Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Τι περιμένει…




 Να συνεχίσουμε με τις αναμονές και τις αναβολές. Αυτοί που περιμέναμε δεν ήρθαν και δεν πρόκειται να έρθουν.  Η γενιά των σαραντάρηδων σήμερα  -   για την οποία θα ασχοληθούμε εκτενώς σε άλλα κείμενα -   δεν ωρίμασε και από ότι φαίνεται δεν θα ωριμάσει ποτέ. Καμένη εντελώς,  από μια εχθρική συγκυρία, σχολιάζει  την επικαιρότητα και περιμένει. Τι περιμένει…;
 Το χειρότερο αυτή την περίοδο,   που θα έπρεπε να αποτελεί την εμπροσθοφυλακή, δεν την βλέπουμε ούτε στα μετόπισθεν.    
Δεν ξέρω τι περιμένουν, γιατί κρύβονται  από την πραγματικότητα, σε ποιον εναποθέτουν   την ευθύνη. Συμπεριφέροντε   λες και στην θέση τους,   θα χάσει άλλος.
Δεν γίνονται αυτά. Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν, απλώς θα μετράμε ήττες.

Δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια για να δούμε την εικόνα που θα ακολουθήσει.
δυστυχώς εκτός από τις καθημερινές παραχωρήσεις των κεκτημένων, παραχωρούν και μέρος της ψυχής και του μυαλού τους,  δεν υπάρχει διαφορετική εξήγηση απέναντι σ’ αυτήν την απάθεια.
Ας φύγουμε όμως από το συλλογικό, που με ευκολία ακυρώνει την  ευθύνη   και  ας ρίξουμε το βλέμμα στο Ένα, εκεί που με μια απλή πρόσθεση, έχουμε αυτήν την εικόνα του δήθεν, του τίποτα, τελικά.  Αν ελπίζουμε  ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν, προς ζούγκλα μεριά, κατευθυνόμαστε. Αυτή τη γενιά, με όλες τις δικαιολογίες στα χρόνια που μεγάλωσε, έμαθε να σκάφτεται, περισσότερο καπιταλιστικά,  δηλαδή ατομικά και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Η αναβολή δε δίνει ζωή.

Η απάντηση στο χθεσινό,   από αναγνώστρια του εδώ και τώρα,  που δεν αντέχει,  όμως γράφει στις αναβολές,  και υποφέρει στις αναμονές.

Η αναμονή δεν είναι ζωή, ούτε για τον έναν ταλαίπωρο εαυτό μας, ούτε για τον πολυτραυματία, που είναι χώρα μας.  Είναι άραγε η αναβολή γονίδιο εθνικό που συνοδεύεται από μια διαρκή αναμονή για ένα θαύμα; Έξωθεν πάντοτε αναμένονται οι λύσεις σε επίπεδο συλλογικό, πάντοτε φταίνε οι άλλοι σε επίπεδο προσωπικό. Γιατί σ’ αυτή τη χώρα δεν πιάνουμε τον ταύρο απ’ τα κέρατα; Γιατί ποτέ δεν τον πιάσαμε;
Από τον Πελλοπονησιακό ως τον εμφύλιο αλληλο - υποσκαπτόμαστε σαν να μην υπάρχει όραμα συλλογικό, παρά μόνον όνειρο προσωπικό για μια καρέκλα, μια φήμη, μια ζωή δοξασμένη. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που μένουν δεμένα τα καράβια, που τίποτα δεν πάει μπροστά: η αέναη αναζήτηση του προσωπικού δαφνοστεφανώματος, του βροντερού Εγώ είμαι Ο.
Κι ύστερα, από την ψηλή καρέκλα που ανέβηκε το εγώ, επιρρίπτει μονίμως ευθύνες αλλού για το τι έφταιξε. Φυσικά όλα και όλοι μπορούν να φταίνε αλλά όχι το σπουδαίο Εγώ. Από αυτά τα παραφουσκωμένα, παραψηλωμένα, καλοθρεμμένα πολιτικά εγώ, περιμένει ο λαός τη λύση, θυσιάζοντας την αξιοπρέπεια του. Αλλά είναι γνωστό,  η λύση δεν υπάρχει, και οι γόρδιοι δεσμοί δε λύνονται, κόβονται.
Ή το κόβουμε ή κοβόμαστε απ’ το δικαίωμα στην προσδοκία. Η λέξη προσδοκία χρησιμοποιείται αντί της λέξης ελπίδα, η οποία ταιριάζει περισσότερο σε απελπισμένους παρά σε αναζητούντες λύση. Το κόψιμο μπορεί να γίνει από τους αρκετούς εκείνους που έχουν την πνευματική επάρκεια να το πραγματοποιήσουν. Μόνο που αυτοί  συνεχώς αναβάλλουν την ενασχόληση τους με τα κοινά.
Ζουν ανάμεσα μας και γνωρίζουν τι απαιτεί η περίσταση. Ξέρουν και ότι λείπει εκείνη η χαμένη πρωτοπορία που θα τους ενώσει για να σπάσουν τους δεσμούς με τα γονίδια και τις πολυκαιρισμένες πρακτικές. Κι αφού η εθνική μας αυτοκριτική έχει γίνει αναγκαστικά, ας γίνει και η προσωπική, η οποία είναι εξίσου σημαντική για τη μείωση του Εγώ που κάνει εκπτώσεις στα συλλογικά οράματα. Ας αρχίσει τώρα μια κίνηση από αυτούς που όλοι περιμένουμε. Ας μην αφήσουν άλλο χρόνο στο γκρίζο σήμερα να ροκανίζει το μεγάλο ευήλιο αύριο που όλοι κρυφά ονειρευόμαστε.  

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η αναμονή δεν είναι ζωή





Το παράπονο, δεν είναι για εκείνο ή το άλλο. Είναι μια στιγμή συσσώρευσης, για όλα.  Απροσδιόριστες και  με μπόλικη δόση ασάφειας οι αιτίες, το αποτέλεσμα όμως   εκείνου του χρόνου της σιωπής, δίκαιο!  Στην άμυνα απαλλαγμένος από σκοπιμότητες περιμένεις. Πόσο όμως να περιμένεις; Η αναμονή δεν είναι ζωή.
Αυτά που λέγαμε και γράφαμε, τα προηγούμενα χρόνια, φαίνονται μιας άλλης μακρινής εποχής. Τι να γράψουμε σήμερα; Αυτό που βιώνουν οι έλληνες  μόνο σε κατάλευκες κόλλες, χωρίς τη βοήθεια βιβλιογραφίας και με νεαρές λέξεις, αθώες και απείραχτες από τη φθορά της χρήσης, θα πρέπει να ερμηνευθεί.
Προσπαθώντας να υπερασπίσω την ύπαρξη μου γράφω, με την αιώνια ψευδαίσθηση, ότι κλείνω πληγές. Ακόμα και έτσι να είναι, λίγο πριν τον επίλογο ανοίγει η άλλη. Πολυτραυματίας ετούτη η χώρα, και το αποτέλεσμα, πάντα μια τρύπα στο νερό. Ζούμε μια επανάληψη, απ’ αυτές που μας οδηγούν στις γνωστές θυσίες, χωρίς αντίκρισμα. Και η Θεά Άρτεμις είναι μακριά ,για να μας αντικαταστήσει με το ιερό ελάφι.
Να την κάνουμε την θυσία, δεν λέω, άλλωστε δεν είναι και προαιρετικό. Η άπνοια πάντως θα παραμείνει και ο ζητούμενος ούριος άνεμος για τις καλλίτερες μέρες των υποσχέσεων, θα κρατήσει δεμένα τα πλοία στα λιμάνια. Όσες θυσίες και να κάνουμε δεν πρόκειται να πάμε ούτε μίλι μπροστά. Αυτή η χώρα από τότε που έν χορω τραγουδούσαμε ήτανε ένα μικρό καράβι που ήταν α α αταξίδευτο… Εκεί έμεινε μικρό και αταξίδευτο.
Οι διαμαρτυρίες των αναγνωστών για τα απαισιόδοξα της στήλης πληθαίνουν. Για ακόμη μια φορά να δηλώσω: κατά βάθος είμαι αισιόδοξος. Η απαισιοδοξία καταγράφει την καθημερινότητα, την πεζή πραγματικότητα, υπολείπεται του Ονείρου, που παραμένει ζωντανό. Και στα όνειρα οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν μαζί με άλλους, που συνεργάζονται, που αλληλοϋποστηρίζονται. Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.
Η αναμονή δεν είναι ζωή, γι’ αυτό ας  βιαστούμε να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Δεύτερη ζωή δεν έχει




Άντε τώρα να εξηγήσεις,   εκείνα τα  μπερδεμένα λόγια που προηγήθηκαν,  σε αναγνώστες που δεν τους αφορούν.  Δεν σας κρύβω,  ότι κι εγώ σε άλλο χρόνο δυσκολεύομαι να τα καταλάβω.
Είναι  όπως οι στιγμές , που δεν μπορούμε να ξαναζήσουμε  και επομένως  υπάρχουν και λόγια που δεν  μπορούμε να ξαναγράψουμε. Mόνο να αντιγράψουμε.
Από (τα ρω του έρωτα του Οδυσσέα Ελύτη),  το παράπονο του.

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα.

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ.
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά,
πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

Κάπου εκεί   σε προχωρημένο  φθινόπωρο  με πιάνει, εκεί  που δεν υπάρχουν διλλήματα για τον ερχομό του χειμώνα. Τα υπαρξιακά ζητήματα  αναδύονται με περισσότερη ένταση αυτήν την εποχή. Και επειδή  δεύτερη ζωή δεν έχει…
Είναι τα μείον των απολογισμών, η αδυναμία των προϋπολογισμών, τα χρόνια που βαραίνουν και δεν αφήνουν περιθώρια για επενδύσεις.
 Το «ότι φάμε και ότι πιούμε», δεν μπορούμε δυστυχώς να το πούμε όλοι, οπότε, θα το ρίξουμε στα παραμύθια, αυτά που μας μεγάλωσαν όπως τα μάθαμε, και αυτά που μας κρατάνε ζωντανούς όπως θέλουμε πλέον εμείς να τα λέμε. Άλλωστε εκείνο το παράπονο, τα παιδιά και τους μεγάλους επισκέπτεται. Το στάδιο των πολλών απαιτήσεων, το έχουμε περάσει προ πολλού. Ούτε δόξα ούτε χρήμα. Πολύ λίγα είναι αυτά που ζητάμε σήμερα, γι' αυτό και το παράπονο. Όσον αφορά τα παραμύθια, εκεί είμαστε εκτός συναγωνισμού, το  ξέρουμε καλά το μάθημα μας… Για να έχει το παιχνίδι ενδιαφέρον, χρειάζεται πάθος και δύναμη, τα ελάχιστα τα γίνονται μεγάλα, ώστε να αποκτούν οι λεπτομέρειες ανάλογο ενδιαφέρον με τα γεγονότα και σε πολλές περιπτώσεις να τα ξεπερνούν. Το παράπονο εκείνης της στιγμής που ξεφούσκωσε και αυτό με τη σειρά του   και μας άφησα εκεί στου δρόμου τα μισά, ήταν  παιδί  κάποιας αγνοημένης λεπτομέρειας, αν δεν με γελάει η μνήμη μου. 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Άλλο παράπονο


Καμία σχέση με το χθεσινό.  Άλλο παράπονο. Και αυτό δεν είναι της στιγμής.  Είναι, το γενικότερο ατομικό, που ρωτάει το συλλογικό,  μόνο που το συλλογικό δεν υπάρχει, και το παράπονο θα μείνει στη μέση απροσδιόριστο,    να χαλάει την διάθεση στην κάθε ευαίσθητη ψυχή.  Για αυτό το άλλο παράπονο, υπάρχει λόγος σοβαρός, μόνο που δεν μπορούμε  να τον αναζητήσουμε, ούτε στο άτομο ούτε στο σύνολο.  Που;   Σε εκείνες τις χαμένες πρωτοπορίες!  
Τα πρώτα κάστανα γυαλίζουν πεσμένα στη Σπιανάδα δίπλα από παγκάκια- αντίκες νοσταλγίας και βρώμικους πλαστικούς κάδους. Η πόλη φορά πάλι τα κίτρινα και τα καφετιά, τα φθινοπωρινά της, όπως κάθε πόλη τέτοια εποχή. Το ίδιο κάνει και η Νέα Υόρκη, το Τόκυο, η Λάρισα, το Ρέθυμνο, κάθε φθινόπωρο. Χώμα, νερό, αέρας. Ζωή. Άνθρωποι. Κάτοικοι. Κάτοικοι πόλεων.
Κάτοικοι στην Κέρκυρα, 2 του Οκτώβρη του ’12. Έτσι όπως την ξεπλένουν τα πρωτοβρόχια και ο φθινοπωρινός αέρας την καθαρίζει, έτσι καθαρίζει και το μυαλό και βλέπει όσα κάνει πως δε βλέπει όλο το χρόνο. Και βγαίνει ένα παράπονο μεγάλο, όχι  προσωπικό αλλά συλλογικό,  για τους ανθρώπους, για τους κατοίκους αυτής της μικρής πόλης που χρόνια τώρα αρνούνται να ενωθούν για το καλό.
Για τους κατοίκους που δε χρησιμοποιούν την εμπειρία και τη γνώση, τοπική ή έξωθεν για τη βελτίωση της πόλης. Για τους κατοίκους που δεν τη θεωρούν σπίτι τους. Που την αφήνουν στην τύχη της. Που δεν αξιοποιούν τεχνολογίες, γνωριμίες, διαβάσματα και προγράμματα για την εξέλιξη της. Που συμβιβάζονται. Με τι συμβιβάζονται, είναι ζήτημα για άλλη συζήτηση, μεγάλη.  Σήμερα βγήκε το παράπονο και ρωτάει αθώα:  «γιατί δε συνεργάζονται;»
Τους ξέρω, είναι εδώ. Είναι γνώστες της ιστορίας, με πολιτική συνείδηση και θέση. Είναι φίλοι της τέχνης, εραστές της καλαισθησίας, φορείς του πολιτισμού.  Ζουν στην πόλη, εργάζονται, μελετούν, γράφουν, δημιουργούν, μεγαλώνουν παιδιά, εξελίσσονται. Γιατί δε συνεργάζονται για να εξελίξουν την πόλη;
Ποια κατάρα σ’ αυτό το νησί οδηγεί τις δυνάμεις του καλού να διαγράφουν πορείες παράλληλες και ποτέ να μη συναντιούνται σ’ ένα δρόμο κοινό για την ωφέλεια της πόλης;
Αυτό το παράπονο θα σκεπάζει την πόλη, τους κατοίκους και τους επισκέπτες της. Μ’ αυτό τον παράπονο θα την κοιτούν όσοι την αγάπησαν, όσοι την έζησαν, τη ζουν και όσοι ξένοι τη θαυμάζουν. Με το παράπονο που κοιτάς ένα μεγάλης αξίας κόσμημα παλιό, θαμπό, οξειδωμένο και αδυνατείς να βρεις  τη μέθοδο και το μάστορα για να το γυαλίσεις. Στενοχωριέσαι αλλά δεν ενεργείς.
Έτσι, αδρανείς και παραπονεμένοι,  εμείς, θύτες και θύματα, ως πότε  θα μένουμε;

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...