Δεν μπορεί και δεν πρέπει, να βιάζουμε τις λέξεις. «Ταλαντώνομαι μέσα στο βράδυ. Επιμηκύνομαι για να φτάσω εκεί που δεν έπρεπε καν να ονειρευτώ. Μπαίνω μέσα μου για να δω τι έχει επιζήσει... Άχρονος ο χρόνος από πάντα του με πολεμά. Πήγα ίσως να κλέψω κάποιες του στιγμές, αλλά μ’ έπιασαν». Ίσα που πρόλαβα κάποια ανεπαίσθητα αρώματα, κάποιες θαμπές αχτίδες, ένα παλιό κονιάκ και λίγο Μότσαρτ. Α! να μην ξεχάσω και εκείνο το άγγιγμα που κουβαλάω ακόμα σφιχτά στο δεξί μου χέρι…
Βλέπετε οι λέξεις όταν τις αφήσουμε ελεύθερες, πως συναντάνε την αλήθεια;

Χριστούγεννα! Τι να γεννηθεί μετά από μια τέτοια χρονιά, που μας έκλεψε και μας υποθήκευσε το μέλλον; Τι να γραφτεί στην επόμενη λευκή σελίδα; Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επιλόγους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά. « Κι όσες σελίδες κι αν γεμίσεις,
πάντα, σ’ εκείνες τις άγραφες θα ζεις…»
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου