το ονομάζουν ωριμότητα.

Υπάρχει πάντως κάτι ωραίο εδώ πάνω, στη μέση. Ένα φως λιγότερο θορυβώδες αλλά πιο αληθινό. Μόνο αυτό το αστέρι συνεχίζει να με δυσκολεύει ακόμη. Αυτό που λάμπει κάπου μακριά σαν υπόσχεση που δεν εκπληρώθηκε ποτέ.

Ίσως τελικά ο άνθρωπος να μεγαλώνει μόνο όταν σταματά να σηκώνει το βλέμμα προς κάτι άπιαστο

Όταν το σώμα θυμάται

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν περνούν απλώς από τη ζωή σου. Μπαίνουν αθόρυβα μέσα στην καθημερινότητα και αλλάζουν ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Τον τρόπο που κρατάς το ποτήρι σου ένα βράδυ. Τη μουσική που επιλέγεις όταν οδηγείς μόνος. Τη διάρκεια που αφήνεις το βλέμμα σου πάνω σε ένα σώμα πριν χαμηλώσεις τα μάτια. Ακόμη και ο καφές αποκτά άλλη γεύση όταν κάποιος έχει περάσει αληθινά από μέσα σου.



Κάποτε πίστευα πως οι μεγάλοι έρωτες ανήκουν στις νεαρές ηλικίες, εκεί όπου όλα γίνονται με θόρυβο και υπερβολή. Η ζωή όμως έχει άλλες προθέσεις. Οι πιο επικίνδυνες επιθυμίες εμφανίζονται όταν γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου. Όταν δεν ψάχνεις σωτηρία αλλά ένταση. Όταν ένα χέρι που ακουμπά για λίγο τη μέση σου μπορεί να μετακινήσει ολόκληρη τη μέρα από τη θέση της.

Ο έρωτας δεν γίνεται ποτέ ήσυχος. Απλώς γίνεται πιο ακριβής.
Κρύβεται σε μικρές κινήσεις. Στο βλέμμα που μένει πάνω στα χείλη λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Στη φωνή που χαμηλώνει όταν η νύχτα προχωρά. Στο γόνατο που αγγίζει δήθεν τυχαία το δικό σου κάτω από το τραπέζι και ξαφνικά κάνει το σώμα να θυμηθεί πως δεν γεννήθηκε για να μένει ψυχρό.

Υπάρχουν νύχτες που ξεκινούν με έναν αθώο καφέ και καταλήγουν να μυρίζουν δέρμα, κρασί και επιθυμία. Δυο άνθρωποι πλησιάζουν αργά, σχεδόν προσεκτικά, σαν να φοβούνται ότι η υπερβολική βιασύνη θα χαλάσει τη μαγεία. Μέχρι που ένα φιλί έρχεται να διαλύσει κάθε άμυνα και να αφήσει εκείνη τη γλυκιά ταραχή που κρατά μέχρι το ξημέρωμα.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πραγματική νίκη απέναντι στον χρόνο. Να παραμένεις διαθέσιμος για συγκίνηση. Να μπορεί ακόμη ένα άγγιγμα να σου χαλάσει τον ύπνο και να ομορφύνει την πόλη γύρω σου.
Γιατί όσο υπάρχει κάποιος που μπορεί να αλλάξει τη γεύση του καφέ σου, τίποτα δεν έχει τελειώσει πραγματικά.

Οι τελευταίοι γενναίοι



«Υπάρχουν ακόμα γενναίοι άνθρωποι;»
Υπάρχουν ερωτήσεις παιδιών που δεν ακούγονται σαν λέξεις. Ακούγονται σαν ρωγμές μέσα στον κόσμο. Μικρές, αθώες φράσεις που πέφτουν ξαφνικά πάνω στους μεγάλους και ανοίγουν εκείνο το κρυφό σημείο όπου κρύβονται όλα όσα φοβήθηκαν, όλα όσα πρόδωσαν, όλα όσα κάποτε πίστεψαν πως θα σώσουν.



Τι να απαντήσει σήμερα ένας πατέρας; Να δείξει στο παιδί του τους τηλεοπτικούς ήρωες με τα σιδερωμένα χαμόγελα; Τους προέδρους που μιλούν για ειρήνη πάνω από χάρτες βομβαρδισμένων πόλεων; Τους επαγγελματίες σωτήρες που κρατούν στο ένα χέρι τη σημαία και στο άλλο το τιμολόγιο του κόσμου;

Δύσκολη εποχή για τη λέξη «γενναίος». Τη λερώσαμε. Την καταντήσαμε σύνθημα, πολεμικό εφέ, διαφημιστικό διάλειμμα ανάμεσα σε δύο καταστροφές. Τη φορέσαμε πάνω σε ανθρώπους που δεν άντεξαν ούτε ένα βράδυ μόνοι απέναντι στη συνείδησή τους. Μάθαμε να χειροκροτούμε εκείνους που κατακτούν χώρες, όχι εκείνους που παλεύουν να κατακτήσουν τον εαυτό τους.

Κι όμως, οι γενναίοι υπάρχουν ακόμη. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας αθόρυβα, σχεδόν αόρατοι, σαν παλιές λέξεις που σώθηκαν από τη φωτιά της εποχής. Είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να λέει την αλήθεια ενώ γνωρίζει καλά το κόστος της. Είναι εκείνος που επιμένει να μένει τρυφερός μέσα σε μια κοινωνία που ανταμείβει την αγριότητα. Είναι η γυναίκα που σηκώνει κάθε πρωί τη ζωή της στους ώμους χωρίς να ζητά έλεος ή χειροκρότημα. Είναι ο καλλιτέχνης που μαζεύει τα θραύσματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τα μετατρέπει σε τραγούδι, βιβλίο, ψίθυρο μέσα στο σκοτάδι.

Η γενναιότητα δεν κατοικεί πια στα όπλα. Τα όπλα είναι εύκολα. Το μίσος είναι εύκολο. Η βία του πλήθους είναι εύκολη. Δύσκολο είναι να παραμένεις άνθρωπος όταν ολόκληρος ο κόσμος σε εκπαιδεύει καθημερινά να ξεχάσεις τι σημαίνει άνθρωπος.

Οι τελευταίοι γενναίοι δεν φωνάζουν. Δεν χτίζουν μύθους γύρω από το όνομά τους. Σώζουν λίγο φως, λίγη σιωπή, λίγη αλήθεια μέσα στη μεγάλη φλυαρία του φόβου και του τρόμου.
Και ίσως τελικά από αυτούς τους αθόρυβους ανθρώπους να κρατιέται ακόμη όρθιος ο κόσμος.

Αφορμή το τραγούδι του Αλκινόου Ιωαννίδη "Πατρίδα"

Η δικτατορία του «ίσως»



Το πιο επικίνδυνο πολιτικό σημείο της εποχής δεν βρίσκεται ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Βρίσκεται στο “Κέντρο”.
Σ’ αυτή τη γκρίζα συνοικία της πολιτικής, όπου οι λέξεις κυκλοφορούν χωρίς αίμα και οι άνθρωποι χωρίς βεβαιότητες. Εκεί όπου όλα είναι “σχετικά”, “ψύχραιμα”, “μετρημένα”. Εκεί όπου η αλήθεια κόβεται στα δύο για να μη δυσαρεστηθεί κανείς. Μόνο που η Ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ από χλιαρούς ανθρώπους.



Κεντροδεξιά. Κεντροαριστερά.
Σαν να μιλάμε για διακόσμηση εσωτερικού χώρου και όχι για κοινωνίες που βουλιάζουν. Σαν να αρκεί ένα πρόθεμα για να ξεπλύνει τις αντιφάσεις, τις ενοχές, τη γύμνια της εξουσίας. Η πολιτική όμως δεν είναι γεωμετρία. Δεν είναι ευθείες, γωνίες και συμμετρίες. Είναι φωτιά. Είναι σύγκρουση. Είναι άνθρωποι που πονάνε, θυμώνουν, διεκδικούν.

Το “Κέντρο” έγινε το μεγάλο καταφύγιο των άτολμων.
Εκεί μαζεύτηκαν όσοι φοβούνται να πάρουν θέση. Όσοι θέλουν να κυβερνούν χωρίς να συγκρούονται. Να διαχειρίζονται χωρίς να αλλάζουν τίποτα. Να μιλούν για πρόοδο την ώρα που η κοινωνία στέκεται ακίνητη σαν χαλασμένο ρολόι.
Και μαζί μ’ αυτό το “Κέντρο”, ήρθε και η πιο ύπουλη λέξη της εποχής. Το “ίσως”.
Τι λέξη κι αυτή.
Λέξη ναρκοπέδιο.
Λέξη αναβολής και λιποταξίας.
Ίσως αύριο. Ίσως αργότερα. Ίσως αλλάξει κάτι. Ίσως σωθεί η πόλη. Ίσως βρεθεί νερό. Ίσως ανασάνει η αγορά. Ίσως επιστρέψουν τα παιδιά που έφυγαν. Ίσως αγαπηθούμε ξανά. Ίσως.

Και κάπως έτσι περνάνε οι ζωές.
Μέσα σε μια ατελείωτη αναμονή. Σαν επιβάτες σε σταθμό χωρίς τρένα. Με το βλέμμα κολλημένο σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα που αναβοσβήνει συνεχώς καθυστερήσεις.

Η Κέρκυρα το ξέρει καλά αυτό το “ίσως”.
Ίσως λυθεί το κυκλοφοριακό. Ίσως καθαρίσει η πόλη. Ίσως προστατευτεί ο δημόσιος χώρος. Ίσως πάψουμε να ζούμε σε μια πόλη που το καλοκαίρι μοιάζει να πουλά την ψυχή της κομμάτι κομμάτι για λίγα ακόμη τραπεζοκαθίσματα και μερικές φωτογραφίες ηλιοβασιλέματος.

Κουραστήκαμε από το “ίσως”.
Κουραστήκαμε από πολιτικούς που μιλούν σαν παρουσιαστές δελτίου και από διοικήσεις που συμπεριφέρονται σαν προσωρινοί ενοικιαστές της εξουσίας.

Από μικρός δεν άντεχα τις μισές συλλογές. Αν έλειπε μία φωτογραφία, πέταγα όλο το άλμπουμ. Γι’ αυτό ποτέ δεν εμπιστεύτηκα τις ίσες αποστάσεις. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η χρυσή τομή δεν είναι σοφία.
Είναι λοβοτομή. 

Το χρώμα που λείπει

Οι λέξεις σκοτεινιάζουν εύκολα στις μέρες μας. Αρκεί να ανοίξεις μια οθόνη, να διασχίσεις μια πλατεία, να σταθείς για λίγο μπροστά στον καθρ...