Τα χέρια που γράφουν δεν ανήκουν σε τέλειες ζωές
Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται κανείς άλλος να μιλήσει για σένα. Το χέρι σου υπάρχει ακόμη. Μπορεί να κουράστηκε, μπορεί να δίστασε, αλλά ξέρει. Ξέρει τι πέρασες, τι φοβήθηκες, τι δεν είπες. Μας έμαθαν να πιστεύουμε ότι ο λόγος ανήκει σε λίγους. Σε όσους «ξέρουν να γράφουν». Κι εμείς να διαβάζουμε σιωπηλοί, να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε από μέσα μας. Μέχρι που κάποτε διαβάζεις κάτι και νιώθεις ότι σε αφορά. Όχι γιατί μιλάει για σένα, αλλά γιατί μιλάει όπως θα μιλούσες εσύ αν τολμούσες. Εκεί γεννιέται η ζήλια. Όχι η κακή. Η ζήλια που σου λέει ότι μπορείς κι εσύ. Ότι αυτό που διάβασες δεν το έγραψε ένας ανώτερος άνθρωπος, αλλά ένα χέρι που πέρασε από παρόμοιες σκέψεις, από παρόμοια μπερδέματα. Τα χέρια που γράφουν δεν ανήκουν σε τέλειες ζωές. Συνδέονται με ανθρώπους κουρασμένους, αμφίβολους, συχνά πληγωμένους. Γι’ αυτό γράφουν. Όχι για να φανούν, αλλά για να ξαλαφρώσουν. Για να πουν έναν πόνο χωρίς να τον ζουν ολόκληρο εκείνη τη στιγμή. Το γράψιμο δεν λύνει τα προβλήματ...