Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Στο μετά και στο πάντα


 Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Τώρα που το σκέφτομαι, η ζωή μου, έχει να διηγηθεί ένα «πριν» και ένα «μετά». Τα μεσοδιαστήματα, ο περισσότερος χρόνος, κύλησαν χωρίς να το αντιληφθώ. Στο πριν και στο μετά των γεγονότων έζησα. Στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμα, στο όποιο αποτέλεσμα. Στη χαρά της νίκης και στην πίκρα της ήττας. Στην πραγματική ζωή δηλαδή.
Καταστρέφω κύκλους και κάθε πλαίσιο που στάθηκε εμπόδιο στην ανάσα μου. Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β.Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».



Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. Μπορεί να είναι στο Παρίσι, που είχες σχεδιάσει, ή στη Ρώμη, μπορεί και εδώ κοντά απέναντι, χειμώνα. Σε ένα μπαρ που δεν πήγες, ή μια βραδιά με πανσέληνο, να επανορθώσει για εκείνη που έχασε. Το «για πάντα» ξεπερνάει τα συμβατικά χρονικά όρια μιας ζωής, περνάει στην αθανασία.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.
Μπορεί να είναι ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο ο νέος χρόνος, ο κάθε χρόνος, η κάθε στιγμή, αλλά αθώος σαν μωρό δεν είναι. Δεν έχουμε να κάνουμε με κύκλους που κλείνουν, αλλά με φορτία, που τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Και τούτος ο χρόνος έχει δεχτεί βουνά στις πλάτες του. Χρειάζεται πίστη για να σηκώσουμε το βάρος. Το «για πάντα»,  να το υποστηρίζουμε και μετά...


Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

«Θα είσαι ό,τι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα»


Κάθε χρόνο τα ίδια, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Με αρνητικά πρόσημα  σε ό,τι ελπίσαμε σε ό,τι ζητήσαμε σε ό,τι υποσχεθήκαμε σε ό,τι θα αλλάζαμε και δεν αλλάξαμε… επιμένουμε.   Όσο και η εμπειρία να συνηγορεί αρνητικά και το παρελθόν να έχει αποδείξει  ότι η ευχή συνήθως ευχή μένει, τα «Θέλω»  και τα «μη» αποτελούν πάγια αιτήματα σε κάθε ξεκίνημα, σε κάθε αρχή.
Και σήμερα θα φροντίσω να μιλήσουμε για το χρόνο, που μονίμως μας παίζει κρυφτούλι και αδιάκοπα μας πονά.
«Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει, αλλά το ποτάμι είμαι εγώ. Είναι ένας τίγρης  που με σπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με καίει, αλλά η φωτιά  είμαι εγώ. Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός, εγώ δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες» Αλλά και εγώ να είμαι το ίδιο ακριβώς  κάνει. Εξάλλου ο ποιητής υπήρξε ανακουφιστικός: «Θα είσαι ό,τι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα»  
Από παλαιοτέρους  χρόνους  η αναφορά,  τότε που το «ιδεολογικά ύποπτη» της φίλης μου της Ελένης, το κάναμε  τίτλο στο πληθυντικό, και γράφαμε εναλλάξ σε μια εφημερίδα:  «Ιδεολογικά Ύποπτοι».  
Διότι εμείς στα ανθρώπινα  το θέλουμε το χρόνο μας, για να χαθούμε  ή να σωθούμε, για να αποδώσουμε δικαιοσύνη  ή να αποδείξουμε ακόμα μια φορά  πως  συγχωρούμε και λησμονούμε.  Γυρίζουμε εύκολα σελίδα  στη πρώτη ευκαιρία. Όχι από αδιαφορία ελπίζω,   αλλά από απελπισία.  
Αρχιτέκτονες της ζωής μας, είμαστε εμείς  κι εκείνο το σαθρό οικοδόμημα,  που στοιβάζεται  σε μια ζωή,  που σαν να ’ναι ξένη  μοιάζει, δικό μας είναι,  μεσ’  στο χρόνο μας. Που από την πρώτη στιγμή μετρά αντίστροφα.
Είπε ο Σικελιανός τη  ζωή «σπουδή θανάτου». Κανείς  όμως από εμάς τους "αθάνατους"  δεν τον άκουσε. Μονίμως αναβάλλοντας.  Ευθύνες  και λαχτάρες, χρέη και επιθυμίες,  αγάπες  και όνειρα ζωής. Κι εξάλλου «κανένα πεπρωμένο δεν είναι κατώτερο από το άλλο».  Το θέμα είναι να βρει κανείς το πεπρωμένο του. Μονίμως σαν Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που απαντά στην κάμπια: «Τουλάχιστον ήξερα ποια ήμουν μέχρι χθες. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη για αύριο ποια θα ’μαι.
Κι όμως «θα είσαι ότι πρέπει να  είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα».
Και είναι ο χρόνος ένα ποτάμι που με σέρνει «Αλλά το ποτάμι είμαι εγώ». Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός. Κι εγώ, δυστυχώς, ο Μπόρχες. Και εγώ, εγώ δυστυχώς.  

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Μαζί θα ταξιδεύουμε…

Εμείς εδώ, πάλι από την αρχή με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι. «Μαζί ανοίγουμε, μαζί τον κλείνουμε τον χρόνο. Είσαι εδώ’ για να ανοίξουμε μαζί κι αυτό τον χρόνο. Μπουκάλι  στον αιώνιο ωκεανό. Μαζί θα ταξιδεύουμε…» Με τις λέξεις, για τη ζωή στο επόμενο όνειρο… για τη ζωή τη μαύρη και άσπρη, που δεν ξεχνάει τα χρώματα.
Παράδοση του παλαιού στο νέο. Τι παραδίδεται και τι παραλαμβάνεται; Η απάντηση βρίσκεται στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Σε ευχές και φράσεις που δεν έχουν καμία σημασία, σε αριθμούς που έπονται από το σημείο της αφαίρεσης. Σε ακόμα ένα ανακάτεμα της τράπουλας, που πατάει στη σιγουριά του φακίρη. Όλα τα φύλλα της, είναι ίδια.
Πρώτη μέρα του  νέου χρόνου, του χρόνου που τρέχει, πιο γρήγορα για τους μεγάλους και τους αναγκάζει σε τεχνάσματα. Φέτος πρόσθεσα στην ηλικία μου ακόμα  τρία χρόνια. Για τρία χρόνια θα έχω το κεφάλι μου ήσυχο, δεν πάει να τρέχει αυτός, εγώ δεν κουνιέμαι ρούπι.
Πρώτη  μέρα του χρόνου και η επικαιρότητα, βρωμάει από τα λερωμένα τα άπλυτα του δημοσίου. Αλήθεια πόσες ιδιωτικές αμαρτίες ξεπλένουν μια δημόσια; Το δόγμα της δημοσιότητας όλα στο φως καταπίνει τη βασική αρχή της δημοκρατίας, τη συμμετοχή των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις. «…μοιάζουν ακόμη ανίκητοι»,  γράφει στο υστερόγραφο, του άρθρου του  με τίτλο Γιατί ρε Παπακωσταντίνου,  ο Οδυσσέας Ιωάννου. «… Και αυτό είναι για μένα το σημαντικότερο. Διαγράφονται μεταξύ τους, απολογούνται μεταξύ τους, δίνουν εξηγήσεις μεταξύ τους, σκοτώνονται μεταξύ τους, ειρωνεύονται μεταξύ τους. Ακόμα όλα γίνονται μεταξύ τους». Και αν συνεχίσουμε να παρακολουθούμε, μη περιμένουμε οι ευχές, που συνηθίζονται τις πρώτες μέρες του χρόνου να πιάσουν τόπο. 

Άλλος ένα χρόνος με εμάς θεατές δειγματοληψίας σκανδάλων. Άλλος ένας χρόνος, με τους πολιτικούς να μην έχουν καμία σχέση με τους πολίτες. Με τους πολιτικούς, που είναι ξεκομμένοι από τα λαϊκά προβλήματα, που το ενδιαφέρον τους εστιάζεται στις προσωπικές φιλοδοξίες και στην οικονομική ισχύ. Έτσι, για να απαντήσουμε και στο ερώτημα οι δημόσιες αμαρτίες εμφανίζονται ως μοιραίες, αναγκαίες και αναπότρεπτες.
Εμείς όμως εδώ. Πως συνεχίζουμε; Εδώ είναι ο τόπος, βουνά και θάλασσες. Σ’ αυτόν τον τόπο που πέρασε περιπέτειες και είναι εδώ για να μας θυμίζει την πορεία ενός Λαού που δεν διστάζει να πατά το κουμπί της επανεκκίνησης. Η περιπέτεια που ζούμε, δεν είναι η πιο τρομερή. Ο περασμένος αιώνας, έφερε καταστροφές, λιμούς, πολέμους και εμφυλίους, ηρωισμούς, ταπεινώσεις. Κάθε καταστροφή και ένα νέο ξεκίνημα.
«Μια επανεκκίνηση της κοινωνίας  που θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού.
Γιατί νομίζετε είναι εύκολη μια επανεκκίνηση. Γιατί στο λογισμικό του, ο σκληρός μας δίσκος, όλων εμάς των παλαιών των ημερών, έχει τους ποιητές της καρδιάς μας, έχει στη μνήμη, τη μνήμη μας, που αντιστέκεται στη λήθη.  Γιατί  η ποίηση όπως είχε πει ο Ελύτης, είναι πόλεμος προς τον χρόνο και τη φθορά.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του


Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω.
Θα τον πάω  γράφοντας  μέχρι το  τέλος, για να κάνω ευκολότερο  το πέρασμα του. Ίσως μονάχα έτσι να δίνονται εξηγήσεις στη μόνη σταθερά, που είναι  οι δικοί  μας άνθρωποι,  μέσα στον άπειρο χώρο και χρόνο,  που μας τρομοκρατεί και μας σκορπά.  
Με λέξεις θα  κλείσουμε και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Με λέξεις, θα παλέψουμε  το χρόνο. Με τα αισθήματα που μας γεννά  μια  μνήμη, επικυρωμένη και υπογεγραμμένη.
«Γράφω για τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου»  μας λέει ο Μπόρχες. Μια σαφή εξήγηση για την  ανεξήγητη διαδικασία της γραφής.
Ο  χρόνος καίτοι αθώος, μας θανατώνει από τις δικές μας υποψίες.  Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε ούτε ερήμην  μας κυλά η ζωή. Υπάρχει και έχει  χρώμα,  ήθος, ιδεολογία, που εμείς της  δίνουμε. Έχει ακόμα και εκείνη την γενναία πίστη που διαθέτει δύναμη να νικά τις ένοχες  και το μάταιο. Όσο για τη γραφή, αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Είναι η προσπάθεια  πριν τα καταπιεί όλα η λήθη.  Οι εξηγήσεις  που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν, που γράφτηκαν όμως σε ένα άσπρο χαρτί για να νικήσουνε τον τρόμο  του.  Κι έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς, Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας. Κι εκείνη  την ύστατη  προσπάθεια  να νικηθούν οι ενοχές...
Στο Εκεί ελπίζω και γράφοντας το διαβάζω.
Διαβάζω το αύριο και συνειδητοποιώ πως είμαι περαστικός. Σ’ αυτό ελπίζω και ζω καλύτερα τη ζωή, λίγο πιο ελεύθερα   και λίγο περισσότερο αυθεντικά. 
Επειδή ότι αγαπήσαμε σώζεται ανά τους αιώνες και ας μας πληγώνει ο χρόνος   με άσπρα μαλλιά και με ρυτίδεςΚαι ας  μην ξέρουμε τελικά πότε  και που  θα μας δώσει ραντεβού η ζωή, με λέξεις θα εξαντλήσουμε  και το τελευταίο δευτερόλεπτο,   που του απομένει. 
Μπορεί σε λίγες ώρες το 2012 να περνάει στο παρελθόν,  ο χρόνος όμως συνεχίζει  εν τη αθωότητα του  να μας αναγκάζει  να… πάρουμε τα μέτρα μας. Είναι η ώρα για αγώνα και αγάπη.


.




Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία



Τι θέλω; Τη θέλω, ντυμένη με το άσπρο του πάγου  και το κόκκινο της φωτιάς, όπως πρέπει να είναι μια ζωή, σε μια αέναη διαδικασία εναλλαγής,  για να μπορείς να τη ζήσεις.
Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία. Μισές ζωές δεν φτιαχτήκαμε για να ζούμε. Μέχρι σήμερα όλα μισά, όλο αρχές χωρίς συνέχεια, χωρίς τέλος.
Φεύγω συνεχώς. Η σιωπή δεν έφυγε, παραμένει για να δίνει δικαίωμα, σε εύκολες κρίσεις, επικρίσεις και να βγάζει πρόσημο αρνητικό, στο κλείσιμο του κάθε τέλους. Όμως την αγάπη  κανείς δεν τη λογάριασε με νούμερα. Κανείς άλλος, εκτός από τον εαυτό μας,  δεν μπορεί  να τη γνωρίζει.
Τι θέλω; Τη θέλω, να μην κοιτάει με τα μάτια των άλλων,  για να δει τι ήταν. Να μην σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής  όσων δεν την πίστεψαν. Να μην είναι δική μου. Να είμαστε ένα.  
 Όλα έχουν το χρόνο τους, το δύσκολο είναι  ότι κι εγώ έχω τον δικό μου. Ψάχνω  τα θέλω μου, σε λάθος χρόνο. Είναι κάτι στιγμές  όμως, που συμβολίζουν  το τέλος  και την αρχή, που  με κάνουν ευάλωτο. Υποκύπτω. Με πιάνει  εκείνο το ώριμο γιατί; Μεγάλωσε κι αυτό, όπως και εγώ.

Η αλλαγή  εμφάνισης  της σελίδας επιβεβλημένη.  Το  2007 η προηγούμενη φωτογραφία,  πέντε χρόνια ήταν αρκετά, για να ρίξει ο χρόνος όλα τα γκάζια στις μεγάλες ανηφόρες. Η σιωπή δεν έφυγε, συνεχίζει να επιδεικνύει την ηλικία μου,  τα υπόλοιπα τα κλείνει  μέσα,  σε στιγμές περασμένες. Μόνο εγώ μπορώ να ακούσω τη φωνή τους.  
Οι ρυτίδες στο λαιμό  γεμάτες άρνηση.    Σε κάποιες πιο ψηλά, όλες οι μνήμες συγκεντρωμένες,  που δεν κατάφεραν να γίνουν λήθη, εκτίθενται.
Τι θέλω; Τη θέλω χαρά γεμάτη, να μπορώ να της δώσω όσα δεν πήρα μέχρι σήμερα από μια ζωή.  Να δω την αλήθεια της, που τη βασανίζει ακόμα σε λίγα τετραγωνικά, κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη», να κάνει φτερά και να πετάξει.  Θέλω το επόμενο, γιατί το τωρινό δεν της έπρεπε.
Στο τέλος του νέου χρόνου   συμπληρώνοντας το προηγούμενο,  «το επόμενο θέλω»  για τη νέα χρονιά.
Λίγο πριν το τέλος χάνομαι μέσα σε  χρόνους που δεν υπάρχεις. Βλέπω όμως παντού την ζωή, ζωή μου.




     

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...