Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Μπορείς και με κάρβουνο να ζωγραφίσεις


Το είχα γράψει μόλις επέστρεψα από τον «Τιτανικό».   1997! Η   Ελλάδα είχε τη ψευδαίσθηση ότι επιπλέει.  Με δραχμή ακόμα, έκανε επιχρίσματα για την είσοδο στο κοινό νόμισμα.   Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια για να φύγει από τα μάτια μας η χρυσόσκονη  για  να δούμε και πίσω από την βιτρίνα.   Η καταστροφή επικυρωμένη από το χρόνο αποκτά ιδιαίτερη αξία. Το γεγονός δοσμένο από το σκηνοθέτη γίνεται μέσο ψυχαγωγίας σ’ έναν κόσμο που έμαθε να παρακολουθεί τις σφαγές από την τηλεόραση τρώγοντας τσιπς. Χρειάζεται χρόνος τελικά για να αποκτήσουν τα γεγονότα κάποια αξία. Όταν μετά από χρόνια θα παρακολουθούμε τη σημερινή πραγματικότητα σε κάποια ταινία, ίσως αντιληφθούμε το μέγεθος της καταστροφής.
Βρέχει, βρέχει συνεχώς, γκρίζα ομίχλη και παγωνιά. Ένα συνεχές δυστυχισμένο μισοσκόταδο. Στο σπίτι που αλλού. Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω. Πολύ θα ήθελα να έχω την απαραίτητη ανθεκτικότητα να ξαναρχίσω. Θα αρκεστώ τώρα να κλειδώσω το χρόνο. Έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν του δίνω ελπίδες απόδρασης.
Είχα συνηθίσει στον ήλιο και τη ζέστη, στα χρώματα και στις αποχρώσεις, στο φως, σε πολύ φως. Θα συνηθίσω άραγε ποτέ σε τούτo το μαυρόασπρο τοπίο με όλες τις διαβαθμίσεις του γκρι; Μπορείς και με κάρβουνο να ζωγραφίσεις και με μολύβι, να μην ξεχνάμε και τις παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες.
Έβαλα τελεία με το μαύρο και συνεχίζω με κόκκινο στυλό. Οι διαχειριστές της εξουσίας, θα έχουν θέση στην ιστορία μόνο για να κρατηθεί η χρονική σειρά. Όνομα και χρονολογία, τίποτα παραπάνω στο εγκυκλοπαιδικό λήμμα. Ένα μεσοδιάστημα, κάτι σαν το μεσαίωνα. Το μεσοδιάστημα όμως είναι τώρα. Οι αντιστάσεις έχουν μειωθεί σημαντικά. Είμαστε άτυχοι που το ζούμε και θα έχουμε και ευθύνες αν πάει περισσότερος χρόνος χαμένος.
Η ανάγκη θα μας οργανώσει και πάλι. Ο χρόνος θα κυλήσει στην ώρα του, θα αρχίσει να μετράει κανονικά και οι εικόνες θα έχουν διαπεραστικά χρώματα. Τον κρατάω τον χρόνο εδώ φυλακισμένο, μην αναλωθεί άσκοπα σε τούτο  το βαθύγκριζο τοπίο.
Η ιστορία αφήνει πίσω της αληθινά συντρίμμια, κάποιες φόρες γίνονται αναμνηστικά και μοσχοπουλιόνται, όπως ο «Τιτανικός». Οι σημερινοί διαχειριστές ένα τοπίο στην ομίχλη, όχι όμως ικανό να εμπνεύσει έναν Αγγελόπουλο της εποχής.


Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Μια υπόκλιση

Η λεηλασία που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι, με το πρόβλημα να γίνεται οξύτατο σ’ αυτούς που παίρνουν χαμηλές συντάξεις, δεν έχει προηγούμενο. Δεν έχει προηγούμενο ελλείμματος συναισθημάτων, γι’  αυτούς που χωρίς ντροπή χτυπούν αδιακρίτως  στο ψαχνό τους πατεράδες τους και τις μανάδες τους. Ανθρώπους αδύναμους,  που δύσκολα μπορούν να βγουν στους δρόμους.  Με σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχιας, τους επιβραβεύουν για τους κόπους μιας ζωής. Μια υπόκλιση από μια αναγνώστρια και φίλη  στους σιωπηλούς ήρωες της σημερινής Ελλάδας.      
«Σ’ όλες και όλους εσάς, που με τα άσπρα σας μαλλιά και τα ήρεμα μάτια σας, γιατί τα μάτια με τις δεκαετίες ηρεμούν, με τα ζαρωμένα χέρια σας και τη δυσκολία στο βάδισμα, σ’ όλες και όλους σας, υποκλίνομαι. Για όσα ζήσατε, για όσα δώσατε, όσα πήρατε και όσα δίνετε.
Για την έγνοια σας για εμάς και τα παιδιά μας, για τη βοήθεια σας στο μεγάλωμα τους, για την ερώτηση σας εάν ήπιαν σήμερα πορτοκαλάδα, για τις καραμέλες στην τσέπη σας, για τα δέκα τηλεφωνήματα όταν έχουμε πυρετό, γιατί μας κοιτάτε στα μάτια με αγωνία, γιατί  είστε πάντα σύμμαχοι, για εκατομμύρια λόγους τέλος πάντων αλλά κυρίως γιατί, παρά το ασταθές της βάδισης, εμείς όσο υπάρχετε, ακουμπάμε σε βράχο συμπαγή και ακλόνητο.

Με τα λάθη σας, με τα πάθη σας, με ό, τι κάνατε και ό,τι μετανιώσατε, είστε η σκεπή που μας προστατεύει. Κάποιοι από εσάς στα πανεπιστήμια, άλλοι στην οικοδομή, σε σχολεία, σε υπηρεσίες, στο εμπόριο, στα καράβια, φτάσατε στην αρχή της 3ης χιλιετηρίδας και μοιραστήκατε μαζί μας αισιόδοξα την αυτοπεποίθηση μιας κοινωνίας σε άνοδο. Σας επιβεβαιώναμε άλλωστε την αίσθηση, οι περισσότεροι από εμάς, με τους χαρτοφύλακες και τα ακριβά μας αυτοκίνητα.
Σήμερα, μπαίνει ο Φλεβάρης του ’13 και ξεκινά η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Οι τσέπες μάλλον θα πάψουν να έχουν καραμέλες και τα κόκαλα θα πονούν χωρίς θέρμανση. Τα γενόσημα ίσως να μην ανακουφίσουν τον πόνο. Η φωνή δεν είναι άλλο βροντερή για να βγει σε διαδήλωση και δε θέλει κιόλας. Η απογοήτευση άλλωστε δεν έχει φωνή.
Φωνή έχουν και μιλούν αδιάντροπα εκείνοι που συμφώνησαν, υπέγραψαν και εφαρμόζουν τα μνημόνια. Έναν να γδύσεις απ’ αυτούς, βγάζεις με τη φορεσιά και το ρολόι του δέκα συντάξεις Ελλήνων.
Εμείς όμως θα συνεχίσουμε να υποκλινόμαστε σε εσάς και ακόμη να σας θεωρούμε βράχους ακλόνητους για τους ίδιους πάντα λόγους και για έναν παραπάνω: γιατί εσείς είστε οι σημερινοί ήρωες της Ελλάδας».



Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Για τις στιγμές των εξαιρετικών συναισθημάτων


Κατά καιρούς απ’ αυτήν εδώ την στήλη, έχω γράψει για την αναποτελεσματικότητα της γραφής. «Και που τα γράφω… με γράφουν».  Και απελπίζομαι. Ενώ είμαι έτοιμος να παραδοθώ στην φτηνή εικόνα της εποχής, στην κυριαρχία της τηλεόρασης, στο πολιτιστικό μεσαίωνα που βιώνουμε, έρχονται κάποιες λέξεις σοφά συνδεδεμένες, για να με κάνουν να λύσω την σιωπή και να μου δώσουν τις απαραίτητες ανάσες γι’ αυτήν την μοναχική ανηφορική πορεία.
Ο Γιώργος Χρονάς, χαρακτηρίζει την πορεία  του, θρίαμβο του χρόνου  πάνω στην καταστροφή του κόσμου.
Θα συνεχίσουμε και ας μας γράφουν και ας αδιαφορούν, και ας προτιμούν τον ξεκούραστο τρόπο παρακολούθησης μιας άλλης ζωής μέσα από την τηλεόραση. Θα συνεχίσουμε τη μοναχική πορεία γιατί οι «μικρές στιγμές των ανθρώπων και των  εξαιρετικών αισθημάτων» πρέπει να καταγράφονται.  Κύριε  Χρονά, πάντοτε είναι καιρός για ποιητές, έχετε απόλυτο δίκιο…
«Γι’ αυτό το λόγο γράφω, για να μετατρέψω τη λύπη σε νοσταλγία, τη μοναξιά σε αναμνήσεις. Για να μπορώ, σαν θα έχω τελειώσει αυτή την ιστορία, να τη ρίξω στον ποταμό, τα νερά να σβήσουν αυτά που έγραψε η φωτιά».
Μια ερωτική ιστορία – ισχυρίζεται ο Κοέλο – κλείνει μέσα της όλα τα μυστικά του κόσμου. Αλλά όμως η πεμπτουσία της βρίσκεται στο φινάλε. Αυτό περισώζει τη λύπη κι έτσι μπορεί και να την κάνει νοσταλγία. Εκείνο που επιβάλλει τη μοναξιά και έτσι μπορεί να τη κάνει ανάμνηση.
Διότι «όταν οι θεοί ρίχνουν τα ζάρια δεν μας ρωτάνε αν παίζουμε» Και επειδή «ο σοφός είναι σοφός επειδή αγαπάει κι ο ανόητος, ανόητος, γιατί υποκρίνεται πως καταλαβαίνει την αγάπη».. Αλλά ο σοφός πολύ συχνά αδυνατεί να καταλάβει τον ανόητο. Έτσι ο ανόητος μπορεί να υποκρίνεται αλλά δεν ανταποκρίνεται.
Αποτέλεσμα τα κείμενα χωρίς αναγνώστες, οι επιστολές χωρίς παραλήπτες. Παραλήπτης βέβαια προκύπτει, που αντιλαμβάνεται το θαύμα και προσλαμβάνει την συγκίνηση. Πολλές φορές όμως άσχετος με το θέμα και χωρίς αρμοδιότητα. Οι κυρίως πρωταγωνιστές, αυτοί που αποτελούν την αφορμή, είναι παντού και πάντοτε απόντες.








Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Και μ’ ένα κόκκινο καπέλο


Συνήθως χρησιμοποιώ τη φωτογραφία για να στολίσω το κείμενο, σήμερα ξεκινάω ανάποδα. Ένα κείμενο για να στολίσω μια φωτογραφία.   Λίγες ώρες πριν μπούμε στον καινούργιο χρόνο, άνοιξα το παράθυρο, για να  με ακούσει το  μέλλον:   «Τι θέλω; Τη θέλω, να μην κοιτάει με τα μάτια των άλλων,  για να δει τι ήταν. Να μην σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής  όσων δεν την πίστεψαν. Να μην είναι δική μου. Να είμαστε ένα…Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία…»  Ε! Και μ’ ένα  κόκκινο καπέλο, κόκκινο της φωτιάς, τόσο κόκκινο   που να σκεπάζει όλα τα γκρίζα.   Ούτε απόλαυση, ούτε δόξα, ούτε εξουσία. Ελευθερία! Μόνο ελευθερία.
Ένα κόκκινο καπέλο, σύμβολο περιφρόνησης, για εκείνους που αγνοούν ότι η μόνη πραγματικότητα για τον καθένα, είναι η ίδια του η ψυχή.
Ένα κόκκινο καπέλο που ξεπερνάει τα συμβατά αυτής της μίζερης ζωής, όλα αυτά   τα επιπόλαια και τετριμμένα  και αγκαλιάζει με απόλυτη μεγαλοπρέπεια  τον  κόσμο των ονείρων μου. Τον πραγματικό! 

Φορούν κόκκινο καπέλο και πολλές φορές το παίρνουν και φεύγουν,  κάποιοι, που από τη φύση  και την ιδιοσυγκρασία τους, δεν μένουν στάσιμοι. Είναι αυτοί, που ο αυθορμητισμός, τους οδηγεί σε μια συγκεκριμένη στάση, αποτέλεσμα ιδεαλιστικών κινήτρων. Αυτοί, που στη ζωή τους δεν έμαθαν να υπολογίζουν και να αποβλέπουν. Δεν έμαθαν να συναλλάσσονται και να επιδιώκουν ανταλλάγματα. Αυτοί οι ασταθείς, που διαθέτουν φαντασία και όραμα μπορούν σε μια δεδομένη στιγμή να κάνουν τη διαφορά.
Η κοινωνία μας έχει κατακλυσθεί από μέτριους λογιστάκους. Κακούς διαχειριστές κοινοχρήστων. Φτηνούς διεκδικητές συμφερόντων. Ισορροπιστές και γεφυροποιούς. Συντηρητικούς και αδέξιους υπαλλήλους της εξουσίας. Μέσα σ’ αυτό το χλωμό τοπίο οι αυτόφωτοι απρόβλεπτοι, ρομαντικοί κρατούν μια σπίθα αναμμένη, που μπορεί όταν δοθεί η ευκαιρία να πυροδοτήσει εξελίξεις, που σήμερα φαντάζουν μακρινές.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι του προβληματισμού και της έρευνας, που μετακινούνται διαρκώς, που είναι συνεχώς ανικανοποίητοι που αυτοσαρκάζονται, που συγκρούονται χωρίς να υπολογίζουν καρέκλες και αξιώματα. Αυτοί οι μόνιμοι ταξιδευτές στην διαρκή αναζήτηση της Ιθάκης, είναι αυτοί που πάντοτε έδιναν και θα δίνουν γεύση στη ζωή μας.
Ένα κόκκινο καπέλο, κόντρα στην εποχή του μέσου όρου, και της ουδετερότητας.  Κόντρα σ’ αυτούς που απαρνούνται τον εαυτό τους και προσπαθούν με   βερνίκια και λούστρο να γίνουν άλλοι.  Να γίνουν λίγο απ’ όλα, δηλαδή  τίποτα.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι ήθελα να είμαι ο εαυτός μου. Οι τάσεις της εποχής μου, πολλές φορές με οδήγησαν σε ξένα μονοπάτια. Άργησα να αγαπήσω τα ελαττώματα μου, τις συνήθειες μου, τον τρόπο που είχα επιλέξει να ζήσω, τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάτι ιδεολογίες, κάτι θρησκείες, κάτι κοινωνικά κατεστημένα με είχαν δέσει χειροπόδαρα. Έπρεπε να αγαπήσω απιστίες, ωραία ψέματα, μεγάλα πάθη. Να εκτιμήσω κάποιους γιατί είναι αυτοί, για να μπορέσω να διακρίνω πάνω μου τα στοιχεία εκείνα, που μου έδιναν οντότητα. Και είχα τέτοια. Είχα ομορφιές κρυμμένες, από χρόνια, αναξιοποίητες.
Έτσι οι άλλοι εμπιστεύονται την εικόνα μου. Έτσι ακατέργαστο, αδέξιο δίχως βερνίκια και λούστρο. Έτσι ανασφαλή και κάθε άλλο παρά αυτάρκη. Με ανάγκες πολλές, με επιθυμίες. Ελεύθερο να βλέπω, να αγγίζω, να μυρίζω, να γράφω, να διαβάζω, να αγωνιώ, να ψάχνομαι, να θορυβούμαι να μπερδεύομαι.
Έτσι όλα γίνονται εύκολα, γιατί τα βρίσκεις ξαφνικά τα βήματα, βρίσκεις τις λέξεις και τους ανθρώπους, βρίσκεις τον ρυθμό σου.  Σήμερα «τη θέλω  και την έχω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία…»  Και με ένα  κόκκινο καπέλο…

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...