Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Εκεί όπου δεν φτάνουν οι άλλοι


Με τα χρόνια δεν λιγοστεύουν μόνο οι άνθρωποι. Λιγοστεύουν οι αντοχές να προσποιείσαι. Κι αυτό είναι που βαραίνει περισσότερο. Όχι η μοναξιά του δωματίου, αλλά η μοναξιά του εσωτερικού τοπίου. Εκεί όπου κάποτε κατοικούσαν επιθυμίες, όνειρα, έρωτες και θυμοί, τώρα φυσά ένας αδιόρατος βοριάς.



Δεν είναι η απουσία γύρω. Είναι η απουσία μέσα.
Ένα κενό που δεν εξηγείται εύκολα. Σαν να πέρασε η ζωή βιαστικά από πάνω μας, αφήνοντας ανοιχτές εκκρεμότητες. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν, αγκαλιές που αναβλήθηκαν, άνθρωποι που χάθηκαν όχι από απόσταση αλλά από συνήθεια. Και κάπου ανάμεσα σε λογαριασμούς, υποχρεώσεις και κοινωνικές παραστάσεις, ο άνθρωπος χάνει τη συνομιλία με τον εαυτό του.

Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Όχι ότι οι άνθρωποι έμειναν μόνοι. Αλλά ότι έμαθαν να ζουν μακριά από το πραγματικό τους βάθος. Να μικραίνουν το φως τους για να μη γίνουν ενοχλητικοί. Να μεταφράζουν την ευαισθησία σε αδυναμία και τη σιωπή σε ήττα.

Κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν συμβιβάστηκαν. Παράταιροι άνθρωποι. Άνθρωποι που κουβαλούν περισσότερη ένταση απ’ όση αντέχει η καθημερινότητα. Συχνά ούτε οι ίδιοι δεν αντέχουν το βάρος των χαρισμάτων τους. Γιατί το χάρισμα χωρίς ανταπόκριση γίνεται πληγή. Και η βαθιά ευαισθησία, όταν δεν βρίσκει χώρο να ακουμπήσει, μετατρέπεται σιγά σιγά σε εσωτερική εξορία.

Η ιστορία γέμισε από τέτοιους ανθρώπους. Ποιητές που αγαπήθηκαν μετά θάνατον, μουσικούς που χειροκροτήθηκαν αφού πρώτα ούρλιαξαν μόνοι μέσα στις νύχτες τους. Γιατί οι κοινωνίες αγαπούν το αποτέλεσμα, όχι εκείνον που καίγεται για να το γεννήσει.

Κάποτε πίστευα πως το αντίθετο της μοναξιάς είναι η συντροφιά. Τώρα πιστεύω πως είναι η κατανόηση. Να υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που να μπορεί να διαβάσει τη σιωπή σου χωρίς να τη φοβηθεί.

Γιατί υπάρχει μια μοναχικότητα πιο πέρα κι από τη μοναξιά. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν υποφέρει επειδή έμεινε μόνος. Υποφέρει επειδή δεν χωρά πια πουθενά. 

Οι άνθρωποι κουβαλούν ατέλειες



Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή φορώντας ξένο δέρμα, ζουν με δανεικά. Δανεικές λέξεις, δανεικές επιθυμίες, δανεικούς τρόπους. Μαθαίνουν τον έρωτα επειδή κάποτε άκουσαν τη λέξη έρωτας. Μαθαίνουν τη συγκίνηση παπαγαλία, χωρίς μνήμη σώματος. Κινούνται ανάμεσα στους άλλους με μια γυαλισμένη ουδετερότητα, σαν καλοντυμένες σκιές που φρόντισαν να μη διαφέρουν ποτέ.



Κατοικούν τη χλιαρή περιοχή των «ανάμεσα».
Εκεί όπου τίποτα δεν καίει πραγματικά. Εκεί όπου οι άνθρωποι αρκούνται σε μια επίπλαστη τακτοποίηση, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς όνειρα. Παίρνουν εύκολα τους τρόπους των άλλων, όπως τα ψάρια παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντός τους. Πιστεύουν πως η αποδοχή θα τους χαρίσει εκείνο που τους λείπει. Τα χρόνια περνούν από πάνω τους αθόρυβα, χωρίς ρωγμές, χωρίς μεγάλες ήττες, χωρίς αληθινή ζωή.

Κάποτε υπήρξα κι εγώ κουρασμένος από τον εαυτό μου.
Αναζήτησα σωστές ιδέες, ασφαλείς βεβαιότητες, ήρεμες διαδρομές. Κάτι ιδεολογίες, κάτι θρησκείες, κάτι κοινωνικά κατεστημένα, έδεναν την ψυχή μου χειροπόδαρα. Περπάτησα μέσα σε ξένες ηθικές σαν άνθρωπος που δοκιμάζει ρούχα μπροστά σε καθρέφτη και προσπαθεί να πιστέψει πως του ανήκουν.
Χρειάστηκαν λάθη, έρωτες επικίνδυνοι, ωραία ψέματα και μεγάλες σιωπές, για να αγαπήσω τελικά τις ρωγμές μου.

Αγάπησα τις ατέλειές μου σαν παλιές ουλές που απέκτησαν φως.
Άφησα τα μάτια μου να επιμένουν, τα χέρια μου να αγγίζουν, την ψυχή μου να εκτίθεται χωρίς βερνίκια και λούστρο. Και τότε όλα άλλαξαν ρυθμό. Οι λέξεις βρήκαν το βάρος τους. Οι άνθρωποι άρχισαν να με αναγνωρίζουν πριν ακόμη μιλήσω. Τα σήματα που εξέπεμπα έγιναν αληθινά. Οι κραδασμοί έγιναν δικοί μου.

Οι αληθινοί άνθρωποι κουβαλούν πάθη, υπερβολές και χαρακιές.
Κουβαλούν εκείνη τη γοητευτική ακαταστασία όσων έζησαν πραγματικά.
Οι άλλοι παραμένουν ατσαλάκωτοι.
Παραμένουν ανέγγιχτοι από τη ζωή. 

Οι τελευταίοι που δεν σώθηκαν

Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν μια ζωή για να φτάσουν. Και υπάρχουν κι εκείνοι που περπατούν μόνο και μόνο για να μη χαθεί ο δρόμος. Ανήκω στους δεύτερους. Ίσως γιατί πάντα δυσπιστούσα απέναντι σε όσους έφταναν πολύ εύκολα στην απέναντι όχθη. Ίσως γιατί κάθε φορά που πλησίαζα τη σωστή πλευρά της ιστορίας, κάτι μέσα μου τρόμαζε και γύριζε πίσω, σαν παιδί που δεν αντέχει να δει το παραμύθι να τελειώνει.



Θυμάμαι αυτές τις μέρες όλους εκείνους τους δρόμους που δεν περπάτησα. Τα βιβλία που έμειναν μισά. Τις εκλογές που χάθηκαν πριν καν αρχίσουν. Τους ανθρώπους που ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο και ξύπνησαν με τα ίδια νοίκια, τις ίδιες μοναξιές, τις ίδιες σιωπές στα μπαλκόνια.

«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι». Υπάρχουν στίχοι που δεν γράφτηκαν για να τραγουδιούνται. Γράφτηκαν για να σε ακολουθούν σαν ενοχή.

Και μετά εκείνο το άλλο. Το πιο ανθρώπινο. Το πιο επικίνδυνο. «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι». Εκεί ίσως κρύβεται ολόκληρη η βιογραφία μιας γενιάς που έμαθε να επιβιώνει με το βλέμμα στραμμένο σε θαύματα που δεν ήρθαν ποτέ. Όχι επειδή ήταν αφελής. Αλλά επειδή χωρίς το θαύμα η ζωή μικραίνει επικίνδυνα. Γίνεται λογική. Και η υπερβολική λογική είναι συχνά μια ήσυχη μορφή παραίτησης.

Οι «έξυπνοι» σώθηκαν νωρίς. Έμαθαν να περνούν πάνω από τα χαλάσματα χωρίς να λερώνονται. Να αλλάζουν στρατόπεδα λίγο πριν χαθεί η μάχη. Να μιλούν μόνο όταν φυσά ο σωστός άνεμος. Έχτισαν καριέρες από σιωπές και χαμόγελα από μέταλλο.

Εμείς μείναμε με τους δεύτερους. Με αυτούς που πίστεψαν περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η εποχή. Που αγάπησαν βαθύτερα απ’ όσο άντεχε ο κόσμος. Που επέμειναν σε έρωτες, ιδέες και φιλίες χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας. Γελασμένοι ίσως. Αλλά ακόμη όρθιοι μέσα στη διαδρομή.
Και συνεχίζουμε.
Όχι για να φτάσουμε κάπου.
Αλλά για να μη συμφιλιωθούμε ποτέ με το τέλος. 

Αθάνατος

 Ο Γρηγόρης Λαμπράκης δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία, αλλά σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που την αναγκάζουν να κοκκινίσει από ντροπή ή να σταθεί όρθια από σεβασμό


Γιατρός, βουλευτής, αθλητής και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της ειρήνης, έμεινε να συμβολίζει το ανυποχώρητο της συνείδησης μέσα σε εποχές σκοτεινές.
Η πορεία του δεν τελείωσε τη νύχτα της δολοφονίας του, εκείνη απλώς τη φώτισε πιο έντονα, σαν να αποκάλυψε πως το πραγματικό του πρόσωπο ήταν πάντα η ίδια η αξιοπρέπεια.
Δεν έπεσε τυχαία, τον στόχευσε μια εποχή που δεν άντεχε τη διαύγεια της συνείδησης. Ο Λαμπράκης δεν έγινε μνήμη, έγινε μέτρο σύγκρισης.

Η ηλικία δεν έρχεται ποτέ μόνη


«Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα.
Δεν με πίστεψε ούτε η αντήχηση. Κουράστηκε κι εκείνη να επαναλαμβάνει μικρά ψέματα ανθρώπων που μεγαλώνουν και προσπαθούν να το διαχειριστούν με χιούμορ, ειρωνεία ή αξιοπρέπεια.

Υπάρχουν ηλικίες που δεν φαίνονται στο πρόσωπο αλλά στον τρόπο που κοιτάζεις τον κόσμο. Στις σιωπές που αντέχεις. Στα τηλεφωνήματα που δεν κάνεις πια. Στα βράδια που προτιμάς μια αλήθεια αντί για μια παρέα.

Δεν νοσταλγώ τα νιάτα όσο νομίζουν οι άλλοι. Τα νιάτα είχαν ταχύτητα αλλά όχι κατεύθυνση. Είχαν φωτιά αλλά όχι μέτρο. Ερωτεύονταν εύκολα, καίγονταν εύκολα και πίστευαν πως κάθε καταστροφή ήταν το τέλος του κόσμου. Δεν ήξεραν ακόμη ότι ο άνθρωπος μπορεί να σπάσει πολλές φορές και να συνεχίσει να περπατά σχεδόν κανονικά.

Υπάρχει όμως μια ηλικία στη μέση της ζωής όπου όλα αποκτούν βάρος. Οι λέξεις, οι απώλειες, οι σιωπές. Εκεί όπου η καρδιά σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί αλλά παρ’ όλα αυτά επιμένει να χτυπά με πείσμα. Εκεί όπου το σώμα αρχίζει να διαπραγματεύεται, αλλά η ψυχή αποκτά καθαρότερο βλέμμα

.


Μοιάζουμε τότε με παλιές μηχανές που έχουν γράψει χιλιόμετρα, έχουν πέσει, έχουν φθαρεί, αλλά τώρα πια ρολάρουν καλύτερα. Χωρίς άσκοπα γκαζώματα. Χωρίς ανάγκη επίδειξης. Με έναν ήχο βαθύ και αληθινό που μόνο οι άνθρωποι της ίδιας διαδρομής μπορούν να αναγνωρίσουν.

Δεν με φοβίζουν οι ρυτίδες. Με φοβίζει η εσωτερική παραίτηση. Με φοβίζουν οι άνθρωποι που σταμάτησαν να συγκινούνται, που δεν περιμένουν τίποτα πια και το ονομάζουν ωριμότητα.

Υπάρχει πάντως κάτι ωραίο εδώ πάνω, στη μέση. Ένα φως λιγότερο θορυβώδες αλλά πιο αληθινό. Μόνο αυτό το αστέρι συνεχίζει να με δυσκολεύει ακόμη. Αυτό που λάμπει κάπου μακριά σαν υπόσχεση που δεν εκπληρώθηκε ποτέ.

Ίσως τελικά ο άνθρωπος να μεγαλώνει μόνο όταν σταματά να σηκώνει το βλέμμα προς κάτι άπιαστο

Όταν το σώμα θυμάται

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν περνούν απλώς από τη ζωή σου. Μπαίνουν αθόρυβα μέσα στην καθημερινότητα και αλλάζουν ακόμη και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Τον τρόπο που κρατάς το ποτήρι σου ένα βράδυ. Τη μουσική που επιλέγεις όταν οδηγείς μόνος. Τη διάρκεια που αφήνεις το βλέμμα σου πάνω σε ένα σώμα πριν χαμηλώσεις τα μάτια. Ακόμη και ο καφές αποκτά άλλη γεύση όταν κάποιος έχει περάσει αληθινά από μέσα σου.



Κάποτε πίστευα πως οι μεγάλοι έρωτες ανήκουν στις νεαρές ηλικίες, εκεί όπου όλα γίνονται με θόρυβο και υπερβολή. Η ζωή όμως έχει άλλες προθέσεις. Οι πιο επικίνδυνες επιθυμίες εμφανίζονται όταν γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου. Όταν δεν ψάχνεις σωτηρία αλλά ένταση. Όταν ένα χέρι που ακουμπά για λίγο τη μέση σου μπορεί να μετακινήσει ολόκληρη τη μέρα από τη θέση της.

Ο έρωτας δεν γίνεται ποτέ ήσυχος. Απλώς γίνεται πιο ακριβής.
Κρύβεται σε μικρές κινήσεις. Στο βλέμμα που μένει πάνω στα χείλη λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Στη φωνή που χαμηλώνει όταν η νύχτα προχωρά. Στο γόνατο που αγγίζει δήθεν τυχαία το δικό σου κάτω από το τραπέζι και ξαφνικά κάνει το σώμα να θυμηθεί πως δεν γεννήθηκε για να μένει ψυχρό.

Υπάρχουν νύχτες που ξεκινούν με έναν αθώο καφέ και καταλήγουν να μυρίζουν δέρμα, κρασί και επιθυμία. Δυο άνθρωποι πλησιάζουν αργά, σχεδόν προσεκτικά, σαν να φοβούνται ότι η υπερβολική βιασύνη θα χαλάσει τη μαγεία. Μέχρι που ένα φιλί έρχεται να διαλύσει κάθε άμυνα και να αφήσει εκείνη τη γλυκιά ταραχή που κρατά μέχρι το ξημέρωμα.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πραγματική νίκη απέναντι στον χρόνο. Να παραμένεις διαθέσιμος για συγκίνηση. Να μπορεί ακόμη ένα άγγιγμα να σου χαλάσει τον ύπνο και να ομορφύνει την πόλη γύρω σου.
Γιατί όσο υπάρχει κάποιος που μπορεί να αλλάξει τη γεύση του καφέ σου, τίποτα δεν έχει τελειώσει πραγματικά.

Οι τελευταίοι γενναίοι



«Υπάρχουν ακόμα γενναίοι άνθρωποι;»
Υπάρχουν ερωτήσεις παιδιών που δεν ακούγονται σαν λέξεις. Ακούγονται σαν ρωγμές μέσα στον κόσμο. Μικρές, αθώες φράσεις που πέφτουν ξαφνικά πάνω στους μεγάλους και ανοίγουν εκείνο το κρυφό σημείο όπου κρύβονται όλα όσα φοβήθηκαν, όλα όσα πρόδωσαν, όλα όσα κάποτε πίστεψαν πως θα σώσουν.



Τι να απαντήσει σήμερα ένας πατέρας; Να δείξει στο παιδί του τους τηλεοπτικούς ήρωες με τα σιδερωμένα χαμόγελα; Τους προέδρους που μιλούν για ειρήνη πάνω από χάρτες βομβαρδισμένων πόλεων; Τους επαγγελματίες σωτήρες που κρατούν στο ένα χέρι τη σημαία και στο άλλο το τιμολόγιο του κόσμου;

Δύσκολη εποχή για τη λέξη «γενναίος». Τη λερώσαμε. Την καταντήσαμε σύνθημα, πολεμικό εφέ, διαφημιστικό διάλειμμα ανάμεσα σε δύο καταστροφές. Τη φορέσαμε πάνω σε ανθρώπους που δεν άντεξαν ούτε ένα βράδυ μόνοι απέναντι στη συνείδησή τους. Μάθαμε να χειροκροτούμε εκείνους που κατακτούν χώρες, όχι εκείνους που παλεύουν να κατακτήσουν τον εαυτό τους.

Κι όμως, οι γενναίοι υπάρχουν ακόμη. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας αθόρυβα, σχεδόν αόρατοι, σαν παλιές λέξεις που σώθηκαν από τη φωτιά της εποχής. Είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να λέει την αλήθεια ενώ γνωρίζει καλά το κόστος της. Είναι εκείνος που επιμένει να μένει τρυφερός μέσα σε μια κοινωνία που ανταμείβει την αγριότητα. Είναι η γυναίκα που σηκώνει κάθε πρωί τη ζωή της στους ώμους χωρίς να ζητά έλεος ή χειροκρότημα. Είναι ο καλλιτέχνης που μαζεύει τα θραύσματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τα μετατρέπει σε τραγούδι, βιβλίο, ψίθυρο μέσα στο σκοτάδι.

Η γενναιότητα δεν κατοικεί πια στα όπλα. Τα όπλα είναι εύκολα. Το μίσος είναι εύκολο. Η βία του πλήθους είναι εύκολη. Δύσκολο είναι να παραμένεις άνθρωπος όταν ολόκληρος ο κόσμος σε εκπαιδεύει καθημερινά να ξεχάσεις τι σημαίνει άνθρωπος.

Οι τελευταίοι γενναίοι δεν φωνάζουν. Δεν χτίζουν μύθους γύρω από το όνομά τους. Σώζουν λίγο φως, λίγη σιωπή, λίγη αλήθεια μέσα στη μεγάλη φλυαρία του φόβου και του τρόμου.
Και ίσως τελικά από αυτούς τους αθόρυβους ανθρώπους να κρατιέται ακόμη όρθιος ο κόσμος.

Αφορμή το τραγούδι του Αλκινόου Ιωαννίδη "Πατρίδα"

Η δικτατορία του «ίσως»



Το πιο επικίνδυνο πολιτικό σημείο της εποχής δεν βρίσκεται ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Βρίσκεται στο “Κέντρο”.
Σ’ αυτή τη γκρίζα συνοικία της πολιτικής, όπου οι λέξεις κυκλοφορούν χωρίς αίμα και οι άνθρωποι χωρίς βεβαιότητες. Εκεί όπου όλα είναι “σχετικά”, “ψύχραιμα”, “μετρημένα”. Εκεί όπου η αλήθεια κόβεται στα δύο για να μη δυσαρεστηθεί κανείς. Μόνο που η Ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ από χλιαρούς ανθρώπους.



Κεντροδεξιά. Κεντροαριστερά.
Σαν να μιλάμε για διακόσμηση εσωτερικού χώρου και όχι για κοινωνίες που βουλιάζουν. Σαν να αρκεί ένα πρόθεμα για να ξεπλύνει τις αντιφάσεις, τις ενοχές, τη γύμνια της εξουσίας. Η πολιτική όμως δεν είναι γεωμετρία. Δεν είναι ευθείες, γωνίες και συμμετρίες. Είναι φωτιά. Είναι σύγκρουση. Είναι άνθρωποι που πονάνε, θυμώνουν, διεκδικούν.

Το “Κέντρο” έγινε το μεγάλο καταφύγιο των άτολμων.
Εκεί μαζεύτηκαν όσοι φοβούνται να πάρουν θέση. Όσοι θέλουν να κυβερνούν χωρίς να συγκρούονται. Να διαχειρίζονται χωρίς να αλλάζουν τίποτα. Να μιλούν για πρόοδο την ώρα που η κοινωνία στέκεται ακίνητη σαν χαλασμένο ρολόι.
Και μαζί μ’ αυτό το “Κέντρο”, ήρθε και η πιο ύπουλη λέξη της εποχής. Το “ίσως”.
Τι λέξη κι αυτή.
Λέξη ναρκοπέδιο.
Λέξη αναβολής και λιποταξίας.
Ίσως αύριο. Ίσως αργότερα. Ίσως αλλάξει κάτι. Ίσως σωθεί η πόλη. Ίσως βρεθεί νερό. Ίσως ανασάνει η αγορά. Ίσως επιστρέψουν τα παιδιά που έφυγαν. Ίσως αγαπηθούμε ξανά. Ίσως.

Και κάπως έτσι περνάνε οι ζωές.
Μέσα σε μια ατελείωτη αναμονή. Σαν επιβάτες σε σταθμό χωρίς τρένα. Με το βλέμμα κολλημένο σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα που αναβοσβήνει συνεχώς καθυστερήσεις.

Η Κέρκυρα το ξέρει καλά αυτό το “ίσως”.
Ίσως λυθεί το κυκλοφοριακό. Ίσως καθαρίσει η πόλη. Ίσως προστατευτεί ο δημόσιος χώρος. Ίσως πάψουμε να ζούμε σε μια πόλη που το καλοκαίρι μοιάζει να πουλά την ψυχή της κομμάτι κομμάτι για λίγα ακόμη τραπεζοκαθίσματα και μερικές φωτογραφίες ηλιοβασιλέματος.

Κουραστήκαμε από το “ίσως”.
Κουραστήκαμε από πολιτικούς που μιλούν σαν παρουσιαστές δελτίου και από διοικήσεις που συμπεριφέρονται σαν προσωρινοί ενοικιαστές της εξουσίας.

Από μικρός δεν άντεχα τις μισές συλλογές. Αν έλειπε μία φωτογραφία, πέταγα όλο το άλμπουμ. Γι’ αυτό ποτέ δεν εμπιστεύτηκα τις ίσες αποστάσεις. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η χρυσή τομή δεν είναι σοφία.
Είναι λοβοτομή. 

Εκεί όπου δεν φτάνουν οι άλλοι

Με τα χρόνια δεν λιγοστεύουν μόνο οι άνθρωποι. Λιγοστεύουν οι αντοχές να προσποιείσαι. Κι αυτό είναι που βαραίνει περισσότερο. Όχι η μοναξιά...