“το φάντασμα της πόλης…”

Τα Μεγάλα διαστήματα της ζωής μας, περπατάμε απροβλημάτιστα σε μια πορεία ρουτίνας, μέχρι κάποιος δυνατός κρότος να μας ξυπνήσει και να βλαστημήσουμε. Ε! φτάνει πια, δεν μπορούμε να τους αφήσουμε άλλο να παίζουν με τη ζωή μας. Το κακό είναι, ότι στα πρώτα κιόλας βήματα, ο θυμός εξατμίζεται και επιστρέφουμε στη διαδρομή της ευκολίας.

Αυτοί οι δύο δρόμοι που διχάζουν, εξασφαλίζουν το απαραίτητο χρόνο σε όλους αυτούς που κάνουν σήμερα παιγνίδι. Της πουτάνας της ευκολίας και της άμυνας, για επίθεση δεν μπορεί να γίνεται λόγος.
Αισθάνομαι πως αν δεν ανακεφαλαιώνουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα μας πάρει και θα μας σηκώσει η
οσία απάθεια. Τι άλλο περιμένουμε να μας συμβεί;
Ανακεφαλαιώνω κάθε τόσο γιατί η απάθεια είναι κολλητική. Τα ξαναγράφω για να τα διαβάζω, φωναχτά,
για να πετάγομαι εκείνη την κατάλληλη στιγμή που θέλει να με πάρει ο ύπνος.
Με προσδιορισμένο ημερολογιακά το χρόνο, μας απομένει να προσδιορίσουμε τον τόπο, αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
Ανασύρω από το διαδίκτυο “το φάντασμα της πόλης…”
Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα:
σαν το δέντρο, που τ` απάνθισε η θύελλα,
σαν το λιμάνι χωρίς βραχίονες,
σαν τη στάση χωρίς στέγαστρο,
ανασκαλεύει τη μνήμη μας και ξεθάβει ανόσιες μορφές.
μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της.
Τούτη η πόλη σκοτεινούς μας χρειάζεται:
με τα τζάμια μας θολά, να σκουπίζονται διαρκώς
από κουρντισμένους υαλοκαθαριστήρες
υγρούς: με τα μάτια μας να βουρκώνουνε,
μόνο σε πένθιμες κραυγές,
απλανείς μας θωρρεί, με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.
Απλοϊκούς μας αναζητά στις μορφές,
που γλοιώδικα κινούνται σε δίχως παλμό συλλαλητήρια.
Αδειανούς κι άγνωμους μας ζωγραφίζει,
με τα φύλλα μας να σκορπίζονται στα δελτία θυέλλης της,
με τη μιλιά μας να ξεφτίζει σε αντίλαλους,
με τη πνοή μας να κρυσταλλώνει από φόβο,
με τα μίση μας να σαπίζουν σαν αίμα παλιό.
Αθόρυβα ζούμε, σε μία άκαιρη πόλη,
κι είμαστε αθάνατοι, για να σέρνουμε,
παντού την κατάρα της...”
Θα προτιμούσα να ήταν άδεια . Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;