Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία

Τελικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που γίνονται κάθε μέρα στην τηλεόραση απ’ ότι στην πραγματικότητα. Όλα τα προβλήματα μικρά ή μεγάλα που μας απασχολούν, στο γυαλί αποκτούν μια άλλη διάσταση. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται ακραία και απειλούν με βιβλικές καταστροφές, η δραματοποίηση της πραγματικότητας δεν ακολουθεί τους δημοσιογραφικούς κανόνες, για το καλύτερο αποτέλεσμα επιστρατεύονται σκηνοθέτες του κινηματογράφου.
Οι πολιτικοί βγάζουν μεροκάματο στα τηλεοπτικά παράθυρα και αποτελούν πλέον μέρος του παιγνιδιού, βλέπω τόσες φορές κάποια πρόσωπα, που νομίζω που έπιασαν δουλειά στο κανάλι…
«Παρουσιαστές αναλυτές, καλεσμένοι, εν ταχεία εξελίξει τηλεοπτικοί εθνοσωτήρες όλοι, κάτοχοι της απολύτου αληθείας και της απολύτου σωτηρίας, βρίσκουν καθημερινά τρόπο να περάσουν στην τηλεόραση τους μεγαλύτερους ή μικρότερους φασισμούς τους, εκφραστές υποτίθεται ενός λαού από τον οποίον κάνουν ότι μπορούν για να ξεχωρίσουν. Γιατί φασισμός τι είναι; φασισμός κατ’ αρχήν είναι να βγαίνεις και να κολακεύεις ως περιούσιος αυτούς που στην πραγματικότητα και με την πρώτη ευκαιρία περιφρονείς. Να ανεμίζεις φιλολαϊκές σημαίες απλώνοντας το φαρδύ πισινό σου πάνω σε μια παχιά στρώση εκατομμυρίων...»
Τ
ο εντός εισαγωγικών, απόσπασμα από ένα παλαιότερο άρθρο της κ. Αποστολοπούλου για τον φασισμό της τηλεόρασης.
Θα συνεχίσουμε με την τηλεόραση, εμείς που ακόμα δεν έχουμε εθιστεί και είναι οι φωνές μας λίγες. Θα συνεχίσουμε να επαναλαμβάνουμε τα παλιά. Όσο το πρόβλημα παραμένει, παραμένουν επίκαιρα. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα, η εικονική. Η λογική, του ότι αξίζει φαίνεται, αποτελεί πλέον καθεστώς.
«Όσο κατείχε την θέση του
Βουλευτή, περνούσε και ξαναπερνούσε μπροστά από τις κάμερες, απολάμβανε συμπάθειες και αντιπάθειες, αποτελούσε μορφή, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κάτι από την προσωπικότητα του κυκλοφορούσε ως μεγεθυντικός ψίθυρος στους κόλπους της νοήμονος κοινωνίας. Το όνομα του «κάνει γκελ», περνά ατελώνιστο στις συζητήσεις, δεν έχει ανάγκη συστάσεων και επεξηγήσεων – είναι ΑΥΤΟΣ. Να όμως που αυτή η πανίσχυρη συνθήκη ανατρέπεται μόλις ο περιλάλητος επώνυμος χάσει τη θέση και τραβηχτεί στα μετόπισθεν. Το κοινό διερωτάται: Τι απέγινε ο άνθρωπος μας; Δεν μιλούν πλέον για το άτομο του, δεν σερβίρεται στο καθημερινό τηλεοπτικό συσσίτιο του δελτίου τη μορφή του, από μίστερ καθημερινότητα, μετετράπη αυθωρεί σε ακριβοθώρητο πρόσωπο που επέστρεψε στην ανωνυμία.
Πόσο διαρκεί η γλυκιά αυταπάτη; Το γυαλί δεν απονέμει απλώς ψευδεπίγραφα διάσημα και παράσημα, απονέμει κυριολεκτικά, την ύπαρξη και με την ίδια άνεση την αφαιρεί. Οι ώρες τηλεοπτικής παρουσίας ενός προσώπου ισοδυναμούν πλέον με το δικαίωμα του να ζει και να ενεργεί. Άνευ τηλεοπτικής στάμπας η κοινωνική αξία ενός προσώπου δεν λογαριάζεται.
Το ψευδεπίγραφο καθεστώς, αυτής της διατυμπανιζόμενης επωνυμίας το υποψιαζόμαστε μόλις εμφανιστεί ένας άνθρωπος που εργάζεται στον τομέα του, αλλά ατυχώς είναι άγνωστος. Παραχρήμα όλοι αναρωτιούνται: Μα αφού δεν τον έχουμε ξαναδεί, πως είναι δυνατόν να είναι σπουδαίος; Όπερ σημαίνει: Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία».
Από το «Κέντρο Δηλητηριάσεων», γιατί με ισχυρή δόση δηλητηρίου μπορεί να αντισταθούμε στο ναρκωτικό. Και επειδή έχει ο καιρός γυρίσματα, όσ
οι απολαμβάνουν σήμερα την τηλεοπτική ασυλία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περιμένουν τη σειρά τους.
Φυσικά υπάρχει και καλή τηλεόραση, Οι φόβοι μου, είναι ο εθισμός στα σκουπίδια, η επανάληψη της αντίθεση μου, αποτέλεσμα μιας ξέφρενης πορείας που μου επιβεβαιώνει, ότι έχει και άλλο παρακάτω. Αυτά τα φαινόμενα της σήψης που παρακολουθούμε σε συνέχειες, δεν είναι σενάρια της φαντασίας, ούτε σενάρια που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, δεν παίζουν ηθοποιοί. Είναι η σκληρή πραγματικότητα που απ’ ότι φαίνεται έχουμε ασκηθεί πλέον τόσο, ώστε να μην μας εντυπωσιάζει.
Δεν είναι όλα θέαμα, για να χειροκροτούμε στο τέλος της παράστασης. Δεν μπαίνουν στο σπίτι μας μέσω του τηλεοπτικού κουτιού για να μας ψυχαγωγήσουν, μπαίνουν για να μας κλέψουν.
Δεν είναι όλα παιγνίδι, για να στοιχηματίζουμε τον νικητή. Σ’ αυτό που παρακολουθούμε, αν δεν σηκωθούμε από τον καναπέ, οι νικητές είναι δεδομένοι και οι χαμένοι εμείς.


Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Ας με συγχωρέσουν τα ζώα…

Αυτές τις μέρες του νέου μεσαίωνα, να ξαναθυμηθούμε τον συμπατριώτη μας Γιώργο Κάρτερ, που δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσα μας. Από πολύ παλιά είχε επισημάνει ο έξοχος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, ότι σε εποχές που η ελευθερία είναι υπό περιορισμό, όπως αυτή που ζούμε, επιβιώνει μόνο το θέαμα. Από το 1979 που έγραφε τα παρακάτω ο Κάρτερ, πέρασε ένας μακρύς κατήφορος, που δυστυχώς ακόμα δεν έχει σταματήσει.
«Το ακρόαμα επιβιώνει σε εποχές ελευθέριας και το θέαμα σε εποχές που η ελευθέρια είναι …υπό περιορισμόν». «Άρτον και θεάματα».«Εκείνη η από παλιά τάση του ανθρώπου να ικανοποίησει τη λαιμαργία της όρασης του, να δει – μάλλον για να μάθει, να δει - ίσως για να διασκεδάσει, να δει - για να βεβαιωθεί ότι ζει (που έλεγε και ο Σοπενάουερ), εκείνη η από παλιά έλξη του ανθρώπου για το θέαμα ικανοποιήθηκε, όσο γίνεται πληρέστερα, στον δικό μας αιώνα. Στο «χρυσούν αιώνα» του θέματος.
Η εικόνα του μας έχει επιβληθεί και μας εκφράζει ως όντα μιας συγκεκριμένης εποχής. Ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός, η έξαρση της βιαιότητας και οι ιδεολογικοί αποπροσανατολισμοί του καιρού μας συνηγορούν σε ό,τι θέλω να πω. Όταν διαθέτουμε 85.000 ώρες, δηλαδή το ένα πέμπτο της ξύπνιας ζωής, μας μπροστά στη τηλεόραση, τότε έχουμε γίνει κιόλας ανελεύθεροι, η πνευματική μας υπόσταση έχει συρρικνωθεί. Η ιστορία μια φορά ακόμα έχει σημειώσει ένα παρόμοιο φαινόμενο: στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, που προανήγγειλε τον Μεσαίωνα, είναι τότε που για να θεαματοποιηθεί η παράσταση της Κλυταιμνήστρας του Άκκιου, ανεβάσανε στη σκηνή του θεάτρου του Πομπήιου 3.000 άρματα, 500 μουλάρια και αμέτρητους ελέφαντες και στρουθοκαμήλους. Είναι τότε που ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη για να απολαύσει το θέαμα μιας μεγάλης πυρκαγιάς. Είναι τότε που ο πανέξυπνος Ιουβενάλης, διερμηνεύοντας το πνεύμα του καιρού του, αναφώνησε το περιβόητο: «Άρτον και θεάματα». Μήπως λοιπόν και η εποχή μας ετοιμάζει έναν καινούργιο Μεσαίωνα;» Το 1979 τα είπε αυτά ο κ Κάρτερ στην εισήγηση του για τα 40 χρόνια της Ελληνικής Υπηρεσίας του ΒBC (Από το βιβλίο του «Ανιχνεύσεις και εκτιμήσεις»).
Όπως αντιλαμβάνεστε η ερώτηση έγινε κατάφαση. Σήμερα όλο το ζωικό Βασίλειο έχει ανέβει στη τηλεοπτική σκηνή και μάλιστα με ανθρώπινη μορφή…
Ας με συγχωρέσουν τα ζώα…







Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Έχει κι άλλα φύλλα στο τραπέζι

Αρκετές φορές τα έχω βάλει με την γενιά μου. «Καταραμένη γενιά» τιτλοφορούσα ένα παλαιότερο κείμενο. Θα επιμείνω στο χαρακτηρισμό, παρότι ένα πρόσφατο κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, ήρθε να με παρηγορήσει, δεν υπάρχουν χαμένες γενιές, υποστηρίζει ο αρθρογράφος και όπως το θέτει έχει δίκιο.
Αυτός ο προβληματισμός της γενιάς μας, για το τι μέλει γενέσθαι, δεν είναι άμοιρος της δικής της πορείας. Η ανασφάλεια για την νέα γενιά που ετοιμάζεται να αναλάβει δράση, είναι η ανταπόδοση της προσφοράς μας. Γνωρίζουμε καλά τι δώσαμε και τρέμουμε, την ώρα της συγκομιδής
«Μεγαλώσαμε, κάτω από καλλίτερες κοινωνικές συνθήκες . Μια χούντα μας βρήκε σε μικρή ηλικία, και έτσι ουσιαστικά άκαπνοι ενηλικιωθήκαμε. Ο τρόμος της επιβίωσης αντικαταστάθηκε από τον τρόπο του ευ ζην. Και αυτό το «ευ» είχε την πολυτέλεια να είναι διαφορετικό για τον καθένα. Τώρα που γκριζάραμε, υιοθετούμε αδέσποτα και περνάμε την τύφλα μας: μέσα στις νευρώσεις, στην αμφιθυμία, στον φόβο της ύπαρξης».
Πιστέψαμε, περισσότερο από κάθε γενιά περασμένη και επόμενη στο χρήμα και το δώσαμε απλόχερα σκέτο, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν όλα σε ένα, ανάγκη, αγάπη, ζεστασιά επικοινωνία. Κάναμε ότι είναι δυνατόν για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Ανασφαλείς με τους εαυτούς μας δεν τους δώσαμε ούτε μια ευκαιρία. Ορθώσαμε τοίχους σε οποιανδήποτε θέση ευθύνης και τώρα ανησυχούμε για το μέλλον.
Θα τιμωρηθούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα γι΄ αυτήν μας την συμπεριφορά. Να ξεχάσουμε, την ιδιότητα του συνταξιούχου. Θα δουλέψουμε όλα τα χρόνια της ζωής και ακόμα δεν θα έχουμε ξοφλήσει.
Όταν θα τελειώσει αυτή η παρατεταμένη παραμονή μας. Όταν πλέον η εμμονή, να μην παραδώσουμε τα όπλα θα είναι ανίσχυρη μπροστά στην βιολογική φθορά, θα έχουμε χάσει και την τελευταία ευκαιρία. Οι βαλίτσες της αναχώρησης θα είναι και πάλι γεμάτες ανησυχία και ανασφάλεια. Η προσδοκώμενη ηρεμία που είναι απαραίτητη για το μεγάλο ταξίδι δεν θα βρίσκεται στις αποσκευές μας.
Η απάντηση:
«…Φαντάζομαι πως κάτι τέτοιες κορώνες αυτολύπησης θα έλεγε και η γενιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Β’ και των ενδιάμεσων… Ο πιτσιρικάς που με το φρέσκο χαρτί της Ιατρικής στο ένα χέρι, και με το χαρτί της κατάταξης στο Μέτωπο στο άλλο, σπούδασε όνειρο για να δουλέψει μεροκάματο σε εφιάλτη. Βέβαια, αυτό δεν παρηγορεί κανέναν σήμερα και ορθώς δεν τον παρηγορεί. Αν αισθάνεσαι πως γλιστράς στην τσουλήθρα της ματαίωσης ζωής, μικρή σημασία έχει αν για αυτή τη ματαίωση φταίει η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία ή τα βίτσια των αγοριών του Δ.Ν.Τ. Καμία διαφορά, εφόσον δεύτερη ζωή δεν έχει.

Όμως χαμένες γενιές δεν υπάρχουν. Αλλάζουν οι ποσοστώσεις, σε όνειρο, όραμα, ζεστό χρήμα, πλασματικό χρήμα, φρίκη, γενοκτονίες, ιδεώδη, ανάπτυξη, πνευματικότητα, 14 μισθούς, 4 μισθούς, ευζωία με ενοχές, τρελό sex χωρίς ενοχές -πλούσιος ο μπουφές των ανθρώπινων. Τα υλικά είναι πολλά. Καμία γενιά ποτέ δεν βρέθηκε δίχως υλικά, με άδεια χέρια. Και με ό,τι του έτυχε στο δρόμο συνέχισε το ανθρώπινο είδος. Καταλαβαίνω – δεν είμαι τόσο ιδεαλιστής - πως η φτώχεια, η ανέχεια, η πληγωμένη αξιοπρέπεια στην αρένα της επιβίωσης, δεν είναι και τα καλύτερα φύλλα που θα μπορούσαν να σου τύχουν. Έχει κι άλλα στο τραπέζι. Απαξιωμένα, που λοιδωρήθηκαν από τους hi-στες (εκείνους που τη Δευτέρα το βράδυ απλά «γαμούσαν» και την Τρίτη το πρωί γέμιζαν την χαρτοκούτα με τα προσωπικά τους αντικείμενα) όμως πολύ καλά φύλλα αν έχεις κουράγιο να παίξεις και δεν πετάξεις λευκή πετσέτα.
Περιμένεις να σου τα απαριθμήσω; Να σου αναφέρω τουλάχιστον δυο τρία; Δεν θα το κάνω. Δεν είμαι επαγγελματίας παρηγορητής. Θα τα βρεις μόνος σου. Όταν θα αγαπάς ανθρώπους και θα γλύφεις και τα δάχτυλά σου που μεγαλώνετε μαζί, όταν θα βουτάς στη θάλασσα ηλιοβασίλεμα, γυμνός, ζεστός και ευλογημένος (με αυτή τη σειρά), όταν θα κερδίζεις μέρα με τη μέρα μια ζωή που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως θα την ζούσες πριν γεννηθείς(…) τότε θα ξέρεις καλά για τι πράγμα σου μιλούσα εκείνη τη μέρα που σε φλόμωσα στις μαλακίες γιατί έπρεπε να παραδώσω ένα κείμενο…»


Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...