Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

"Η σφαγή των εντόμων”

Μόλις τελείωσα την 26η επιστολή, προς το θείο Έκτορα, από τη “Σφαγή των εντόμων” του Σπύρου Σίγμα. Μεχρι και την τελευταία επιστολή,  που δεν γνωρίζω την αριθμητική σειρά της, δεν θέλω να κάνω τίποτα άλλο! Το πρώτο και καλύτερο μυθιστόρημα του Σπύρου Σίγμα, είναι ένα “θεϊκό”  βιβλίο, ένα αριστούργημα, ο ίδιος, ιαματικός για όσους το διαβάσουν. Είμαι στη σελίδα 73, έχω άλλες 199. Κάθε επιπλέον σελίδα ενισχύει τον ενθουσιασμό μου, που εκφράστηκε από την 1η. Αυτά με βεβαιότητα για αρχή.  ………………………………………………………………………………
Τελειώνει σιγά σιγά το Καλοκαίρι, πώς γίνεται χωρίς μελαγχολία να μπούμε στο φθινόπωρο; Ίσως τελικά αυτή είναι η καλύτερη πλευρά, για απομυθοποίηση μιας εποχής, που θέλει σώνει και καλά να μας βλέπει μελαγχολικούς. Τεχνίτη μελαγχολία η απάντηση. Να φορέσουμε την φθινοπωρινή στολή και να βγάλουμε την γλώσσα έξω κοροϊδευτικά, στα γκρίζα σύννεφα, πριν προφθάσουν να μας σκεπάσουν. Στόχος είναι να πιάσω τη θέση της μελαγχολίας, βάζοντας εκεί που ετοιμάζεται να στρογγυλοκαθίσει, μια ψεύτικη που μόνο εγώ το ξέρω. «φθινόπωρο και Κυριακή» και η συνταγή δοκιμασμένη, γιατί όλα είναι φως και ταυτοχρόνως σκοτάδι, αναλόγως τη ματιά,αναλόγως τη στιγμή.
Κυριακή απόγευμα βρέχει, βρέχει συνεχώς. Νάτες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Νάτες πάλι οι Κυριακές  ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. «Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα.. Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν πιστεύει.
Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαια δυσαρέσκεια, που μου κρατάει συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Σε κάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν με διακατέχουν συναισθήματα αυτολύπησης. Δεν γυρίζω την πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας.
Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο και την απούσα αγαπημένη, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω, όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές».

ΥΓ. “Η σφαγή των εντόμων”  είναι μια σταθερά, όπως και η φωτογραφία επίσης...

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς μνημόνια.

Που είχαμε μείνει; Ρωτάμε συνήθως μετά από κάθε διακοπή και απάντηση δεν περιμένουμε, γιατί απλούστατα δεν θέλουμε να συνεχίσουμε από εκεί, αλλά από την αφετηρία. Ευτυχώς έχουμε πάντα τη ψευδαίσθηση ότι κάθε διακοπή μας επαναφέρει στην αρχή, από εκεί δηλαδή που ξεκινάει κάθε όνειρο, με την πεποίθηση πάντα που δεν θα καταλήξει σε εφιάλτη...
Το παρακάτω γράμμα, δημοσιεύτηκε στα  «ΝΕΑ», πριν περασουν στον Μαρινάκη, τότε που είχαμε μνημόνια, από το ημερολόγιο μιας άνεργης. Το μοιράζομαι μαζί σας, μαζί με  λίγους στίχους από την προφητεία του Καβάφη... που θα μπορούσαν να αποτελέσουν συνέχεια, στην “Ιθακη” που διάλεξε ο Πρωθυπουργός για να αναγγείλει το τέλος των μνημονίων.
“Προχθές πήρα το Μετρό για να πάω σε άλλη συνέντευξη. Δεν ξέρω πια πόσες συνεντεύξεις έχω δώσει. Έχω χάσει τον λογαριασμό. Στην έξοδο του Μετρό κάποιοι νεαροί μοίραζαν δωρεάν εφημερίδες. Δεν πήρα, αλλά πρόσεξα τον Μαρξ στο πρωτοσέλιδο. Καημένε Μαρξ, σκέφτηκα, κάποτε είχες πει: «Οι προλετάριοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους». Τώρα έχουν να χάσουν την τηλεόραση plasma, το ψυγείο, το αυτοκίνητο, το αυθαίρετο και τα ριάλιτι σόου.
Δεν θυμώνουν πια με τους καπιταλιστές αλλά με τους μετανάστες. Και όσο πιο πολύ δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις πιστωτικές τους κάρτες τόσο πιο πολύ θέλουν να τσακίσουν τους μετανάστες. Η εργατική τάξη είναι κατακερματισμένη, πετσοκομμένη, σχεδόν αόρατη. Και μαζί της και η εργασία. Στην τηλεόραση βλέπεις τραπεζίτες, μάνατζερ, ειδικούς της αγοράς, μιλάνε όλη την ώρα για ομόλογα και subprimes. Μόνο εργάτες που δουλεύουν δεν βλέπεις. Συμβαίνει κάτι παράξενο. Η λέξη «άνεργος» προκαλεί τρόμο, αλλά ταυτόχρονα η εργασία είναι περιφρονημένη, απαξιωμένη. Ξέρω ότι το Δημόσιο νοσεί αλλά η γελοιοποίηση του δημοσίου υπαλλήλου είναι και αυτό κομμάτι της γελοιοποίησης της εργασίας. Ο ιδανικός εργάτης είναι αυτός που δεν ακούγεται, δεν συζητά με τους συναδέλφους του. Ο ιδανικός εργάτης είναι εκείνος που ζει βουτηγμένος στη μοναξιά του. Κάποτε μιλούσαμε για «ελεύθερο χρόνο». Σήμερα μιλάμε για «κενό χρόνο»: ο χρόνος που μεσολαβεί από την απόλυση μέχρι την εύρεση εργασίας, που κανείς δεν ξέρει πόσο διαρκεί. Εγώ υπάρχω σε αυτόν τον «κενό χρόνο», ανεβαίνω στο ασανσέρ, πάω για συνέντευξη. Αποφασισμένη να μη με ρίξει καμία απόρριψη. Αποφασισμένη να τα καταφέρω…
Σήμερα τελείωσαν τα μνημόνια. Για τη  φτώχεια την υποτέλεια και την ανεργία που συνεχίζεται, ηταν  μια καποια λύση!
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
- Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.



Μια τεράστια μουτζούρα

Κείμενο προθέρμανσης. Γράψε, γράψε, κάτι μπορεί να μείνει. Στη δίνη των εκλογικών αναμετρήσεων, των προσωπικών φιλοδοξιών, των οικονομικών συμφερόντων, το χάνουμε το σημαντικό. Και δεν το χάνουν οι εμπλεκόμενοι, οι οποίοι συνειδητά λειτουργούν με τα παραπάνω κριτήρια, το χάνει ίδιος ο Λαός, που παρακολουθεί το παιγνίδι, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι το αποτέλεσμα τον αφορά.


Η αλήθεια είναι ότι η προεκλογική περίοδος, προσφέρει άφθονο υλικό στο ερευνητικό πεδίο. Η ψύχραιμη επιστημονική ματιά ανακαλύπτει πολλά, μέσα από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, που εκδηλώνονται ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες. Οι επικεφαλής, οι συμμετέχοντες στους συνδυασμούς, οι οπαδοί, οι φίλοι που ακολουθούν, οι απλοί ψηφοφόροι, οι αναποφάσιστοι, ακόμα και αυτοί που γυρίζουν την πλάτη στην εκλογική διαδικασία, στην συντριπτική τους πλειοψηφία επιβεβαιώνουν ότι οι εκλογές για την αυτοδιοίκηση είναι μια προσωπική υπόθεση. Όλοι το γνωρίζουν και επιμένουν να χρησιμοποιούν λέξεις κατ’ επίφαση, για να προσδιορίσουν τον πληθυντικό. «Η τοπική κοινωνία», «ο τόπος μας», «η Κέρκυρα μας» «το μέλλον μας», «τα παιδιά μας». Ένας σκατοενικός είναι το κίνητρο, τόσο μεγάλος που καθ’ υπερβολή θα έλεγα ότι και «το παιδί μας», δύσκολα χωράει δίπλα του.
Μιλάμε πάντα για την συντριπτική πλειοψηφία, μια μειοψηφία, εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, πάντα υπάρχει, όμως δεν ξέρω αν είναι αρκετή για να μπορέσει να δείξει το δρόμο και να αναδείξει το πραγματικό νόημα των εκλογών, εννοείται ότι αυτοί που σκέφτονται πολιτικά, δεν είναι μια ομάδα συντεταγμένη, αλλά πρόσωπα που έχουν δείξει με την πορεία και το έργο τους, ότι τον πληθυντικό τον εννοούνε.
Προσωπικά είναι τα κίνητρα της πλειοψηφίας, που συμμετέχουν σ’ αυτή διαδικασία για ικανοποίηση του εγώ, της φιλοδοξίας, του ατομικού συμφέροντος, της εκδίκησης, της επιβεβαίωσης. Όχι του Δήμου, όχι της αυτοδιοίκησης, όχι της κοινωνίας.
Αν επιχειρήσει κάποιος να τοποθετήσει σε ένα διάγραμμα τους συνδυασμούς και τους υποψηφίους, που θα λάβουν μέρος στις επικείμενες εκλογές, για την Περιφέρεια και τον Δήμο και παραπλεύρως τα κόμματα, τα βουλευτικά γραφεία, καθώς και μια σειρά άλλα κέντρα και αρχίσει με την μέθοδο των συγκοινωνούντων δοχείων να χαράζει γραμμές, η εικόνα που θα προκύψει θα είναι μια τεράστια μουτζούρα. Μεγάλο ενδιαφέρον, όχι για το Δήμο, όχι για την Περιφέρεια, όχι για την Αυτοδιοίκηση. Μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση, που στο όνομα φιλοδοξιών, συμφερόντων μικρών και μεγάλων, ντυμένη με ανυπόληπτες λέξεις, επιδιώκει να βάλει συμμέτοχο τον Λαό για να καταλάβει την εξουσία. Μια εξουσία απόντος πάντα του Λαού. Ποιος χάνει; Οι δήμοι χάνουν, οι πόλεις χάνουν, οι δημότες χάνουν, η αστική ζωή, η δημοκρατία. Στο τέλος, όλοι χαμένοι είμαστε. Η πολύπλευρη χρεοκοπία που βιώνουμε, κτίστηκε πάνω σε τέτοιες λογικές...

Γιατί είναι η μοναχικότητα πιο πέρα κι απ’ τη μοναξιά


Σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Θα ήταν διαφορετικές οι κοινωνίες, αν οι λέξεις συγγένευαν με το νόημα τους. Δεν χρειάζεται τεκμηρίωση για να στηρίξουμε το αυτονόητο.
«Μοναξιά είναι να μην υπάρχουν άνθρωποι να επικοινωνείς μαζί τους σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μοναχικότητα είναι να μην υπάρχει κάποιος να επικοινωνήσεις μαζί του στο δικό σου επίπεδο γνωστικής ικανότητας και συναισθηματικής αντίληψης.» (Συμφώνως προς τον δρ. Μ. Σκοτ Πεκ)
Το παραπάνω γενικώς. Από εδώ αρχίσει ο προσωπικός Γολγοθάς του καθένα μας. Οι μοναχικές πορείες, με φτερά ή με σιδερόμπαλες στα πόδια. Γιατί τελικά όλα στο μυαλό μας είναι, αν θέλουμε να ζήσουμε στη ζέστη και στην υγρασία, θα το κατορθώσουμε και ας φυσάει έξω ο βοριάς…
Σ’ αυτήν την προσπάθεια κάποιοι, μεγαλώνουν την απόσταση, απομακρύνονται από το πλήθος, πετούν και χάνονται… Διάβασα κάπου ότι μερικοί άνθρωποι, πνίγονται από τα πολλά χαρίσματα τους, γιατί είναι παράταιροι και παράκαιροι και μέσα και έξω. Έξω γιατί δεν συμβαδίζουν με την εποχή τους. Μέσα, γιατί δεν ξέρουν να διαχειριστούν όλη αυτή τη δύναμη που διαθέτουν και δεν την αναγνωρίζουν, διότι δεν τη διαβάζουν στα μάτια των άλλων. Των άλλων τη μίζερη ζωή.
Εξάλλου αυτό που μετράει εν τέλει τις αντοχές μας και τις προκοπές μας, είναι η συναισθηματική μας νοημοσύνη και η πειθαρχημένη της δύναμη. Πειθαρχία που οι έχοντες τα χαρίσματα, ούτε που θέλουν ν’ ακούν στα αυτιά τους. Έτσι πολλά αντικρίζουν και τυφλώνονται. Δικές τους αλήθειες καθιερώνουν και προσκρούουν στα κοινωνικά στεγανά.
Η ιστορία, μας έχει διδάξει ότι όλοι αυτοί στην εποχή τους έμειναν καταραμένοι, περιθωριακοί, οριακές προσωπικότητες, μόνοι, δυσβάσταχτοι για όλους τους άλλους. Κατόπιν βέβαια γίνανε αθάνατοι.
Γιατί όλοι αγαπούν την όπερα, κανείς την πριμαντόνα. Όλοι αγαπούν την ποίηση κανείς τον ποιητή. Όλοι αγαπούν την μουσική, αλλά ο συνθέτης τις νύχτες ουρλιάζει μόνος. Γιατί είναι η μοναχικότητα πιο πέρα κι απ’ τη μοναξιά.

Το μάθαμε το μάθημά μας...

Έχουμε γίνει θεατές, μιας βασανιστικής μείωσης όλων των κεκτημένων, είναι σαν να μας πέφτουν τα μαλλιά λίγα λίγα το χρόνο και όταν πλέον γίνουμε γλόμποι, δεν μας κάνει καμία αίσθηση. Έχω την αίσθηση ότι απλώς σχολιάζουμε, και περιμένουμε παθητικά το τέλος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν το γνωρίζουμε και ίσως και αυτός είναι ένας λόγος, του άνευ προηγουμένου εφησυχασμού.Αντίστροφη με την πορεία η στάση μας. Όσο η κατάσταση χειροτερεύει, τόσο η παθητικότητα γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας.
Έχω την αίσθηση ότι η εκπαίδευση των ανθρώπων, να δέχονται ασυζητητί καθημερινές εκπτώσεις στη ζωής τους, στηρίζεται στην επανάληψη. Μια κακή τηλεόραση, που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη, άμεσα συνδεδεμένη με την εκάστοτε εξουσία (οικονομική και πολιτική), αποτελεί το βασικό μοχλό σ’ αυτήν την προσπάθεια υποταγής.
Επίκαιρος ο λόγος του φιλοσόφου Καρλ Πόπερ: «Η τηλεόραση έχει γίνει σήμερα κολοσσιαία εξουσία. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι είναι δυνητικά η πιο σημαντική απ’ όλες τις εξουσίες, σαν να έχει αντικαταστήσει τη φωνή του Θεού. Και θα συνεχίσει να είναι για όσο καιρό θα συνεχίσουμε να ανεχόμαστε τις καταχρήσεις της. Η τηλεόραση απέκτησε εξουσία στους κόλπους της δημοκρατίας. Καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει αν δε δώσουμε τέλος σ’ αυτή την παντοδυναμία».
Λέξεις κλισέ, επαναλαμβάνονται μέχρι να κουράσουν, να χάσουν το νόημα τους, να εξατμιστούν, να προκαλέσουν στους δέκτες ανόσια. Κάπως έτσι σταδιακά οπισθοχωρήσουμε, χωρίς να βρίσκουμε λόγια να εκφράσουμε το σήμερα, αφού τα ξοδέψαμε στο χθες.
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά, για να δούμε το βαθμό προόδου, της προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Τα τελευταία χρόνια αν δείτε τους δείχτες ανοχής και οπισθοχώρησης, θα αντιληφτείτε το μέγεθος της δόσης των ψυχιατρικών σκευασμάτων που μας πότισαν. Με καθημερινές επαναλήψεις το μάθαμε το μάθημά μας.
Τίποτα δεν υπήρξε χθες. Κανείς δεν αμφιβάλει για την ταχύτητα που όλα κινούνται, αυτό όμως δεν προϋποθέτει και την απόλυτη λήθη.

Η απουσία; Μια παρουσία

Γύρισα με τρεις δρασκελιές, πατώντας πάνω από το γκρεμισμένο μικρόκοσμο, που με ταλαιπωρούσε. Μια στιγμή φτάνει, για να σ' απαλλάξει απ' τα σκουπίδια που μαζεύεις τόσα χρόνια εν αγνοία σου. Μια στιγμή φτάνει, για να σου γκρεμίσει τα παλάτια, και να σου αποδείξει, ότι ήταν λάθος να πιστεύεις ότι δεν τα είχες κτίσει στην άμμο. Είναι η στιγμή που ο γρανίτης, άμμος γίνεται. Τότε ο χρόνος αποκτάει την ορθή του διάσταση. Ο «ορθός χρόνος», όπως επισημαίνουν και οι σοφοί, αλλά εμείς μες στην πολλή σκοτούρα και τη θολούρα, που να το καταλάβουμε. Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε το χαμένο χρόνο. Και την αγάπη. Εκ των υστέρων αποσαφηνίζουμε προθέσεις και συναισθήματα. Όσο για το φινάλε, μόνο στη φαντασία μας αποκτάει πραγματική διάσταση, άλλωστε κανείς δεν μας έδειξε την επομένη μέρα. 
Δεν είχα πάει κάπου. Κάπου χαμένος στο χρόνο γύριζα. Εκεί στο Άλφα, που σβήνει όλα τα βήματα, που προηγήθηκαν. Σε χρόνο μηδέν, που σε απελευθερώνει από τα περιττά, που σε ελαφρώνει από τα βάρη, που με επιμέλεια απέκτησες. Στην κοιλιά της μάνας μου πήγα, για να μάθω να περπατάω απ’ την αρχή. Όχι να θυμηθώ τα πρώτα βήματα, να γνωρίσω τα καινούργια.
Η καθημερινότητα ωχριά μπροστά στη μεγάλη στιγμή. Η πραγματικότητα, χάνεται κάτω από τα πόδια μας, που δεν πατάνε, δεν περπατάνε… κλωτσάνε. Και αυτό που συμβαίνει, είναι αυτό που λίγο - πολύ συμβαίνει με τα βουρκωμένα μάτια: «η εικόνα του κόσμου εξανθρωπιζόταν μέσα από το σπασμένο τζάμι των δακρύων».
Μπροστά σ’ αυτόν το μικρό απολογισμό μιας στιγμής, που κράτησε μια ζωή, μόνο αισθήματα μπορώ να εκθέσω.
Μπροστά στην έφοδο της πιο μικρής συγκίνησης, όλα τ’ άλλα μοιάζουν χάρτινες αρματωσιές.
Η απουσία; Μια παρουσία, σε μια στιγμή, που ανακαλύπτεις, την ανεκτίμητη αξία της ζωής. Σε ένα κόσμο που βασιλεύουν τα πιο βαθιά συναισθήματα. Εκεί που ο γρανίτης άμμος γίνεται …

Έντονα καιρικά φαινόμενα τις επόμενες μέρες…

Αν η 15η είναι το σημείο μηδέν, η 16η δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από αφετηρία. Από σήμερα θα αρχίσω, κόντρα στο ελληνικό έθιμο που παρατείνει το χρόνο της γιορτής. Έντονα καιρικά φαινόμενα τις επόμενες μέρες…
«Δημοτικές εκλογές σε επίπεδο δημοτικού», στο προσκήνιο. Τι έχουμε να ακούσουμε πάλι. Η ενότητα, η πρόοδος, η ανάπτυξη, και κείνο το απεχθές «η Κέρκυρα μας», γίνονται καραμέλες στα χείλη των υποψηφίων και λειώνουν από το πιπίλισμα.

Το κλισάρισμα που κυριαρχεί, μας επαναφέρει σε μια νέα Βαβέλ, μόνο που ενώ μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, είναι αδύνατη η συνεννόηση. Είναι ο ήχος που βγαίνει, παραμορφωμένος από φωνές υποψηφίων που δεν έχουν μάθει να προφέρουν άγνωστες γι' αυτούς λέξεις.
Ο λόγος δεν είναι ξένος με την ψυχή, και όταν βγαίνει ξεψυχισμένος δε μπορεί να μας αγγίξει. Υπάρχει μια ένδεια ιδεών και φαντασίας. Αντί του προβληματισμού που θα έπρεπε να κυριαρχεί, πνιγόμαστε από ανέξοδα συνθήματα.
Η πόλη μας, θύμα κι αυτή της διαπλοκής. Της διαπλοκής που χρόνο με το χρόνο πιπιλίζοντας την καραμέλα της ανάπτυξης, έγινε εξουσία. Όλα σε ένα. Δεν υπάρχουν πλέον ρόλοι διακριτοί. Και επιχειρηματίας και πολιτικός και καθοδηγητής της κοινής γνώμης. Σε τι να ελπίζουμε;
Ακριβώς αυτό συμβαίνει, αντί οι πολιτικοί να ακολουθούνε τις λαϊκές επιταγές, πάνε πίσω από την τηλεόραση. Πρόκειται για μια απερίγραπτη σύγχυση ρόλων σ’ αυτόν τον άνοστο χυλό, τον οποίο κατασκευάζει ακατάπαυστα και δίχως σοβαρές αντιστάσεις το γυάλινο μίξερ.
Ο τόπος έχει να διηγηθεί άπειρες ιστορίες. Το Λαζαρέτο, το Βίδο, τα Κάστρα, η Παλιά Πόλη, το εργοστάσιο Δεσύλλα, οι γειτονιές και τα στενά σοκάκια. Θέλει σεβασμό ο τόπος, γιατί αντιστέκεται στο χρόνο ενώ εμείς; Όπως ορθά επισημαίνει μια οργισμένη φωνή για άλλον τόπο…
“Δεν υπήρξαμε παρά ένα δευτερόλεπτο στην αιώνια ακινησία του. Μια ανεπαίσθητη γρατσουνιά στα γόνατα του αέναου χρόνου του. Χιλιάδες πριν από εμάς, εκατομμύρια μετά από εμάς, στους ίδιους δρόμους, στην ίδια νύχτα θα δώσουν τους ίδιους όρκους. Νομίζουμε ανεξίτηλο το στίγμα μας, αλλά δεν είμαστε παρά ένα πούπουλο στο έλεος των μποφόρ”
Ο τόπος μετράει πιο πολύ και χρειάζεται τον σεβασμό μας, γιατί έχει να μας διηγηθεί πολλά σε μας και σε αυτούς που ακολουθούν.
Σταδιακή επιδείνωση του καιρού. Όλο και χειρότερα… και για όλους εμάς, που κάνουμε μια σκέψη παραπάνω, ακόμα χειρότερα.“Και πώς να βρεις εφαρμογή σ’ αυτόν τον κόσμο. Το κακό είναι ότι όποιος δε μπορεί να αφομοιωθεί, να εξομοιωθεί να γίνει φωτοτυπία, τον απομακρύνει, τον αποκόπτει, τον ξερνάει. Όποιος κάνει μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιεί τον βηματισμό του, βρίσκεται εκτός”. Ας μαζευτούμε οι εκτός, μήπως και αλλάξουμε κάτι εντός...

Μαύρες νύχτες

Και ξαφνικά μετά το διπλωματικό επεισόδιο με την Ρωσία, αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε, ότι δεν είναι και τόσο αθώα, όλα αυτά τα καραγκιοζιλίκια, που λαμβάνουν χώρα στην πόλη μας, κατά την εορτή της 11ης Αυγούστου και την περίοδο, της κατ΄ επίφασης ρωσικής εβδομάδας αρχές Οκτωβρίου. Το έγραψα και πέρυσι: η ρωσική εβδομάδα δεν είναι ούτε ρωσική, ούτε εβδομάδα. Δεν είναι ρωσική, γιατί δεν μεταφέρει ούτε σκόνη από τον πολιτισμό αυτής της μεγάλης χώρας , ούτε εβδομάδα, αφού το πρόγραμμα περιορίζεται σε ένα κουτσό διήμερο. Θα μπορούσε να είναι μια εκδήλωση προς τιμήν του ναυάρχου Ουσακώφ, που εσχάτως έγινε “άγιος” από τους Ρώσους και μέχρι εκεί.
Η διοργάνωση μιας ρωσικής εβδομάδας, όπως και μιας ιταλικής, μιας αγγλικής, μιας γαλλικής, είναι καλοδεχούμενη. Η μεταφορά πολιτισμού απ΄ αυτές τις μεγάλες χώρες, που έχουν και ιστορικούς δεσμούς με την Κέρκυρα, πρέπει να επιδιώκεται. Άλλο όμως αυτό και άλλο η θρησκευτική επέλαση, με την συνδρομή και της τοπικής εκκλησίας, ρασοφόρων, από ισχυρά ρωσικά μοναστήρια, που δυστυχώς έχουν εξέχουσα θέση σήμερα στην ζωή αυτής της χώρας.
Το παρακάτω με μια αύρα Ρωσίας, και πέστε μου, έχει καμία σχέση αυτό με την ρωσική παρουσία στο νησί μας;
Πριν οκτώ χρόνια είχα πάει στην Αγία Πετρούπολη. “Ούτε ο Στάλιν, ούτε ο Γιέλτσιν, ούτε ο Πούτιν. Κανείς δεν μπορεί να σημαδέψει τις λευκές της νύκτες. «Την πλατεία των Δεκεμβριστών την είχα σε καρτ ποστάλ. Τη λεωφόρο Νέβσκι ούτε που ήλπιζα να τη διαβώ. Ο ναός της Αναστάσεως μου άρεσε ακριβώς για τον υπότιτλο: «Σωτηρίας το αίμα». Αλλά Αγία Πετρούπολη σήμαινε πάνω απ' όλα Ντοστογιέφσκι και Πούσκιν, ήταν οι εκκλησιές, οι γέφυρες, οι φτωχοί, το πάθος, η ποίηση, η σαλότης και η παραφορά. 'Ήταν εκείνη η καθοριστική μονομαχία, η Άννα Καρένινα ήταν, το τρένο, ο έρως κι ο θάνατος, κι ένα φαινόμενο που δεν συμβαίνει αλλού πουθενά: λευκές νύχτες!
Επαληθεύει η ζωή, ως φαίνεται, τα πιο βαθιά σου όνειρα. Κι εκεί που ούτε το σκέφτεσαι, ξαφνικά λες και ανοίγουν οι ουρανοί.
Αγία Πετρούπολη, η επινοημένη πόλη του Πέτρου, το απόλυτο παραμύθι. ακολουθώντας δυο δρόμους, βιώνοντας τα δυο πρόσωπα της Ρωσίας. Του Πούσκιν τον αριστοκρατικά παράφορα ερωτικό και θανατερό και του Ντοστογιέφσκι, τον ταπεινό μετά πάθους και πίστης, που καθαγιάζει μέσα στον χρόνο τον τόσο ιδιαίτερο ρωσικό Λαό.
Επέστρεψα. Όλα όσα πίστευα παραμύθια ήταν αλήθεια και ήταν εκεί. Αλλά μετά γύρισα κι έγιναν πάλι παραμύθια…»
Πως νοείται ρωσική εβδομάδα χωρίς τον Ντοστογιέφσκι, τον Πούσκιν, τον Τσέχοφ, τον Γκόρκι. Χωρίς τον Τσαΐκόφσκι, τον Ραχμάνινοφ , το Σοστακόβιτς. Ρωσική εβδομάδα χωρίς μια ταινία του Ταρκόφσκι, ένα χορό από τα περίφημα μπαλέτα Μπολσόι, ένα τεράστιο αφιέρωμα στον Μέγιστο Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι.
Μια υπόνοια, μια σκιά, ένα αεράκι αυτής της Ρωσίας θέλουμε να μας μεταφερθεί στο νησί μας. Μια ρωσική εβδομάδα που θα αντιπροσωπεύει την Ρωσία και όχι παρελάσεις μαυροφορουσών μέχρι αστραγάλου που περιφέρουν εικόνες “αγίων”. Πάμε πίσω έτσι.
Αυτό που γίνεται προσβάλει και την Ρωσία και την Κέρκυρα. Στην ρωσική εβδομάδα θέλουμε να ζήσουμε κουλτούρα Ρωσίας και όχι αυτές τις κιτς θρησκευτικές εκδηλώσεις, που σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύουν μια χώρα που έκανε την οκτωβριανή επανάσταση, άλλαξε τον ρου της ιστορίας και μάτωσε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με 20 εκατομμύρια νεκρούς για να μην περάσει ο φασισμός.

Έχεις δίκιο...

Για ταξίδια επιτόπου, κάναμε λόγο στο προηγούμενο κείμενο. Μόλις ξεκίνησα, δίνοντας συνέχεια σε εκείνη τη συζήτηση που έμεινε στην μέση.
Έχεις δίκιο, λέμε εν κατακλείδι μιας κουβέντας, που δεν θέλουμε τη συνέχεια της ή για να είμαστε πιο ακριβείς, την θέλουμε με τον εαυτό μας, τη θέλουμε με την σιωπή μας, που είμαστε βέβαιοι ότι θα μας καταλάβει. Τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά μου συμβαίνει. 
''Μην με ρωτήσεις τίποτα άλλο” γράφει μια ομοιοπαθούσα 
''Έχασα τις απαντήσεις μου. Μπορεί κάπου ίσως και να μου έπεσαν. Τι ήθελα; Τι πήρα; Τι πέτυχα; Τι προσπάθησα; Τι επιδίωξα; Τι κατάφερα; Τι έχω; Κομμάτια ευτυχίας. Κομμάτια ζωής. Όλα κομμάτια. 

Μια ζωή αναμενόμενη. Αφήνομαι σε μέρες να τριγυρνώ. Κομμάτια μου βρίσκω μέσα σε παλιές φωτογραφίες. Κι έτσι όσο περνά ο καιρός νομίζω πως περισσεύω σ’ ένα παρελθόν που απεγνωσμένα προσπάθησα να γίνει μέλλον».
Έχεις δίκιο. Και δεν έχεις, αλλά οι απαντήσεις, ακόμα και αν μπορούσες να τις ακούσεις, δεν θα ήταν αυτές που ήθελες. Για αυτό… έχεις δίκιο.
Αυτές οι ημιτελείς συζητήσεις, που έχουν ένα άδοξο φινάλε, να ξέρετε… συνεχίζονται για πολύ χρόνο ακόμα, συνεχίζονται για πολλά βράδια μέχρι να μας πάρει ο ύπνος, δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις, ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό. Το μόνο σίγουρο… κάποτε τελειώνουν με συμπεράσματα, που πέφτουν σαν ώριμα φρούτα, κάτω από μια επίπονη εσωτερική διαδικασία, δεν είναι αυτές, που θα έβγαιναν εκείνη την στιγμή, ούτε αυτές που φανταζόμαστε, είναι αυτές που γεννήθηκαν με φυσιολογικό τοκετό, χωρίς πιέσεις χωρίς ενδοιασμούς χωρίς θυμό.
Ας μην το συνεχίσουμε. Έχεις δίκιο...

Που πάνε όλοι αυτοί;

Η πόλη κόλαση. Οι παραλίες αποτελούν επιπλέον μια δοκιμασία. Πάντα τέτοιες μέρες γεννιέται η απορία. Που πάνε όλοι αυτοί; Παρατηρώντας όσο γίνεται από πιο μακριά, τους δύστυχους εκδρομείς, νοιώθουμε ευτυχείς, που ξέρουμε τα κατατόπια.
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.
Διαβάζοντας ένα παλαιότερο άρθρο του συμπατριώτη μας Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. Είμαστε από τους τυχερούς, απ’ αυτούς, που μπορούν ακόμα να μη φεύγουν για το πουθενά, που τη στάση την κάνουν κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει...δεν πηγαίνουνε κάπου αλλ’ απλώς φεύγουν από κάπου...Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.
Αύγουστος, αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες, εδώ στην επαρχία και ας λέγεται Κέρκυρα. Ας παρηγορηθώ με λόγια, κάνοντας ταξίδια επιτόπου.

«Ουδέν σχόλιο»


Ξεκίνησα από τον τίτλο, για να ενισχύσω την άποψη, ότι εδώ στη μικρή μας πόλη, το ασήμαντο τις περισσότερες φορές γίνεται πρωτοσέλιδο και για πράγματα που θα έπρεπε να έχουν ξεσηκωθεί και οι πέτρες «Ουδέν σχόλιο». Είναι η παθογένεια της επαρχίας, η μικρή κοινωνία, που δεν επιτρέπει, που βάζει κόκκινες γραμμές και υποβαθμίζει το δημοσιογραφικό λειτούργημα. Σε κάποιες περιπτώσεις θα λέγαμε ότι είναι ανθρώπινο, γνωρίζει ο ένας τον άλλο, «έχουμε πιει και έναν καφέ», «βρεθήκαμε σ’ κείνη την παρέα», «λέμε και μια καλημέρα». Έτσι παρατηρούμε μια αντιστροφή των ρόλων. Παρουσιάζεται το φαινόμενο, ο κόσμος να το έχει τούμπανο και τα τοπικά Μ.Μ.Ε, κρυφό καμάρι.
Ο κόσμος βοά , για υπόγειες διαδρομές, για παράνομες δοσοληψίες, για μικρά και μεγάλα συμφέροντα, που εξυπηρετούνται παράνομα. Ένα παράδειγμα. Κανένα μέσο ενημέρωσης δεν αναρωτήθηκε: που πήγαιναν τα σκουπίδια πολλών ξενοδοχείων ολο το διάστημα που ήταν κλειστός ο ΧΥΤΑ; Κανένα σχόλιο. Τα «ρεπορτάζ» και η «έρευνα» της πλειοψηφίας των μέσων, σε τοπικό επίπεδο, σταματούν, εκεί που αρχίζει η δημοσιογραφία.
Σε άλλες περιπτώσεις, δημιουργούν τη ψευδαίσθηση, ότι αποτελούμε το κέντρο του κόσμου, τα τοπικά ζητήματα προσλαμβάνουν εθνικό χαρακτήρα. Τα μεγεθύνουν για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ τους, για να δούνε τον μικρόκοσμό τους μεγάλο. Για να επισημοποιήσουνε την ύπαρξη τους.
Σκηνοθετούνε γεγονότα, σχολιάζουνε κιόλας. Μπαίνουνε στο ψέμα και το ζούνε. Το βαφτίζουνε σημαντικό για να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί τους.
"Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη", έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, μήπως όμως θα μπορούσε να είναι άλλη. Μήπως αυτές οι τηλεοπτικές αψιμαχίες, θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την άλλη Κέρκυρα, που σκέφτεται θετικά, που δημιουργεί, που προσφέρει, που προβληματίζεται που αγωνίζεται, που δεν γκρινιάζει για του ψύλλου πήδημα. Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός και γίνονται προβλήματα πρώτου μεγέθους εδώ στην μικρή μας πόλη. Σάμπως ο δαίμων της καθημερινότητας να πλάθει καταστάσεις για να βρίσκουν δουλειά οι άεργες ψυχές.
«Σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για μας χωρέσει. Πόσα χρόνια περάσαμε επιχρωματίζοντας το σώμα μας, να μην φαίνονται ουλές και τραύματα; Φορέσαμε στη καρδιά μας αθλητικά παπούτσια για να φαντάζει δρομέας μακρινών αποστάσεων και ας τα έχει φτύσει στο πρώτο κατοστάρι»

Γυμνή σαν την αλήθεια

Βάλε λίγο μουσική και σταματά να τα δραματοποιείς όλα σε τούτη τη ζωή. 
Σήκω και πάρε δυο στροφές, δίωξε τους ίσκιους, που σε ακολουθούν κατά πόδας. Κόφτους το θάρρος, που τους έχεις δώσει όλα αυτά τα χρόνια. 
Όλα αυτά τα χρόνια, που νόμιζες ότι η ζωή είναι ένας ωραίος φιόγκος. Κόμπος ήτανε, που λίγο έλειψε να σε πνίξει. Δίωξε τους πόνους και τους φόβους, που φτιάχνεις στο αθώο μυαλουδάκι σου. Η ζωή είναι αλλού, με πόνους και φόβους και χαρές πολλές. Από αλήθειες όμως.
Δεν είναι οι καλλίτερες μέρες ας μην τις κάνουμε χειρότερες. Γιατί πόνος χωρίς πόνο; Που να βρεις δάκρυα όταν τα ξοδεύεις για το παραμικρό; Ένα χιλιοστό το μυαλό ν’ αλλάξει θέση, και να το φως.

Όταν μας παρέσερναν οι αέρηδες, σε άγνωστες χαράδρες, πάντα μια αλήθεια τους έκοβε τη φόρα. Πως νομίζεις φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως αντέξαμε τις μπόρες; Με τη ζωή που αγαπήσαμε.
Με την ευκολία του απέξω θα μου πεις. Και με το θυμό του μέσα. Όλοι κάποια στιγμή τα έχουμε περάσει. Νύχτες ξάγρυπνες για μια γρατσουνιά. Μια κουταλιά νερό που φάνταζε ποτάμι έτοιμο να μας καταπιεί. Μέχρι που ήρθε, αυτό που είχαμε ξεχάσει για να μας περάσει απέναντι.
Βγες στο παράθυρο το ανατολικό, και άφησε το βλέμμα σου ελεύθερο να πέσει. Μη φοβάσαι δεν θα χτυπήσει. Κοίταξε τα όλα από εκεί ψηλά, είδες πόσο αρμονικά κινούνται λες και χορεύουν. Χορεύουν. Με τη μουσική σου. Παίζουν στο ρυθμό σου. Πάρε επιτέλους την μπαγκέτα στα δικά σου χέρια και κάνε δικό σου το τραγούδι «Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως και βρεις πουθενά τον εαυτό σου, ίσως το λάθος να μην ήτανε δικό σου.
Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…»
Στείλε επιτέλους στο διάολο όλα αυτά τα ψεύτικα, που σου κάνουν τη ζωή μαύρη. Και ζήσε. Χωρίς περιτυλίγματα. Γυμνή. Σαν την αλήθεια.

Επιστρέφω πάντα...

Στο μυαλό μου το «κόκκινο» του Σπύρου Αλαμάνου. 
Πήρα την κόκκινη γραμμή, την κόκκινη καταιγίδα, την κόκκινη αστραπή, την κόκκινη κορδέλα. Πήρα το αίμα και διέλυσα, ότι μαύρο παραμόνευε, να γίνει φόντο στα όνειρα μου. 


Αυτό τελικά είναι μαγεία της γραφής, να συναντάς τη σκέψη σου κάπου αλλού γραμμένη με άλλες λέξεις, που ήθελες να χρησιμοποιήσεις και εσύ. Μέσα σε ένα στίχο διαβάζεις την ιστορία σου και ευγνωμονείς τους ποιητές για τον κερδισμένο χρόνο.
Δεν σταματά το χέρι, πολλά τα μαύρα και θα χρειαστούν υπερωρίες για να τα σκεπάσουμε,να τα βάψουμε όλα κόκκινα.
.....................................
Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εκείνο το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπιέμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.
Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πίστη ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω»
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφοράς της σκέψης μου άσπλαχνη, πήρε αέρα και περιφέρεται τις νύχτες σε αλήτικες διαδρομές. Με παράτησε άοπλο να τα ανακαλύψω όλα μόνος μου
Όταν έχω μέρες να τη δω, όλο και βουλιάζω στο βαθύ αυλάκι της ανάγκης μου.
Παίζω κρυφτό με την φαντασία μου, όπως ένα παιδί που μεγάλωσε και λαχταρά τα παλιά του παιχνίδια, θέλω πολύ να παίξω αλλά ντρέπομαι γιατί δεν έχω συμπαίχτη.
...............................................
Δεν θέλω να μονιμοποιηθώ πουθενά. Νοσταλγώ τις άγνωστες πόλεις, τα απρόσμενα αποτελέσματα, τις γυναίκες που δεν έτυχε να γνωρίσω. Η σχέση η ερωτική ανισότιμη και άδικη, αινιγματική και σκοτεινή σαν το υποσυνείδητο, σαν αλληλοσυμπληρούμενα αλλά άνισα δοχεία. Πολύ εσύ λίγο εγώ. Περισσότερο εγώ λιγότερο εσύ.
............................................
Ο ζεστός μήνας Αύγουστος, μια ταινία ακατάλληλη των 13, ακόμα μου έχει μείνει απωθημένο όταν ήμουνα οκτώ, μέχρι σήμερα που περασα τα πενήντα. Και είναι οι στιγμές οι ανεπεξέργαστες, σαν τις φωτογραφίες που έχουμε δει και ξαναβλέπουμε μετά από χρόνια. Δεν είναι ίδιες και δεν φταίει που κιτρίνισαν από την πολυκαιρία.
Επιστρέφω πάντα, τώρα πια δεν ψάχνω, βρίσκω, ανασύρω από τις γεμάτες αποθήκες, του εγκέφαλου μου με την πρέπουσα προσοχή και ανακαλύπτω, τους φίλους μου, την πόλη μου, τη θάλασσα τον ζεστό μήνα Αύγουστο.

Με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα

Για τις άγραφες σελίδες σήμερα. Για τις αφιερώσεις με αόρατα γράμματα στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου. Πρέπει να βάλεις φωτιά και να την κάψεις, δεν αντέχει άλλο να μένει λευκή. 
Πρέπει να βάλεις φωτιά, για να δεις τα σημάδια. Να δεις τα μυστικά, να δεις όλα αυτά που η εποχή μας έκλεψε. Αυτά που οι προϋπολογισμοί απαγόρευσαν να δουν το φως του ήλιου. Αυτά που κρύφτηκαν φοβούμενα, μην καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως τα κορμιά που κάποτε αγαπήθηκαν. Αυτά που ενώ έχει σβήσει η φωτιά σου καίνε τα μάτια.
Όχι δεν χρειάζονται εκπτώσεις. Η στιγμή τα θέλει όλα, για να μπορεί κάποτε να μνημονευτεί. Η μιζέρια τη σβήνει από το χάρτη.
«Έλα. Κοίταξε με. Κι άφησε πάνω μου ό,τι σε πονά. Αντέχω. Είμαι εδώ για σένα. Η δική σου, λευκή σελίδα, η επόμενη σελίδα, του βιβλίου, της ζωής σου…»

Αγαπώ τα ανθρώπινα ίχνη στα χάρτινα σώματα των βιβλίων, δίνουν μια ζεστασιά, κάνουν εκείνον που πιάνει το βιβλίο στα χέρια του δεύτερος, να «γνωρίσει» κάτι από εκείνον που το έπιασε πρώτος. Είναι σαν να αγγίζονται, να συναντιούνται στην αγάπη του ίδιου βιβλίου.
Και αν το βιβλίο περάσει σε άλλα χέρια… ποτέ δεν θα ζήσει τη στιγμή της εξομολόγησης. Τη στιγμή της απόλυτης παράδοσης, της απόλυτης ελευθερίας.
Και τις γιορτές με τις περασμένες τις ζούμε. Με εκείνες τις απόλυτες στιγμές που ζήσαμε. Με την αθωότητα και την αλήθεια.
Τα Χριστούγεννα που ζωντάνεψαν τα παραμύθια, ήταν του ’72, τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων.
Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ραντεβού. Η αφορμή να κόψουμε το κυπαρίσσι που θα στολίζαμε, και η ευκαιρία να μείνουμε μόνοι. Σε μια πλαγιά ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, ανταλλάσσοντας ντροπές και παιδικές χαζομάρες. Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον.
Και τώρα ζούμε το παρόν και ελπίζουμε ότι η επόμενη σελίδα να γραφτεί με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα…

Σαν μια μετάγγιση αίματος

Όχι που δε με αφορούν, όμως αυτά που γράφω, δεν είναι προσωπικά. Για να εξηγούμαστε! Δεν πρόκειται για εξομολόγηση. Αν το μυαλό δεν είχε βάλει τους αναγκαίους περιορισμούς, εγώ δεν θα έγραφα, θα έφτυνα.


Για να μη ρωτάτε τι μου συμβαίνει, θέλω να σας διαβεβαιώσω: ποτέ δεν έχω εξομολογηθεί με την εκκλησιαστική έννοια του όρου. Έχω εξομολογηθεί σε φίλες και φίλους, αποσπασματικά, ανάλογα πως ο καθένας είναι διαθέσιμος, τι θέλει και τι μπορεί να ακούσει. Για να γίνω πιο κατανοητός. Τι άλλο από ένα χέρι συγκατάβασης περιμένει κανείς από μια κατάθεση ψυχής; Για να το έχεις όμως πρέπει να μπορεί να σε καταλάβει ο άλλος. Υπάρχουν φίλοι αγαπημένοι που δεν μπορούν να καταλάβουν για την ερωτική απογοήτευση, γιατί απλούστατα ποτέ τους δεν βίωσαν κάτι τέτοιο. Άλλοι σε κοιτάζουν αμήχανα όταν τους μιλάς για κάποιο πρόβλημα με τα παιδιά σου και είναι φυσιολογικό αφού δεν έχουν παιδιά. Πώς να μεταφέρεις την πίκρα για την ήττα της ομάδος σου στη γυναίκα σου που χασκογελάει, όχι για την ήττα, αλλά γιατί ποτέ δεν έχει καταλάβει γιατί μαζεύονται εκατό χιλιάδες άνθρωποι σε ένα γήπεδο για να δουν 22 μαντραχαλάδες να τρέχουν πάνω κάτω επί ενενήντα λεπτά και να κλωτσάνε μια μπάλα. Πώς να σε καταλάβει ο πλούσιος φίλος σου που δεν ξέρει τι σημαίνει τα είσαι επτά μήνες απλήρωτος; Συμπέρασμα δεν υπάρχει εξομολόγηση εφ όλης της ύλης και αυτή που γίνεται στους παπάδες για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας ενώπιον του Θεού, δεν έχει νόημα. Το βάρος θα συνεχίσουμε να το κουβαλάμε ενώπιον των ανθρώπων και πρωτίστως ενώπιον του εαυτού μας.
Για να εξηγούμαστε: δεν βγάζω τ' απωθημένα μου, απ’ αυτήν εδώ την στήλη, προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις λέξεις τέτοια, που το προσωπικό να εισχωρεί βαθιά στο κοινωνικό, σαν μια μετάγγιση αίματος. Δεν με αφορούν μόνο, μας αφορούν.
Σε έναν επίλογο παλαιοτέρου κειμένου, είχα δώσει μια εξήγηση:
«Δεν ξέρω τι με έπιασε, θέλω να γράψω για τη μοναξιά του έρωτα. Την ερημιά του πλήθους και την παρηγοριά της γραφής. Το βάσανο που γίνεται βάλσαμο αλλά όμως δεν μεταβάλλει τη ζωή. Μονάχα εκείνο το δηλητήριο στο αίμα μας το μετατρέπει σε τοξίνη των γραμμάτων. Κι αυτό το αντιλαμβάνεται ο τυχαίος παραλήπτης, ο ευαίσθητος. Ενώνει τα δικά του βιώματα κι είναι κι αυτό, ξέρετε, μια δύναμη μια ζεστασιά…»
Για να εξηγούμαστε, δεν μου συμβαίνουν πάντα, αυτά που καταθέτω κάθε μέρα, με αφορούν όμως. Και αν τα καταθέτω σε πρώτο πρόσωπο, είναι γιατί αυτή η σχέση όλα αυτά τα χρόνια, απέκτησε αυτό το δικαίωμα.

Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...