Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Τα χέρια που γράφουν δεν ανήκουν σε τέλειες ζωές

Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται κανείς άλλος να μιλήσει για σένα. Το χέρι σου υπάρχει ακόμη. Μπορεί να κουράστηκε, μπορεί να δίστασε, αλλά ξέρει. Ξέρει τι πέρασες, τι φοβήθηκες, τι δεν είπες.


Μας έμαθαν να πιστεύουμε ότι ο λόγος ανήκει σε λίγους. Σε όσους «ξέρουν να γράφουν». Κι εμείς να διαβάζουμε σιωπηλοί, να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε από μέσα μας. Μέχρι που κάποτε διαβάζεις κάτι και νιώθεις ότι σε αφορά. Όχι γιατί μιλάει για σένα, αλλά γιατί μιλάει όπως θα μιλούσες εσύ αν τολμούσες.



Εκεί γεννιέται η ζήλια. Όχι η κακή. Η ζήλια που σου λέει ότι μπορείς κι εσύ. Ότι αυτό που διάβασες δεν το έγραψε ένας ανώτερος άνθρωπος, αλλά ένα χέρι που πέρασε από παρόμοιες σκέψεις, από παρόμοια μπερδέματα.

Τα χέρια που γράφουν δεν ανήκουν σε τέλειες ζωές. Συνδέονται με ανθρώπους κουρασμένους, αμφίβολους, συχνά πληγωμένους. Γι’ αυτό γράφουν. Όχι για να φανούν, αλλά για να ξαλαφρώσουν. Για να πουν έναν πόνο χωρίς να τον ζουν ολόκληρο εκείνη τη στιγμή.

Το γράψιμο δεν λύνει τα προβλήματα. Τα μετακινεί λίγο. Σου δίνει απόσταση. Σου επιτρέπει να κοιτάξεις αυτό που σε ταράζει χωρίς να σε καταπιεί. Είναι ένας τρόπος να πάρεις ανάσα.

Αν υπάρχει κάτι σημαντικό σήμερα, είναι αυτό. Να μη φοβηθούμε το χέρι μας. Να γράφουμε όπως σκεφτόμαστε, όπως αισθανόμαστε, όπως μπορούμε. Όχι για να γίνουμε συγγραφείς. Αλλά για να μείνουμε άνθρωποι. 

Ο Χορός των Προσχημάτων

Κάποτε, η φράση «επί της διαδικασίας» ήταν ένας παγωμένος χρησμός. Μια φράση ικανή να σταματήσει τον χρόνο, να εξαντλήσει ανθρώπους και να προστατεύσει αποφάσεις πριν καν ειπωθούν. Η ουσία περίμενε στο βάθος, αν περίσσευε χρόνος, αν περίσσευε θάρρος.


Τα χρόνια πέρασαν, τα πρόσωπα άλλαξαν, οι λέξεις εκσυγχρονίστηκαν. Οι διαδικασίες έμειναν. Στέκουν ακόμα εκεί, ακίνητες και αυτάρεσκες. Δεν υπηρετούν τη δημοκρατία, τη φυλακίζουν σε μια προθήκη, καθαρή, αποστειρωμένη, αλώβητη από το άγγιγμα της ζωής.



Με πρόσχημα την τήρησή τους, στήθηκε μια ηθική της κανονικότητας. Όλα γίνονται σωστά, όλα καταγράφονται, όλα έχουν ήδη κριθεί. Το αποτέλεσμα περνά από τα στάδια απλώς για να αποκτήσει νομιμοποίηση. Ένα παιχνίδι σικέ, χωρίς θεατές που πιστεύουν πια στο τέλος.

Η διαδικασία έπαψε να είναι το μέσο, έγινε ο σκοπός. Ένα φυτώριο για πειθήνιες καριέρες, μια τιμωρία για όσους αρνούνται να μιλούν δίχως να λένε τίποτα. Πόσοι άνθρωποι - σκιές επέπλευσαν στις δίνες της, και πόσοι ζωντανοί πνίγηκαν επειδή δεν άντεχαν τον θόρυβο του κενού; Κάποτε οι μάχες ήταν μετωπικές, οι πληγές φανερές. Σήμερα, η έκβαση είναι γραμμένη στο περιθώριο, πριν ακουστεί η πρώτη λέξη.

Στη θέση των παλιών συνεδριάσεων, υψώσαμε το είδωλο της «δημόσιας διαβούλευσης». Όνομα γλυκό, σχεδόν ναρκωτικό. Όλοι μιλούν, οι ψηφιακές πλατφόρμες στενάζουν από σχόλια, κι όμως τίποτα δεν μετακινείται ούτε ένα χιλιοστό. Οι αποφάσεις παρελαύνουν μπροστά μας σαν μια πομπή φαντασμάτων, τις κοιτάμε να περνούν και συνεχίζουμε τη μοναξιά μας.

Κουράστηκα να εξηγώ. Όταν χρειάζεται επεξήγηση η απουσία της ουσίας, το παιχνίδι έχει χαθεί. Χάνεται εκείνη η σιωπηλή συνεννόηση, το βλέμμα που προλάβαινε τις λέξεις. Τώρα μιλάμε ασταμάτητα, διψάμε, ανεβάζουμε πίεση και στο τέλος μετράμε χρόνο, όχι αποφάσεις.

Λίγο πριν το χάραμα, αναπολώ μια τελευταία συνεδρίαση. Μία και μοναδική: για να καταργήσει τον εαυτό της. Ο Μαγιακόφσκι έφυγε νωρίς, ίσως για να μη δει το τέλος του δρόμου. Ήξερε, βλέπετε, πως η δημοκρατία δεν σβήνει από τη σιωπή, αλλά από τον πνιγμό μέσα στα 

Η φθορά σε κοινή θέα

Καθόμουν στην τελευταία σειρά μιας «υποχρέωσης». Στην πρώτη σειρά, ένας παλιός πρωταγωνιστής της τοπικής πολιτικής σκηνής. Η παρουσία του ήταν σκιά που αρνιόταν να φύγει, και κάτι μέσα μου σφίχτηκε. Ρώτησα τον διπλανό μου: «Αυτός είναι εκείνος;» Η απάντηση ήταν καταφατική.



Δεν με κουράζει η πόλη, με κουράζει η επιμονή των ίδιων ανθρώπων πάνω της. Σαν παλιές αφίσες που ξεθωριάζουν. Η πόλη αντέχει. Εκείνοι προσπαθούν.

Στην πολιτική δεν υπάρχει σύγκρουση, υπάρχει διάρκεια. Μια ήσυχη παράταση. Οι παλιοί εμφανίζονται ξανά όχι για να πουν κάτι νέο, αλλά γιατί δεν μπορούν να αποχωρήσουν. Η εξουσία τους κρατά γνώριμους και ακίνδυνους. Σαν παλιά έπιπλα που αλλάζουν θέση, όχι χρήση.

Κάποτε μιλούσαν για αξίες. Σήμερα μιλούν για ισορροπίες. Δεν άλλαξαν ιδέες, άλλαξαν προτεραιότητες. Η πολιτική εδώ δεν είναι πράξη ρήξης, είναι τρόπος παραμονής.

Η κοινωνία βλέπει και θυμάται. Αναγνωρίζει πρόσωπα και διαδρομές, γνωρίζει πώς συνήθως τελειώνουν. Κι όμως σιωπά. Όχι από αδιαφορία, αλλά από κόπωση. Από εκείνη που μαθαίνει να αποδέχεται όσα δεν αλλάζουν εύκολα.

Δεν μιλώ για όσους λύγισαν. Η ζωή το κάνει αυτό. Μιλώ για όσους διαπραγματεύονται τον εαυτό τους αθόρυβα. Λίγο λίγο. Όσο χρειάζεται για να μείνουν.

Η πολιτική κατέληξε υπαρξιακό όριο. Όχι γιατί δεν υπάρχει μέλλον, αλλά γιατί κανείς δεν ξέρει πότε ολοκληρώνεται ο κύκλος του. Η αποχώρηση μοιάζει σκληρή λέξη, κι όμως συχνά είναι η πιο καθαρή.

Έτσι γεμίζουμε ζώντες που δεν φεύγουν και νεκρούς που δεν δικαιώνονται. Και μια κοινωνία που τους κοιτά χωρίς θυμό και χωρίς φωνή. Με εκείνη τη σιωπή που αφήνει τη φθορά να εκτίθεται, σε κοινή θέα. Όχι επειδή επιβλήθηκε, αλλά επειδή έγινε αποδεκτή. 

Πριν συνηθίσουμε το λίγο

Φέτος, για να είμαστε δίκαιοι, έγινε μια φιλότιμη προσπάθεια. Ο στολισμός της πόλης ήταν καλύτερος από άλλες χρονιές και ορισμένες χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις απέκτησαν κάποια συνοχή και ποιότητα. Υπήρξε διάθεση, κόπος και άνθρωποι που νοιάστηκαν. Αυτό πρέπει να το πούμε καθαρά, χωρίς ειρωνεία, χωρίς αστερίσκους, χωρίς μικροψυχία και χωρίς τον εύκολο πειρασμό της ισοπέδωσης.



Όμως μια ιστορική πόλη δεν μετρά τον εαυτό της μόνο με το «καλύτερα από πέρυσι». Δεν της αρκεί η σύγκριση. Χρειάζεται ταυτότητα. Χρειάζεται μνήμη. Χρειάζεται διάρκεια. Χρειάζεται να αφήνει κάτι πίσω της όταν σβήνουν τα φώτα και τελειώνει η γιορτή.

Τον Γενάρη του 2025, μετά τα Φώτα, είχα θέσει μια απλή αλλά κρίσιμη πρόταση. Ότι ο χριστουγεννιάτικος στολισμός και οι εκδηλώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια ετήσια υποχρέωση της τελευταίας στιγμής. Ότι ο σχεδιασμός πρέπει να ξεκινά νωρίς. Όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να αποκτήσει νόημα και συνοχή.

Η πρόταση αυτή παραμένει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.
Αν θέλουμε κάτι ουσιαστικό, αν θέλουμε η πόλη να πάψει να αυτοσχεδιάζει κάθε Δεκέμβρη, χρειάζεται απόφαση. Χρειάζεται μια οργανωμένη ομάδα, με πρωτοβουλία του Δήμου, με σαφή ευθύνη και συνέχεια στον χρόνο. Άνθρωποι από τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, την αγορά, να σκέφτονται τη γιορτή ως αφήγηση της πόλης και όχι ως αγγαρεία του ημερολογίου.
Στολίζοντας σωστά και δημιουργώντας εκδηλώσεις που έχουν ποιότητα, συνοχή και συνέχεια.

Δεν πρόκειται για ζήτημα χρημάτων. Πρόκειται για ζήτημα σκέψης. Για το αν θέλουμε έναν στολισμό και ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων που απλώς φωτίζει ή που μιλά, που δεν περιορίζεται στο κέντρο, αλλά αγκαλιάζει τις γειτονιές και δημιουργεί νόημα. Που δεν στήνεται πρόχειρα, αλλά επιστρέφει κάθε χρόνο με συνοχή, σαν γνώριμη φωνή.

Η αισθητική και η ποιότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι στάση. Είναι πολιτισμός. Είναι, τελικά, πολιτική πράξη. Ο τρόπος που στολίζεις την πόλη σου και η προσεγμένη οργάνωση των εκδηλώσεων δείχνει πόσο τη σέβεσαι και πόσο πιστεύεις στη συλλογική μνήμη.

Η φετινή προσπάθεια δείχνει ότι υπάρχει έδαφος. Τώρα χρειάζεται συνέχεια. Γιατί αλλιώς θα συνηθίσουμε το λίγο και θα το βαφτίσουμε αρκετό. Θα αρκεστούμε στο «τουλάχιστον έγινε κάτι» και θα χάσουμε αυτό που μπορεί να γίνει.

Όσο κι αν ανάβουν τα φώτα, όσο κι αν φαίνεται πιο όμορφη η πόλη για λίγες μέρες, η ιστορία θα μετρά μόνο την απόφαση που δεν πάρθηκε, τη φωνή που δεν ακούστηκε, τη γιορτή που δεν τόλμησε να γίνει ολοκληρωμένη.

Η φωτογραφία είναι του Αλέξανδρου Μελίδη 

Η Γύμνια του Τοπίου



«Και του χρόνου», λέμε, και η φωνή μας χάνεται μέσα στον θόρυβο των συνεργείων που μαζεύουν τα σιδερένια κουφάρια των στολισμών. Τώρα που η πόλη αποκαθηλώνει τα φωτάκια της και οι πλατείες επιστρέφουν στην πέτρινη σιωπή τους, η ψευδαίσθηση τελειώνει. Το ξεστόλισμα είναι η πιο ειλικρινής στιγμή του χειμώνα, είναι η ώρα που οι δρόμοι δείχνουν πάλι τις λακκούβες τους και οι άνθρωποι τις σκιές τους, χωρίς το άλλοθι μιας χρυσόσκονης που όλα τα σκέπαζε με μια πρόχειρη ευτυχία.



Για εμάς, τους αμετανόητους της απέναντι όχθης, αυτή η γύμνια είναι η φυσική μας κατοικία. Μάθαμε να ζούμε με το βλέμμα πέρα από το προφανές, να μην εγκλωβιζόμαστε στο «φαίνεσθαι» μιας πλαστικής ευδαιμονίας. Στο κατώφλι του 2026, δεν περιμένουμε θαύματα από ένα ημερολόγιο που αλλάζει, αλλά αντοχές από έναν εαυτό που δοκιμάζεται. Κουραστήκαμε να μετράμε ανακυκλωμένες ελπίδες και ηγέτες που η πνευματική τους ένδεια περισσεύει, ενώ οι ίδιοι και οι ίδιοι, με τα ίδια και τα ίδια, προσπαθούν να διαχειριστούν μια μιζέρια που πλέον μοιάζει με πεπρωμένο.

Το υποθηκευμένο μέλλον, για το οποίο μιλούσαμε άλλοτε, είναι πια το σπίτι μας. Κατοικούμε μέσα σε χρέη του παρελθόντος και σε υποσχέσεις που μετατίθενται για την επόμενη επέτειο. Κι όμως, μέσα σε αυτή την άχαρη επιστροφή στην καθημερινότητα, υπάρχει μια κρυφή ηδονή, η ηδονή του να μην περιμένεις τίποτα από την τύχη, αλλά τα πάντα από το πείσμα σου. Ας λαδώσουμε σιγά σιγά τις μηχανές, όχι για να τρέξουμε στον συρμό της ευκολίας, αλλά για να βαδίσουμε αργά, με εκείνη τη διαύγεια που χαρίζει μόνο η καθαρή ματιά.

Η μελαγχολία αυτών των ημερών δεν είναι αδυναμία, είναι το γέλιο εκείνο που στάζει αλμύρα, όπως έλεγε και η Κυρία του ραδιοφώνου: αλητέψαμε στις ήττες μας, λεηλατήσαμε τις αυταπάτες μας και τώρα στεκόμαστε εδώ, πειρατές χωρίς θησαυρούς αλλά με καθαρό βλέμμα.

Και του χρόνου, λοιπόν, να είμαστε εδώ, πιο αληθινοί, λιγότερο θεατές και περισσότερο παρόντες στη δική μας ζωή.

Η φωτογραφία είναι της Ελένης Χριστογιάννη 

Το Ηχείο των Ισχυρών

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια έκτακτη ανάρτηση μετά την ντροπιαστική δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού για την επέμβαση των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα

Στον χάρτη της διεθνούς σκηνής, η απόσταση ανάμεσα στην Αθήνα και το Καράκας μετριέται πλέον με την ακρίβεια μιας δήλωσης που στάζει ιστορική αμνησία. Η πρόσφατη τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την οποία έσπευσε να ενδυθεί τον μανδύα του κήρυκα μιας «επέμβασης» στη Βενεζουέλα, δεν είναι απλώς μια διπλωματική αστοχία. Είναι μια πράξη βαθιά ντροπιαστική, ένας λεκτικός υποκλισμός που ηχεί σαν προσβολή στη δημοκρατική παράδοση ενός Λαού που γνωρίζει καλά τι σημαίνει «κηδεμονία».




Ο Έλληνας πρωθυπουργός επέλεξε τον ρόλο του πιο «πρόθυμου» της παρέας. Η Αθήνα, που κάποτε υπήρξε σύμβολο αντίστασης στην κηδεμονία, εμφανίζεται τώρα να ζητά την έφοδο των ξένων σε μια κυρίαρχη χώρα.

Στη λογοτεχνία των εθνών, αυτό το κεφάλαιο το έχουμε διαβάσει πολλές φορές. Είναι το ίδιο μοτίβο όπου η «σταθερότητα» βαφτίζεται εισβολή και η «ελευθερία» μετατρέπεται σε δούρειο ίππο έξω από τις πύλες των πετρελαιοπηγών. Είναι, όμως, θλιβερό ένας πρωθυπουργός που εκπροσωπεί μια χώρα με νωπές ακόμα τις πληγές από τις ξένες «προστασίες», να εμφανίζεται ως ο πιο πρόθυμος της διεθνούς παρέας, νομιμοποιώντας το δίκαιο του ισχυρού.

Η Βενεζουέλα δεν είναι μια άσκηση επί χάρτου σε κάποιο γραφείο στο Μαξίμου. Είναι ένας τόπος που φλέγεται ανάμεσα σε εσωτερικές παθογένειες και εξωτερικές ορέξεις. Όταν η επίσημη ελληνική φωνή συντάσσεται με την ιαχή των όπλων, λησμονεί πως η δημοκρατία δεν εξάγεται με ξένα ξίφη, ούτε με δηλώσεις που βλέπουν την ανθρωπότητα σαν οικόπεδο προς εκμετάλλευση.

Αυτή η τοποθέτηση θα μείνει ως μνημείο υποτέλειας. Γιατί η πραγματική ντροπή δεν βρίσκεται στην αδυναμία να επηρεάσεις τις παγκόσμιες εξελίξεις, αλλά στη βιασύνη να γίνεις το ηχείο εκείνων που περιφρονούν την αυτοδιάθεση των λαών. Η ιστορία γράφεται με την οδυνηρή, αλλά αυθεντική πορεία των ανθρώπων που αναπνέουν την υγρασία του τόπου τους, και όχι με το «πρόθυμο» μελάνι μιας εξουσίας που αναζητά επαίνους από τους ισχυρούς της γης. Η αξιοπρέπεια, δυστυχώς, απουσιάζει εκκωφαντικά. 

Μια Ανάσα Διαφορά

Ο κόσμος που ανατέλλει δεν είναι ποτέ ένας πιστός καθρέφτης του χθες. Κουβαλά πάντα την εύθραυστη υπόσχεση μιας απειροελάχιστης διαφοράς, ικανής να αλλάξει τα πάντα. Υπάρχει μια παλιά ιστορία των Χασιδίμ για τη μέλλουσα ζωή: λένε πως εκεί όλα θα είναι απαράλλαχτα. Το δωμάτιο θα είναι το ίδιο, τα ρούχα μας τα ίδια, όλα θα είναι όπως τώρα, μόνο λίγο διαφορετικά.



Αυτή η «μικρή διαφορά» είναι που μας κρατά σε τροχιά. Είναι το καύσιμο για το δικό μας «όλο και πιο ψηλά», η κρυφή ελπίδα πίσω από τις τυπικές ευχές για υγεία και αγάπη. Όμως, η αγάπη… Πόσο δύσκολα την αρθρώνουμε πέρα από τα εορταστικά χαρτιά περιτυλίγματος. Την περιφέρω χρόνια, τη ψιθυρίζω στις γωνίες των σκέψεών μου, αλλά διστάζω να την κοιτάξω κατάματα. Ίσως από μια ενστικτώδη ντροπή, ίσως γιατί η αγάπη είναι ένα μέγεθος που τελικά μας υπερβαίνει.

«Αγάπη σημαίνει δόσιμο», σημειώνει ο Νίκος Ξυδάκης, «δέσμευση, ηθική ευθύνη». Λέξεις που στα αυτιά των πολλών ηχούν πια αφελείς, σχεδόν ντεμοντέ. Κι όμως, είναι η μόνη πράξη που επιτρέπει στον έναν να παραχωρήσει χώρο στον άλλον, να κατοικήσει στη θέση του, να ανθίσουν μαζί.

Σε παλαιότερες γραμμές μου, σας είχα μιλήσει για ένα κρυμμένο φως. Ένα φως που φυλάκιζα στα υπόγεια του νου, άλλοτε από ανασφάλεια και άλλοτε από φόβο. Φέτος, η πρόκληση είναι να σπάσω τα δεσμά του. Μια αχτίδα αρκεί για να ανοίξει το παράθυρο στην αισιοδοξία, να επαναφέρει την πίστη στις δυνάμεις μας κόντρα στη σκληρότητα των καιρών.

Αυτή είναι η δική μου υπόσχεση για τη νέα χρονιά, να εκφράσω την αγάπη ευθέως. Για τον τόπο, για τον διπλανό, για τον άνθρωπο. Μια αγάπη χωρίς αιδώ, που δεν φοβάται να εκτεθεί, που μας ψηλώνει και μας πάει παραπέρα. Ένας κόσμος ίδιος με τον παλιό, «όπως τώρα», αλλά με εκείνη την πολύτιμη, ανεπαίσθητη διαφορά που τον κάνει, επιτέλους, να αναπνέει.

φωτογραφία: το διάσημο γλυπτό «A Ferida» (Η Πληγή), έργο του Ισπανού γλύπτη Alberto Banuelos-Fournier 

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...