Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα

Για τις άγραφες σελίδες και σήμερα. Για τις αφιερώσεις με αόρατα γράμματα στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου. Πρέπει να βάλεις φωτιά και να την κάψεις, δεν αντέχει άλλο να μένει λευκή.
Πρέπει να βάλεις φωτιά, για να δεις τα σημάδια. Να δεις τα μυστικά, να δεις όλα αυτά που η εποχή μας έκλεψε. Αυτά που οι προϋπολογισμοί απαγόρευσαν να δουν το φως του ήλιου. Αυτά που κρύφτηκαν φοβούμενα, μην καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως τα κορμιά που κάποτε αγαπήθηκαν. Αυτά που ενώ έχει σβήσει η φωτιά σου καίνε τα μάτια.
Όχι δεν χρειάζονται εκπτώσεις. Η στιγμή τα θέλει όλα, για να μπορεί κάποτε να μνημονευτεί. Η μιζέρια τη σβήνει από το χάρτη.

«Έλα. Κοίταξε με. Κι άφησε πάνω μου ό,τι σε πονά. Αντέχω. Είμαι εδώ για σένα. Η δική σου, λευκή σελίδα, η επόμενη σελίδα, του βιβλίου, της ζωής σου…»

Αγαπώ τα ανθρώπινα ίχνη στα χάρτινα σώματα των βιβλίων, δίνουν μια ζεστασιά, κάνουν εκείνον που πιάνει το βιβλίο στα χέρια του δεύτερος, να «γνωρίσει» κάτι από εκείνον που το έπιασε πρώτος. Είναι σαν να αγγίζονται, να συναντιούνται στην αγάπη του ίδιου βιβλίου.

Και αν το βιβλίο περάσει σε άλλα χέρια… ποτέ δεν θα ζήσει τη στιγμή της εξομολόγησης. Τη στιγμή της απόλυτης παράδοσης, της απόλυτης ελευθερίας.
Και τις γιορτές με τις περασμένες τις ζούμε. Με εκείνες τις απόλυτες στιγμές που ζήσαμε. Με την αθωότητα και την αλήθεια.
Τα Χριστούγεννα που ζωντάνεψαν τα παραμύθια, όπως έχω ξαναγράψει ήταν του ’72, τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων.
Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ραντεβού. Η αφορμή να κόψουμε το κυπαρίσσι που θα στολίζαμε, και η ευκαιρία να μείνουμε μόνοι. Σε μια πλαγιά ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, ανταλλάσσοντας ντροπές και παιδικές χαζομάρες. Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον.
Και τώρα ζούμε το παρόν και ελπίζουμε ότι η επόμενη σελίδα να γραφτεί με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα…

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα: τι να γεννηθεί;

Απολογισμός. Το χρόνο που πέρασε προσπαθώ να διαχειρισθώ, πολλές φορές δεν τα καταφέρνω. Μαζεύτηκαν μέσα μου πολλά. Αδιαχείριστα. Δεν πρόκειται να κλείσουμε ισοσκελισμένα. Ξεκίνησα με μείον. Άδειος. Μόνος. Έδωσα πήρα κι όλα μπροστά μου μείνανε. Δεν φεύγει το παρελθόν, εγώ προσπαθώ να φύγω. Πουθενά δεν χωράω. Μπορεί οι εκβολές του χρόνου, που μας αποχαιρετά να γεμίζουν επικίνδυνα τις πηγές του νέου χρόνου. Μπορεί το μεταφερόμενο υπόλοιπο να γεννά βουνά και να αποτρέπει προσδοκίες. Μπορεί οι ευχές, να πέρασαν στην εθιμοτυπία… Δεν μπορεί, όμως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράφουμε ανούσιες λέξεις, βγαλμένες από τα κλισέ του «πρέπει».
Δεν μπορεί και δεν πρέπει, να βιάζουμε τις λέξεις. «Ταλαντώνομαι μέσα στο βράδυ. Επιμηκύνομαι για να φτάσω εκεί που δεν έπρεπε καν να ονειρευτώ. Μπαίνω μέσα μου για να δω τι έχει επιζήσει... Άχρονος ο χρόνος από πάντα του με πολεμά. Πήγα ίσως να κλέψω κάποιες του στιγμές, αλλά μ’ έπιασαν». Ίσα που πρόλαβα κάποια ανεπαίσθητα αρώματα, κάποιες θαμπές αχτίδες, ένα παλιό κονιάκ και λίγο Μότσαρτ. Α! να μην ξεχάσω και εκείνο το άγγιγμα που κουβαλάω ακόμα σφιχτά στο δεξί μου χέρι…
Βλέπετε οι λέξεις όταν τις αφήσουμε ελεύθερες, πως συναντάνε την αλήθεια;

Χριστούγεννα! Τι να γεννηθεί μετά από μια τέτοια χρονιά, που μας έκλεψε και μας υποθήκευσε το μέλλον; Τι να γραφτεί στην επόμενη λευκή σελίδα; Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επιλόγους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά. « Κι όσες σελίδες κι αν γεμίσεις,
πάντα, σ’ εκείνες τις άγραφες θα ζεις…»






.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Μας αφορούν

Όχι που δεν με αφορούν, όμως αυτά που γράφω, για άλλη μια φορά θα το πω, δεν είναι προσωπικά. Για να εξηγούμαστε! Δεν πρόκειται για εξομολόγηση. Αν το μυαλό δεν είχε βάλει τους αναγκαίους περιορισμούς, εγώ δεν θα έγραφα θα έφτυνα.
Για να μην ρωτάτε τι μου συμβαίνει, θέλω να σας διαβεβαιώσω: ποτέ δεν έχω εξομολογηθεί με την εκκλησιαστική έννοια του όρου. Έχω εξομολογηθεί σε φίλες και φίλους. Aποσπασματικά, ανάλογα πως ο καθένας είναι διαθέσιμος, τι θέλει και τι μπορεί να ακούσει. Για να γίνω πιο κατανοητός. Τι άλλο από ένα χέρι συγκατάβασης περιμένει κανείς από μια κατάθεση ψυχής; Για να το έχεις όμως πρέπει να μπορεί να σε καταλάβει ο άλλος. Υπάρχουν φίλοι αγαπημένοι που δεν μπορούν να καταλάβουν για την ερωτική απογοήτευση, γιατί απλούστατα ποτέ τους δεν βίωσαν κάτι τέτοιο. Άλλοι σε κοιτάζουν αμήχανα όταν τους μιλάς για κάποιο πρόβλημα με τα παιδιά σου και είναι φυσιολογικό αφού δεν έχουν παιδιά. Πώς να μεταφέρεις την πίκρα για την ήττα της ομάδος σου στη γυναίκα σου που χασκογελάει, όχι για την ήττα αλλά γιατί ποτέ δεν έχει καταλάβει γιατί μαζεύονται εκατό χιλιάδες άνθρωποι σε ένα γήπεδο για να δουν 22 μαντραχαλάδες να τρέχουν πάνω κάτω επί ενενήντα λεπτά και να κλωτσάνε μια μπάλα. Πώς να σε καταλάβει ο πλούσιος φίλος σου που δεν ξέρει τι σημαίνει τα είσαι επτά μήνες απλήρωτος; Συμπέρασμα δεν υπάρχει εξομολόγηση εφ όλης της ύλης και αυτή που γίνεται στους παπάδες για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας ενώπιον του Θεού, δεν έχει νόημα. Το βάρος θα συνεχίσουμε να το κουβαλάμε ενώπιον των ανθρώπων και πρωτίστως ενώπιον του εαυτού μας.

Για να εξηγούμαστε: δεν βγάζω τα απωθημένα μου, απ’ αυτήν εδώ την στήλη, προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις λέξεις τέτοια, που το προσωπικό να εισχωρεί βαθιά στο κοινωνικό, σαν μια μετάγγιση αίματος. Δεν με αφορούν μόνο, μας αφορούν.
Σε έναν επίλογο παλαιοτέρου κειμένου, είχα δώσει μια εξήγηση, φαίνεται, όμως πως η περιέργεια κάποιων αναγνωστών επιβάλλει να ξαναδώσουμε εξηγήσεις.
«Δεν ξέρω τι με έπιασε, θέλω να γράψω για τη μοναξιά του έρωτα. Την ερημιά του πλήθους και την παρηγοριά της γραφής. Το βάσανο που γίνεται βάλσαμο αλλά όμως δεν μεταβάλλει την ζωή. Μονάχα εκείνο το δηλητήριο στο αίμα μας το μετατρέπει σε τοξίνη των γραμμάτων. Κι αυτό το αντιλαμβάνεται ο τυχαίος παραλήπτης, ο ευαίσθητος. Ενώνει τα δικά του βιώματα κι είναι κι αυτό, ξέρετε, μια δύναμη μια ζεστασιά…»
Για να εξηγούμαστε, δεν μου συμβαίνουν πάντα, αυτά που καταθέτω κάθε μέρα, με αφορούν όμως. Και αν τα καταθέτω σε πρώτο πρόσωπο, είναι γιατί αυτή η σχέση όλα αυτά τα χρόνια, απέκτησε αυτό το δικαίωμα.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...