Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

Ο εμφύλιος σ’ αυτή τη χώρα δεν θα τελειώσει ποτέ


Δεν είναι μόνο πολιτικά τα αίτια ή ταξικά, για την έντονη αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει στο νησί μας. Στο έδαφος της πολιτικής διαφωνίας, βλασταίνουν πλέον εσωτερικά πάθη, πείσματα, συναισθηματικές και πνευματικές ανεπάρκειες, φοβίες, ματαιώσεις. Οι εστίες του πολέμου είναι διάσπαρτες σε όλο το κοινωνικό φάσμα και δεν ξέρεις πλέον από που να φυλαχτείς. Δεξιοί στα μαχαίρια με δεξιούς, αριστεροί με αριστερούς, και χιαστί.
“Οι συγκρούσεις ξεσπούν με αφορμή έναν φαινομενικά αδύναμο σπινθήρα: ξεκινούν σαν διαφορά επιχειρήματος, προσέγγισης ή και ιδεολογίας, και φουντώνουν, ανοίγονται χαράδρες απλησίαστες”. Η διχόνοια, όπως την περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός:

«Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή καθενός χαμογελάει, ‘πάρ’ το’, λέγοντας, ‘και συ’»
“Γίναμε μια κοινωνία απειλούμενων ατόμων.” όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης. “Η εύκολη οδός για τον πληττόμενο, τον απειλούμενο, τον φοβισμένο, είναι η οδός της ατομικής διάσωσης παντί τρόπω. Μιθριδατισμός στον πόνο του άλλου, η αδυναμία ή και άρνηση κατανόησης της διαφορετικής γνώμης, της άλλης στάσης”.
Δυστυχώς από τη βολή του καναπέ, από τις υποχρεώσεις που μας φόρτωσαν, από τους φίλους που δεν έχουμε, από τους προγραμματισμούς για μια μίζερη ζωή, από το χρόνο που κλέψαμε πιστεύοντας ότι μπορούμε να τον πληρώσουμε… υπάρχει χάσμα αξεπέραστο.
Είναι αυτό το χάσμα που απομακρύνει την αλληλεγγύη των γενεών και κόβει απότομα μια αλληλουχία. Την κληρονομιά την ξοδέψαμε στα χρηματιστήρια και στο ευ ζην. Ξεπουλήσαμε την ψυχή μας στο διάολο και τώρα ο δρόμος, εκεί που γίνονται οι συναντήσεις, φαντάζει γκρεμός. Δεν μπορούμε πλέον να μπούμε στην παρέα. Δεν μπορούμε να ανταμώσουμε…
Τίποτα δεν έχουμε διδαχτεί τελικά, ο εμφύλιος σ’ αυτή τη χώρα φαίνεται πως δεν θα τελειώσει ποτέ...

Πάλι ξανά στα ίδια

“Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει, άντε ξανά τα ίδια τα ίδια απ’ την αρχή” Είναι ο εύκολος δρόμος. Δυο μοίρες αριστερά εσύ, δέκα μοίρες προς τα δεξιά εγώ, και νάτος “πάλι πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει.” Για τον δικομματισμό ο λόγος, που είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ήρθε το τέλος του. Η κεντροδεξιά από τη μία, η κεντροαριστερά από την άλλη και: Ολαρί α, ο λα ρά, δάγκωσε με πιο βαθιά. Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά.
Όλοι μαζί στο κέντρο να αλλάζουνε ανώδυνες μπαλιές καθυστερώντας το χρόνο και τις εξελίξεις. Έτσι για άλλη μια φορά, εμείς οι αιρετικοί θα βρεθούμε εκτός, ασκεπείς κουρασμένοι και θλιμμένοι από τις επαναλήψεις. Πενήντα χρόνια, πολεμούσαμε τον δικομματισμό. Πενήντα χρόνια αυτές τις εναλλαγές στην εξουσία που οδήγησαν τη χώρα μας στην καταστροφή και εκεί που πιστέψαμε ότι ξεμπερδέψαμε με αυτό το τέρας.... Νάτο και πάλι να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του.
Μακάρι να διαψευστούν οι παραπάνω προβλέψεις... για την ώρα: “Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο, ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά, λόγια λόγια, λόγια, λόγια ψεύτικα...”

«Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως»

Είναι παλαιότερο το παρακάτω, αποτελεί όμως μία σταθερά, που έχει κάθε δικαίωμα στην επανάληψη.
Μια φράση, του Ποιητή, «Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως», είναι ικανή για να νικήσει τις σιωπές και να φωτίσει χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Δεν σας κρύβω, ότι αυτή η καθημερινή μάχη που δίνω, προσπαθώντας να νικήσω τον εγωισμό μου, λειτουργεί λυτρωτικά απέναντι στο ζοφερό περιβάλλον των ημερών που διανύουμε.
Στον κόσμο των βαριών συναισθημάτων, τα γεγονότα αποκτούν βαρύνουσα σημασία, βάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη στο περιθώριο, τη μίζερη πραγματικότητα.


Σε μια διαδρομή λέξεων, αλληλεγγύης σκέψεων, σ’ ένα παιγνίδι που δεν έχει σχέση με τη γνωστή «κρεμάλα», θα συνεχίσω και σήμερα. Με τις λέξεις τα έβαλα χθες στην αντιπαράθεση με τη σιωπή.
«Αυτές τις μέρες μαλώνουν οι λέξεις, κοντά σε κάθε τελεία μόνο ηρεμούν. Γι΄ αυτό και συνεχόμενες είναι. Οι τελείες. Όχι οι λέξεις».
Στο «Γιατί;» που εμφανίζεται απρόσκλητο στο φινάλε, για να με προβληματίσει, το έχω καταργήσει το ερωτηματικό.
Το πρωί είδα έναν ταχυδρόμο, χωρίς καπέλο και στολή. Υποβαθμισμένη εμφάνιση, τριτοκοσμική κατάσταση. Φιγούρα μιας Ελλάδας, «άρπα κόλα», μιας χώρας που έχασε το προσανατολισμό της, που πιάστηκε με πολλά και τα τίναξε όλα. Αυτόματα χωρίς καμία δεύτερη σκέψη ψιθύρισα, με τόση ένταση, που το άκουσα: «Ο ταχυδρόμος πέθανε». Δεν συνέχισα το τραγούδι. Γιατί ήρθε ο τίτλος και κάθισε; Θα ήταν ψέμα αν σας έλεγα ότι ξέρω τη συνέχεια.
Άφησα τον Ταχυδρόμο, σκυμμένο, πάνω από τον ταχυδρομικό σάκο, μπερδεμένο με διευθύνσεις και ονόματα, ο τίτλος όμως δεν με άφησε. «Ο ταχυδρόμος πέθανε».
Κάποτε όλα αλλάζουν. Όχι γιατί το θέλεις. Όχι γιατί το μπορείς. Γιατί η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα. Πάντα ένα βήμα μπροστά. Σε τραβάει. Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ.
Σ’ αυτόν τον τόπο, που το χώμα υποχωρεί, που η γη βουλιάζει και μας έχει αφήσει μετέωρους, είναι ανάγκη να γυρίσουμε σε κείνες τις σταθερές, που έγιναν στίχοι, έγιναν τραγούδια και έμειναν.

Χιονίζει

Νομίζετε ότι θα κερδίσετε με τις καθυστερήσεις; Ούτε κλάσμα του δευτερολέπτου.
2020 πλέον. Πρώτο κείμενο του χρόνου. «Θέλω μια καινούργια αρχή» είναι η πρώτη απαίτηση και συγχρόνως η πρώτη δέσμευση, που ακόμα δεν κατάφερε να εκπληρωθεί.
Να επανέλθουμε σιγά σιγά, με ρυθμούς αργούς, όπως χρειάζεται για να αντέξει ο οργανισμός μας. Να ζεσταθούμε. Πως ν΄ αντέξεις το δριμύ ψύχος των ημερών αν δεν επικαλεσθείς τα καλοκαίρια που έζησες;
Αυτές τις πρώτες μέρες του χρόνου, νοιώθω μια ανυπέρβλητη επιθυμία να γυρίσω σ' κείνη την εποχή της αταξίας, τότε που η νιότη ξεπερνούσε τους κανόνες, αγνοούσε τα “πρέπει” και τα “μη”, οι λέξεις είχαν την απόλυτη αντιστοιχία με τη ζωή και μοναδικό σύννεφο στον ουρανό ήταν ο ήλιος.
Σήμερα με ένα θαμπό ουρανό να με σκεπάζει και λέξεις που δεν έχουν καμία αντιστοιχία με την ζωή, αισθάνομαι ότι μας περισσεύουν τα λόγια και μας λιγοστεύει η ζωή.


Θέλω να γυρίσω πίσω, να γυρίσω σε κείνη την εποχή της αταξίας, να ξαναβρώ εκείνες τις παρθένες λέξεις και να ξαναδώ στον ουρανό εκείνο το μοναδικό σύννεφο, που θα είναι ο ήλιος.
Φεύγουν τα χρόνια και μας αλλάζουν, λιγότερες λέξεις, περισσότερα κλικ. Το facebook δίνει σιγά σιγά τη θέση του στο Instagram. Σιωπή. Καταθέστε τα μολύβια. Όλα μια φωτογραφία. Όλα μια εικόνα που ισοπεδώνει τα πάντα,ο όποιος λόγος, τείνει να καταστεί θόρυβος. Παρά την οπτική πολυχρωμία, δεσπόζουν η ομοιομορφία και η κρατούσα άποψη. Στην εποχή της εικόνα, δεν επικοινωνούμε πλέον, καταναλώνουμε. Αλήθεια μετά την εικόνα τι; Τι άλλο από σκοτάδι; Δεν το κάνω από αντίδραση αλλά θα συνεχίσω να φωτογραφίζω με λέξεις αυτά που βλέπω, αυτά που αισθάνομαι, έχοντας την ελπίδα με μια λέξη να αποφύγω χίλια κλικ. Θα συνεχίσω να φωτογραφίζω με λέξεις τις μέρες μας, τα χρόνια μας , τη ζωή μας τα φώτα και σκοτάδια.
Για μας που δεν πιστεύουμε, όπως γράφει ο Μπουκόφσκι, “Οι μεγάλες απαντήσεις δεν παραμένουν γραμμένες σε πέτρινες πλάκες. Βρισκόμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.
Χιονίζει. Έβγαλα και φωτογραφία. Είχε δίκιο η βροχή που έτρεμε .Μπορώ να φανταστώ την φωτογραφία της Δημουλά , λίγες λέξεις χρειάστηκε για να μας κάνει κλικ με το παρακάτω:
Τρέμεις βροχή.
Σε φοβέρισε ο μετεωρολόγος ότι θα γίνεις αύριο χιόνι;
Εμάς να δεις θα λιώσετε, θα λιώσετε προβλέπει.

“Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής...”

Ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις στο μαγικό κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού,...