Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος


Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος. Όμως δεν είμαι και προφανώς δεν μπορώ να ζήσω πλούσια. Αυτό τις προηγούμενες δεκαετίες, πριν την οικονομική κρίση δεν ήταν αυτονόητο. Και όμως κάποιοι το έλεγαν πολλά χρόνια πριν της επιβαλλόμενης άνωθεν νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ το 1977 μιλούσε για μια αυτόβουλη ενεργητική εγκράτεια. «Ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και στρεβλώσεις της παραγωγής, αλλά πέραν αυτών και δυσφορία, αποπροσανατολισμό, δυστυχία».

Φυσικά και δεν το ακούσαμε και το χειρότερο με μια κρίση στην πλάτη μας ακόμα δεν βάζουμε μυαλό.
Μπορεί η κρίση σήμερα, να επιβάλει αυτοσυγκράτηση, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να στερεί την δυνατότητα ακόμα και για τ’ αναγκαία, η μανία του καταναλωτισμού όμως ζει και βασιλεύει. Και πώς να γίνει διαφορετικά αφού το μοντέλο που οδήγησε στην καταστροφή, επιμένει να διαφημίζει κινητά και αυτοκίνητα, μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων, όχι βεβαίως των αγαθών αλλά των χρημάτων.
Δεν είναι η σωματική κόπωση, που μας καταβάλει αυτές τις μέρες, αλλά η ψυχική ταλαιπωρία, που υπαγορεύεται από την αθέατη ανάγκη της απληστίας, που εισβάλει χωρίς την θέληση μας, σαν ναρκωτική ουσία στα εγκεφαλικά μας κύτταρα και μας ομογενοποιεί.
Τρέχουμε να προφτάσουμε τα πάντα, να μην μας λείψει τίποτα για να τα κλειστούμε στην κιβωτό της απόλαυσης, περιμένοντας τη συντέλεια του κόσμου.
Και επειδή βεβαίως είναι αδύνατον, να μην ξεχάσουμε και κάτι έξω από την κιβωτό, έρχεται το απαραίτητο το άγχος να μας χαλάσει τη γιορτή.
Η ελληνική κοινωνία βούτηξε από την εγκράτεια των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης στον άκρατο καταναλωτισμό, δανείστηκε και υποτάχτηκε σε έναν τρόπο ζωής, που αποθέωνε την κερδοσκοπία, απαξίωνε το εργασιακό ήθος και την ολιγάρκεια.
“Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη ούτε σύντομη. και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στα πρότερα, αλλά μετάβαση σε άλλη κατάσταση, για την οποία απαιτούνται ριζικά άλλες προσεγγίσεις και παραδοχές.” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης. Απαιτείται να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τις ανάγκες και τις αξίες· απαιτείται να κάνουμε την αναγκαία διάκριση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και ποσοτικής μεγέθυνσης, μεταξύ ευημερίας και σπατάλης, μεταξύ αυτάρκειας και απληστίας.
Ευελπιστώ ότι θα έρθει κάποια στιγμή που οι άνθρωποι θα καταλάβουν ότι πιο υπέροχο πράγμα από τον έρωτα, την αγάπη, το πάθος, τη ζωή, τις βόλτες και την δημιουργία δεν μπορεί να υπάρξει. Όλα τα υπόλοιπα, όλη η προσπάθεια του ανθρώπου να αγοράσει ένα σούπερ μάρκετ και να το χώσει σε ένα ψυγείο θα είναι μάταιη…









Για τα γραμμένα και τα άγραφα

Όλη νύχτα με βασάνιζε το παρελθόν
Το ξημέρωμα το αποκεφάλισα
Το φυλάκισα σε κλουβί προς πώληση
Περιπατητές στερημένοι περιπετειών το παζαρεύουν
Δεν το αποχωρίζομαι όσο όσο
Ανεβάζω συνεχώς το τίμημα
Σπύρος Σίγμα “Ο ήχος των λέξεων”

Και τις γιορτές με τις περασμένες τις ζούμε. Με εκείνες τις απόλυτες στιγμές που ζήσαμε. Με την αθωότητα και την αλήθεια.
Όμως: «Κι όσες σελίδες κι αν γεμίσεις,
πάντα, σ’ εκείνες τις άγραφες θα ζεις…»
Για τις άγραφες σελίδες όλη αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια. Για τις αφιερώσεις με αόρατα γράμματα στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου. Πρέπει να βάλεις φωτιά και να την κάψεις, δεν αντέχει άλλο να μένει λευκή. Πρέπει να βάλεις φωτιά, για να δεις τα σημάδια. Να δεις τα μυστικά, να δεις όλα αυτά που η εποχή μας έκλεψε. Αυτά που οι προϋπολογισμοί απαγόρευσαν να δουν το φως του ήλιου. Αυτά που κρύφτηκαν φοβούμενα, μην καταλήξουν σε ξένα χέρια. Αυτά που ενώ έχει σβήσει η φωτιά, σου καίνε τα μάτια.

Όχι δεν χρειάζονται εκπτώσεις. Η στιγμή τα θέλει όλα, για να μπορεί κάποτε να μνημονευτεί. Η μιζέρια τη σβήνει από το χάρτη.
Για τα βιβλία τα γραμμένα και τα άγραφα ο λόγος
Για τα γραμμένα...Τα ανθρώπινα ίχνη, δίνουν μια ζεστασιά, κάνουν εκείνον που πιάνει το βιβλίο στα χέρια του δεύτερος, να «γνωρίσει» κάτι από εκείνον που το έπιασε πρώτος. Είναι σαν να αγγίζονται, να συναντιούνται.
Για τα άγραφα…
Τώρα ζούμε το παρόν και ελπίζουμε ότι η επόμενη σελίδα να γραφτεί με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα…

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

Και ανήμερα της εορτής σε θέση μάχης

Ακριβώς την ίδια ημερομηνία 6 χρόνια πίσω, όταν τα μνημόνια παγίωναν το σήμερα . Σήμερα δεν έχουμε μνημόνια. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Σήμερα έχουμε φτώχεια. 2.700.000 συνταξιούχοι, 800.000 στο Δημόσιο εργαζόμενοι, 1.700.000 στον ιδιωτικό τομέα έμειναν στο 2010. Και άνεργοι πολλοί άνεργοι, που με κάποιο τρόπο πρέπει να ζήσουν. Το παρακάτω γράφτηκε για τότε και για σήμερα και όπως όλα δείχνουν και για πάντα.
Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινότητας, η επίλυση των όποιων προβλημάτων, η τακτοποίηση των όποιων εκκρεμοτήτων. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι αυτή η συμπεριφορά μας, ήταν ανάλογη και με το μέγεθος της δυσκολίας. Προσδιόριζε τη γενικότερη εικόνα ενός τόπου που μάλλον τα κουτσοκατάφερνε. Κανείς δεν μπορεί να πει, ότι πριν λίγα χρόνια η κατάσταση ήταν ρόδινη, δεν ήταν όμως τραγική.
Τα παρακάτω πριν 12 χρόνια, δεν χωρούσαν αμφισβήτηση, σήμερα φαντάζουν πολυτέλεια μιας μακρινής εποχής.
"Είθισται αυτήν την περίοδο να καταθέτουμε τα όπλα. Παραμονές Χριστουγέννων και γιορτές αγίων πολλές. Για άλλη μια χρονιά θα βρούμε τον τρόπο να ξεχάσουμε, την σκληρή πραγματικότητα, και από κεκτημένη ταχύτητα που υπαγορεύει η δύναμη των εθίμων να μεταθέσουμε το ασφαλιστικό, την ακρίβεια της ΔΕΗ τους επί πλέον φόρους, τις όποιες υποχρεώσεις για αργότερα. Μετά εορτών θα υποστούμε το δεξιό χέρι στην τσέπη μας, για να μην γράψω κάτι άλλο.
Επιλέγουμε την αμνησία και στρουθοκαμηλίζουμε, όμως: ότι συμβαίνει Χριστούγεννα κολλάει από την υπερβολή των ημερών. Το κακό γίνεται χειρότερο και το καλό καλλίτερο. Τα γεγονότα αποκτούν ιδιαίτερο βάρος και εκτυπώνονται με ανεξίτηλα χρώματα στη μνήμη, κεφαλαιοποιώντας έτσι την περασμένη περίοδο. Γίνονται σημάδια οριοθέτησης και σημεία αναφοράς του καθενός μας.
Όμως, επιθυμούμε να μην κουνήσουμε τα νερά, «άσε μετά τις γιορτές» λέμε και μεταθέτουμε γεγονότα, για να μη τα φορτίσουμε με το πνεύμα των ημερών.
Και αυτό είναι το μεγάλο λάθος.
Για να πλατσουρίσουμε μέσα στα ήρεμα νερά χάνουμε στιγμές σημαντικές.
Καλύτερα να μεταθέταμε τις γιορτές παρά τη σκληρή πραγματικότητα που μας περιμένει στην γωνία".
Σήμερα που πλέον δεν μας περιμένει, αλλά μας δείχνει το απεχθές της πρόσωπο, δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλάμε χρόνο. Δεν έχουμε την ακρίβεια της ΔΕΗ αλλά το σκοτάδι, δεν έχουμε το ασφαλιστικό, άλλα την ανασφάλεια, δεν έχουμε την δυσκολία της δουλειάς, αλλά την ανεργία, δεν έχουμε τους επιπλέον φόρους, άλλα την εξόντωση των φορολογουμένων. Κάθε ώρα κάθε μέρα,και ανήμερα της εορτής στη μάχη, της επιβίωσης απέναντι σ’ αυτήν την λαίλαπα των αγορών που απειλεί να μας αφανίσει.

Όχι ψιχάλες Καταιγίδα


Πάλι από την αρχή. Και είναι η αφετηρία που μηδενίζει το κοντέρ. Που αντισταθμίζει το βάρος του χρόνου, που σε λίγες μέρες περνάει στο παρελθόν. Από την αρχή, με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι.
Μια εικόνα λένε είναι χίλιες λέξεις και οι παρακάτω 13 λέξεις του Σπύρου Σίγμα, από την συλλογή “Ο Ήχος των Λέξεων” πόσες χιλιάδες εικόνες είναι;

Περιμένω τη βροχή
Να ξεπλύνει
τις αμφιβολίες μου για σένα
Όχι ψιχάλες
Καταιγίδα


Με απασχολεί έντονα τελευταία. Δεν γράφω αυτά που θέλω. Μια ελάχιστη αλήθεια βλέπει το φως και γίνεται άλλοθι για εκείνα που σκεπάζονται επιμελώς από σιωπή. Ένα μικρό μέρος εξομολόγησης, τεχνηέντως διατυπωμένο, ώστε να βγάζει την επιθυμητή εικόνα. Η καθημερινή μάχη με τον εγωισμό μου, δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμα και τις μέρες που φαίνεται τσακισμένος, σκοπιμότητες εξυπηρετεί.
Πολλές φορές υπάρχει έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού, για να ενισχύσει πρωτίστως την αμυντική λειτουργία. Παίρνουμε την ευθύνη να τα ψάλουμε στον εαυτό μας, υπερβολικά τις περισσότερες φορές, για να μη δώσουμε σε καμία περίπτωση το δικαίωμα να μας κρίνει κάποιος άλλος. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη τη μεγάλη για να αποφύγουμε και την πιο μικρή.
Υπάρχουν στιγμές δύναμης ή αδυναμίας, που πετάγονται κάποιες λέξεις προς τα έξω, μεταφέροντας μέσα μου αέρα ελευθέριας. Τις περισσότερες φορές αποσπασματικά και σε χρόνους ανώδυνους.
Όχι δεν φταίει ο καιρός, «που όλο σκέφτεται να βρέξει», κατάλοιπα μιας γενιάς που ανεμίζει τα λάβαρα του παρελθόντος, πνιγμένη στην ανασφάλεια και στον εγωισμό είναι η αιτία.

Και αύριο θα υπάρχουμε

Τελευταίες μέρες του χρόνου που φεύγει, χωρίς δυστυχώς να μας απελευθερώνει. Οι χρόνοι είναι κάθετες γραμμές που περικλείουν ότι θυμόμαστε κ...