Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα τι γεννηθεί;

Πάλι από την αρχή. Και είναι η αφετηρία που μηδενίζει το κοντέρ. Που αντισταθμίζει το βάρος του χρόνου, που σε λίγες μέρες περνάει στο παρελθόν. Από την αρχή, με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι.
Παράδοση του παλαιού στο νέο. Τι παραδίδεται και τι παραλαμβάνεται; Η απάντηση βρίσκεται στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Σε ευχές και φράσεις που δεν έχουν καμία σημασία, σε αριθμούς που έπονται από το σημείο της αφαίρεσης. Σε ακόμα ένα ανακάτεμα της τράπουλας, που πατάει στη σιγουριά του φακίρη. Όλα τα φύλλα της, είναι ίδια. Χριστούγεννα! Τι να γεννηθεί μετά από μια τέτοια χρονιά, που μας έκλεψε και μας υποθήκευσε το μέλλον;
Αυτά γενικά. Ειδικά. Ένα παλαιότερο με λίγα χρόνια επιπλέον στην πλάτη του να το καθιστούν ακόμα πιο επίκαιρο.


Τελειώνει ο χρόνος και μας τελειώνει. Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες , με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα, σχεδόν το ακινητοποιούν. Δεν περνάει με τίποτα. Είναι και η βροχή… Και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από πολλά μαζεμένα μιας ζωής, που την κυνηγούν οι μήνες. Βγήκα στη ταράτσα του σπιτιού μου, που δεν τη στολίζουν πολύχρωμα λαμπιόνια των ημερών. Απέναντι φωτισμένα μπαλκόνια με χαρούμενη μουσική απ’ τα κινεζικά φωτάκια που τραγουδούν χαζά, χριστουγεννιάτικους ρυθμούς της κατανάλωσης. Γελάω με την εικόνα, για να μην αφήσω τη ζήλια να εκδηλώσει καμία αξίωση. «Θέλω να μείνω μόνος». Επακόλουθο, μιας αμυντικής λειτουργίας, με τον εγωισμό να θριαμβεύει. Τη μάχη απέναντι σε όλους τους άλλους, που μου φταίνε, πάντα με ένα πικρό παράπονο την κερδίζω, όπλο δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Η όποια φωνή αυτοκριτικής, που επιχειρεί να ψελλίσει κάτι, πνίγεται εν τη γενέσει της.
Μόνο του ήρθε το παράπονο. Ακάλεστο. Για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μου. Ήρθε για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος.
Δεν έχει σημασία πως, δυνατός ή ηττημένος, πικραμένος ή χαρούμενος. Σημασία έχει ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά, κατάφερα να μείνω μόνος εδώ στο κέντρο της ταράτσα μου, στο κέντρο του κόσμου.
Από εδώ στριφογυρίζοντας, γύρω από τον άξονα μου, αρχίζω να κτίζω τον τοίχο προστασίας μου. Κάθε πέτρα και παράπονο και πάντα μπροστά ένα «Εγώ», όπως αυτό του Καζαντζίδη: Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος μου `γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος.
Και συνεχίζει το παράπονο να γκαζώνει, να τα σκεπάζει όλα σαν δέκα μέτρα χιόνι. «Θέλω να μείνω μόνος», ούτε λαμπιόνια, ούτε αστέρια, ούτε Χριστούγεννα. Τι να γεννηθεί από έναν;



Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

“το φάντασμα της πόλης…”

Τα Μεγάλα διαστήματα της ζωής μας, περπατάμε απροβλημάτιστα σε μια πορεία ρουτίνας, μέχρι κάποιος δυνατός κρότος να μας ξυπνήσει και να βλαστημήσουμε. Ε! φτάνει πια, δεν μπορούμε να τους αφήσουμε άλλο να παίζουν με τη ζωή μας. Το κακό είναι, ότι στα πρώτα κιόλας βήματα, ο θυμός εξατμίζεται και επιστρέφουμε στη διαδρομή της ευκολίας.

Αυτοί οι δύο δρόμοι που διχάζουν, εξασφαλίζουν το απαραίτητο χρόνο σε όλους αυτούς που κάνουν σήμερα παιγνίδι. Της πουτάνας της ευκολίας και της άμυνας, για επίθεση δεν μπορεί να γίνεται λόγος.
Αισθάνομαι πως αν δεν ανακεφαλαιώνουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα μας πάρει και θα μας σηκώσει η
οσία απάθεια. Τι άλλο περιμένουμε να μας συμβεί;
Ανακεφαλαιώνω κάθε τόσο γιατί η απάθεια είναι κολλητική. Τα ξαναγράφω για να τα διαβάζω, φωναχτά,
για να πετάγομαι εκείνη την κατάλληλη στιγμή που θέλει να με πάρει ο ύπνος.
Με προσδιορισμένο ημερολογιακά το χρόνο, μας απομένει να προσδιορίσουμε τον τόπο, αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
Ανασύρω από το διαδίκτυο “το φάντασμα της πόλης…”
Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα:
σαν το δέντρο, που τ` απάνθισε η θύελλα,
σαν το λιμάνι χωρίς βραχίονες,
σαν τη στάση χωρίς στέγαστρο,
ανασκαλεύει τη μνήμη μας και ξεθάβει ανόσιες μορφές.
μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της.
Τούτη η πόλη σκοτεινούς μας χρειάζεται:
με τα τζάμια μας θολά, να σκουπίζονται διαρκώς
από κουρντισμένους υαλοκαθαριστήρες
υγρούς: με τα μάτια μας να βουρκώνουνε,
μόνο σε πένθιμες κραυγές,
απλανείς μας θωρρεί, με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.
Απλοϊκούς μας αναζητά στις μορφές,
που γλοιώδικα κινούνται σε δίχως παλμό συλλαλητήρια.
Αδειανούς κι άγνωμους μας ζωγραφίζει,
με τα φύλλα μας να σκορπίζονται στα δελτία θυέλλης της,
με τη μιλιά μας να ξεφτίζει σε αντίλαλους,
με τη πνοή μας να κρυσταλλώνει από φόβο,
με τα μίση μας να σαπίζουν σαν αίμα παλιό.
Αθόρυβα ζούμε, σε μία άκαιρη πόλη,
κι είμαστε αθάνατοι, για να σέρνουμε,
παντού την κατάρα της...”
Θα προτιμούσα να ήταν άδεια . Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία…


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ζωντανοί ή πεθαμένοι δεν έχει και μεγάλη διάφορα

Αυτές οι λογικές της “αγοράς” , που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική αγορά και την πραγματική οικονομία, αλλά με τα συμφέροντα μια παγκόσμιας ολιγαρχίας, μας οδήγησαν στην καταστροφή. Το χρήμα, που πήρε τη θέση του θεού και της ψυχής μας. Το χρήμα όλο και πιο πολύ, για να ανασαίνουμε όλο και πιο λίγο. Αυτός ο νέος θεός, έβαλε μπρος για να καταστρέψει τον πλανήτη.
Τις ευκολίες που απαιτήσαμε, θα τις πληρώσουμε ακριβά. Καταφεύγουμε στην ανακύκλωση, κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό μας. Δεν αφήνουμε πλέον τα πράγματα να γεράσουν, τα συνθλίβουμε, τα κομποστοποιούμε. Σβήνουμε τα σημάδια της εποχής μας, παραδίδοντας λευκές κόλλες αναφοράς στην ιστορία.
Πράγματι είναι πιο εύκολα όλα, πιο εύπεπτα. Το σύνθημα, όλο και περισσότεροι στην κατανάλωση, όλο και λιγότεροι στην δημιουργία υπερισχύει. Το κακό είναι ότι από τη μια συμμετέχουμε στην κατανάλωση, και από την άλλη θρηνούμε τη φύση.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν έχει σχέση με τους προηγουμένους που περιγράφει η ιστορία, αυτός θα μας αφανίσει και κανείς δεν θα το μάθει. Δεν έχει ομαδικές εκτελέσεις, κρεματόρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτά δειγματοληπτικά, για περιοχές που δεν βλέπουν τηλεόραση. Έχει εκατομμύρια αυτοκίνητα, προϊόντα μιας χρήσης, δημοσκοπήσεις, διαφημίσεις, μπαζωμένα ρέματα, οικοπεδοποιήσεις, δασικών εκστάσεων, χρηματιστήρια, πιστωτικές κάρτες, δάνεια θηλιές που πνίγουν. Έχει λιωμένους πάγους, φαινόμενα θερμοκηπίου τρύπα του όζοντος. Μην ξεχάσω τα κλιματιστικά και τα κινητά.
Το τέλος του πολέμου θα μας βρει στο καναπέ, απέναντι από την μικρή οθόνη. Ζωντανοί ή πεθαμένοι δεν έχει και μεγάλη διάφορα.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Η πολιτική βρωμίζει τη γλώσσα

Είναι μαλάκες ... όσοι χαρακτηρίζουν το Φιντέλ Κάστρο Δικτάτορα”, είπε σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του Alpha ο Κώστας Ζουράρις, ενώ όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τη θέση του αυτή, απάντησε μόνο με μια λέξη: “βαριέμαι”. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις εκτός από μονολεκτικές απαντήσεις, μόνο η σιωπή μπορεί να σε προφυλάξει από τα χειρότερα.
Τα παραπάνω δεν έχουν σχέση με τα παρακάτω. Απλά περιγράφουν την διάθεση, για ό,τι εν συνεχεία γράφτηκε.
Μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω… Και τι να πω; Πόσες φορές πια, να τα πω και να τα γράψω. Ξεκινάω καλοπροαίρετα, χωρίς υποψίες και σχεδόν πάντα συναντάω μικρές νοθείες. Ψέματα καλυπτόμενα με αλλά ψέματα, και πορείες χωρίς κανένα προσανατολισμό. Το χειρότερο; Δεν ξέρουν τι θέλουν Δεν έχουν όνειρα δεν έχουν σχέδιο, δεν έχουν συναίσθημα. Μια συνήθεια ακολουθούν. Τους είπαν ότι είναι σπουδαίο πράγμα η εξουσία και αυτοί γαντζώθηκαν, για να καλύψουν τις αδυναμίες τους, να σκεπάσουν τα κόμπλεξ τους και την ανεπάρκειά τους.Τίποτα δεν μου προκαλεί τόση αηδία όση οι λέξεις της κοινωνικής ηθικής, από μόνη της η λέξη πρέπει είναι για μένα δυσάρεστη, οι όροι όπως “καθήκον του πολίτη”, “αλληλεγγύη” “ανθρωπιστικός” και άλλοι της ίδιας εμβέλειας με αηδιάζουν σαν ήταν βρωμιές που μου πέταξαν πάνω μου, από κάποιο παράθυρο. Νοιώθω προσβεβλημένος στην ιδέα ότι κατά τύχη αυτές οι εκφράσεις μπορεί να με αφορούν, ότι μπορεί να αναγνωρίζω πως έχουν όχι κάποια αξία, αλλά κάποιο νόημα”. Δεν θα ανησυχούσε ο Πεσσόα αν όλους, αυτούς τους όρους, δεν τους είχε ξεφτιλίσει η πολιτική και κατ’ επέκταση η εξουσία. Ευτυχώς η γλώσσα δεν μένει στάσιμη και θα βρει τις αντίστοιχες λέξεις που θα τις αντικαταστήσουν.
Αν υπήρχε νεκροταφείο λέξεων εκεί θα έθαβα όλες αυτές τις πεθαμένες λέξεις, γιατί τι άλλο μπορεί να είναι μια λέξη, που απώλεσε το νόημα της;
Τώρα που το σκέφτομαι έχω πολλές να θάψω “εθνικοσοσιαλισμός”, “Χρυσή Αυγή” “φιλελευθερισμός”, “εκσυγχρονισμός”, μετά την διακυβέρνηση Σημίτη, “Νεοφιλελευθερισμός”, “Ριζοσπαστική Αριστερά”, η τελευταία μετά την διακυβέρνηση Τσίπρα.
Δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη που να έχει χρησιμοποιηθεί στην πολιτική και να μην έχει βρομίσει.
Για να επανέλθουμε: τους είπαν ότι είναι σπουδαίο πράγμα η εξουσία και αυτοί γαντζώθηκαν, για να καλύψουν τις αδυναμίες τους, να σκεπάσουν τα κόμπλεξ τους και την ανεπάρκεια τους. Πώς να χαράξεις πορεία με τέτοιους καπετάνιους…

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Μεταθέτουμε τους προορισμούς για να συνεχιστεί το ταξίδι

Παραμονές Χριστουγέννων και γιορτές αγίων πολλές. Για άλλη μια χρονιά θα βρούμε τον τρόπο να ξεχάσουμε, τη σκληρή πραγματικότητα, και από κεκτημένη ταχύτητα που υπαγορεύει η δύναμη των εθίμων, έστω και με τα ψέματα , έστω και με παραμύθια να μεταθέσουμε τις δυσκολίες για μετά. Επιλέγουμε την αμνησία και στρουθοκαμηλίζουμε, όμως: ότι συμβαίνει Χριστούγεννα κολλάει από την υπερβολή των ημερών. Το κακό γίνεται χειρότερο και το καλό καλλίτερο. Τα γεγονότα αποκτούν ιδιαίτερο βάρος και εκτυπώνονται με ανεξίτηλα χρώματα στη μνήμη, κεφαλαιοποιώντας έτσι την περασμένη περίοδο. Γίνονται σημάδια οριοθέτησης και σημεία αναφοράς του καθενός μας.
Όμως, επιθυμούμε να μην κουνήσουμε τα νερά, “άσε μετά τις γιορτές” λέμε και μεταθέτουμε γεγονότα, για να μη τα φορτίσουμε με το πνεύμα των ημερών.
"Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι" λέει ένα τραγούδι και άμα σταματήσεις χάθηκες. Έτσι είναι αγαπητή μου φίλη που το σχολιάζεις. “Το σκοτάδι παραμονεύει. Μεταθέτεις συνέχεια τους προορισμούς για να συνεχίζεται το ταξίδι, για να κινείτε η ζωή, να έχει φόρα η καρδιά και καύσιμα το μυαλό. Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι, για όσους σκαλίζουν ακόμα στον πηλό καράβια και χελιδόνια, για εκείνους που τρέχουν αενάως κυνηγημένοι και κυνηγοί ταυτόχρονα. Του χρόνου, που αμείλικτος μαζεύει τις ζωές μας οι οποίες κρέμονται από τα δέντρα.
Εμείς που συνηθίσαμε να ξεκουραζόμαστε στην σκιά ενός Ονείρου, θα συνεχίσουμε. Και αλήθεια σας λέω δεν πρόκειται να νοιώσουμε χειρότερα…”
Γιατί να γιορτάσουμε θα μου πείτε; Ας είναι καλά το ψεύδος του παραμυθιού, που το κουβαλάμε από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες. Αυτό το ψευδός μας στήριξε και μας στηρίζει ακόμα.




Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...