Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Είναι άδικο για το ποδόσφαιρο...

Γιατί ψάχνω παράθυρα; Για να φύγει το μάτι μέχρι εκεί που δεν βλέπει. Για να φύγει το μυαλό μέχρι εκεί που δεν φτάνει. Κλεισμένος τόσα χρόνια σε μια πόλη που έχει κάνει την ανακύκλωση επιστήμη, μόνο ένα ανοιχτό παράθυρο, σου δίνει ανάσες αντοχής και χρόνο υπομονής.
Ένα ανοιχτό παράθυρο, διάλειμμα. 
Ξεφυλλίζοντας τις προάλλες ένα αρχείο τοπικής εφημερίδας, για να βρω ένα δημοσίευμα στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ένοιωσα το χρόνο να σταματάει. Οι ίδιοι άνθρωποι, που έγιναν άλλοι και μετά άλλοι και ξανά οι ίδιοι και μετά άλλοι. Πόσα χρόνια πια θα ανακατεύουμε αυτή τη σούπα; Ποσά χρόνια θα πηγαινοερχόμαστε στην ίδια διαδρομή; Πόσο μελάνι και χαρτί χαμένο; Μόνο ο χρόνος που κιτρινίζει τα φύλλα, προσδιορίζει το μέγεθος της επανάληψης. Μια περίληψη του αρχείου αρκεί, για να προσδιορίσει το τέλμα.

Κάποτε βάζαμε ποδοσφαιρικούς όρους για να προσδιορίσουμε την πολιτική μας ζωή. Λάθος. Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν κανόνες, μεταγραφές με αυστηρούς όρους συμβολαίων. Δανεισμοί με προκαθορισμένο χρονικό ορίζοντα, ρήτρες μεταπώλησης, επαγγελματισμός, χωρίς να χάνει το ιδικό βάρος η φανέλα. Στο ποδόσφαιρο υπάρχει ακόμα ψυχή και πόδια που μπαίνουν στη φωτιά, και τσακίζονται. Στο ποδόσφαιρο υπάρχουν φίλαθλοι που δεν περιμένουν στο προθάλαμο βουλευτικών γραφείων, που υποστηρίζουν την ομάδα τους χωρίς ανταλλάγματα. Δεν υπάρχουν αναποφάσιστοι, που καθορίζουν το αποτέλεσμα, υπάρχουν αποφασισμένοι πρωταγωνιστές και οπαδοί. Στο ποδόσφαιρο χύνεται ιδρώτας και αίμα.
Καμία σύγκριση λοιπόν. Είναι άδικο για το ποδόσφαιρα να συγκρίνεται με την πολιτική.
Γιατί νομίζεται ψάχνω ένα ανοιχτό παράθυρο; Γιατί η μικρή μας πόλη που δέχτηκε να με αναθρέψει, πάντα ζητούσε αντάλλαγμα ένα κομμένο ορίζοντα…

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Είναι καλοκαίρι και είναι κρίμα

Είναι καλοκαίρι και είναι κρίμα. Να φύγουμε από το σκοτάδι, να εκμεταλλευτούμε αυτόν το γρήγορο χρόνο του καλοκαιριού που απομένει, να μαλακώσει η ψυχή μας, να ανακουφίσουμε τα νεύρα μας. Να βγούμε στο φως. 

Θα μπορούσα να γράφω, όταν η διάθεση θα ήθελε, όμως , θα έχανα την πολύτιμη καθημερινή άσκηση πειθαρχίας. Μέσα σ’ αυτή την ρευστότητα του ημερήσιου χρόνου, αποτελεί μια απαραίτητη σταθερά. Ασκούμε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβους μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα... 

«Εσύ που είσαι μέσα στα πράγματα τι λες γι’ αυτό…» με ρώτησε μία φίλη μου χθες «Δεν είμαι μέσα στα πράγματα» της είπα και ξαφνικά συνειδητοποίησα, πόσο πιο εύκολες είναι οι απαντήσεις, όταν είσαι έξω και ανασαίνεις καθαρό αέρα. Και οι λέξεις βγαίνουν χωρίς παρεμβολές, γυμνές και καθαρές, χωρίς στολίδια και βαψίματα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Μέχρι τέλους, θα μπορούσε να είναι η απάντηση. Η επόμενη ερώτηση είναι για το τέλος. Ποιο θα είναι το τέλος και πότε; Εδώ δεν έχει απάντηση.
Μέσα σ’ αυτή την σύγχυση, γινόμαστε όλοι μαθητευόμενοι μάγοι.
Μέχρι πότε; Μέχρι τέλους. Ο χρόνος είναι αυτός που πρέπει να μας απασχολεί και η ευχή φαντάζομαι σε τέτοιες καταστάσεις είναι: «το τέλος να έρθει όσο πιο γρήγορα». Και επειδή οι ευχές δεν είναι με το μέρος μας, καλό είναι να το προκαλέσουμε.
Σήμερα ζούμε σε συνθήκες ερειπίων. Χάνουμε χρόνο και μαζί δυνάμεις για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε. Να βάλουμε καινούργια θεμέλια. Να ξεκινήσουμε από χαμηλά και σιγά σιγά να ξαναβρούμε τα πατήματα μας.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι και να κάνουμε σ’ αυτό το σαθρό περιβάλλον είναι μάταιος κόπος.

Στο καλοκαίρι που απομένει, να τρέξουμε για δυνάμεις... που θα μας χρειαστούν.

«Και πόσο ανάγκη την έχουμε την καλοσύνη που σταλάζει στις φλέβες το θέρος…» έγραφε ο Νίκος Ξυδάκης στην «Καθημερινή». Πρώτα απ’ όλα μήπως και αποσυμπιεστεί η οργή, το μίσος που χύνεται από κάθε πλευρά και έχει θολώσει κρίση, νου και βλέμμα. Είναι καλοκαίρι. Να φύγουμε απ' το σκοτάδι. Να βγούμε στο φως.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

"Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει"

Κάθε χρόνο τα ίδια, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Με αρνητικά πρόσημα σε ό,τι ελπίσαμε σε ό,τι ζητήσαμε σε ό,τι υποσχεθήκαμε σε ό,τι θα αλλάζαμε και δεν αλλάξαμε… επιμένουμε. Όσο και η εμπειρία να συνηγορεί αρνητικά και το παρελθόν να έχει αποδείξει ότι η ευχή συνήθως ευχή μένει, τα «Θέλω» και τα «μη» αποτελούν πάγια αιτήματα σε κάθε ξεκίνημα, σε κάθε αρχή.
Και σήμερα θα φροντίσω να μιλήσουμε για το χρόνο, που μονίμως μας παίζει κρυφτούλι και αδιάκοπα μας πονά.
«Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει, αλλά το ποτάμι είμαι εγώ. Είναι ένας τίγρης που με σπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με καίει, αλλά η φωτιά είμαι εγώ. Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός, εγώ δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες» Αλλά και εγώ να είμαι το ίδιο ακριβώς κάνει. Εξάλλου ο ποιητής υπήρξε ανακουφιστικός: «Θα είσαι ό,τι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα»
Από παλαιότερους χρόνους η αναφορά, τότε που το «ιδεολογικά ύποπτη» της φίλης μου της Ελένης, το κάναμε τίτλο στο πληθυντικό, και γράφαμε εναλλάξ σε μια εφημερίδα: «Ιδεολογικά Ύποπτοι».

Διότι εμείς στα ανθρώπινα το θέλουμε το χρόνο μας, για να χαθούμε ή να σωθούμε, για να αποδώσουμε δικαιοσύνη να αποδείξουμε ακόμα μια φορά πως συγχωρούμε και λησμονούμε. Γυρίζουμε εύκολα σελίδα στη πρώτη ευκαιρία. Όχι από αδιαφορία ελπίζω, αλλά από απελπισία.Αρχιτέκτονες της ζωής μας, είμαστε εμείς κι εκείνο το σαθρό οικοδόμημα, που στοιβάζεται σε μια ζωή, που σαν να ’ναι ξένη μοιάζει, δικό μας είναι, μεσ’ στο χρόνο μας. Που από την πρώτη στιγμή μετρά αντίστροφα.
Είπε ο Σικελιανός τη ζωή «σπουδή θανάτου». Κανείς όμως από εμάς τους "αθάνατους" δεν τον άκουσε. Μονίμως αναβάλλοντας. Ευθύνες και λαχτάρες, χρέη και επιθυμίες, αγάπες και όνειρα ζωής. Κι εξάλλου «κανένα πεπρωμένο δεν είναι κατώτερο από το άλλο». Το θέμα είναι να βρει κανείς το πεπρωμένο του. Μονίμως σαν Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που απαντά στην κάμπια: «Τουλάχιστον ήξερα ποια ήμουν μέχρι χθες. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη για αύριο ποια θα ’μαι.
Κι όμως «θα είσαι ότι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα».

Και είναι ο χρόνος ένα ποτάμι που με σέρνει «Αλλά το ποτάμι είμαι εγώ». Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός. Κι εγώ, δυστυχώς, ο Μπόρχες. Και εγώ, εγώ δυστυχώς.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Και η σιωπή σε άλλη γλώσσα γίνεται άλλη σιωπή

Ένα ποίημα. Δυο διαφορετικές μεταφράσεις. Ίδιο νόημα. Άλλο ποίημα. Για τη γλώσσα ο λόγος.  Για τη γλώσσα μας, που μπορεί να περιορίζεται η διδασκαλία της,  ανά την υφήλιο,  εμείς   εδώ όμως χωρίς αυτήν, πώς να ζήσουμε πραγματική ζωή. Γιατί η γλώσσα όπως έγραφε σε ένα παλαιότερο κείμενο  η φίλη μου η Ελένη,  «Η γλώσσα είναι ο Θεός»,  αφορμή ένα βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη, που μετά από τριάντα πέντε  χρόνια στη Σουηδία και τριάντα βιβλία στα Σουηδικά,  επέστρεψε στην Ελλάδα. «Τα ελληνικά  του έδωσαν πίσω την αυθεντική του φωνή. Η ζωή ξανάγινε αυτονόητη. 
Μονάχα στη γλώσσα μας, άλλωστε, μπορεί να μας συμβούν τα πιο βαθιά και αληθινά μας: να ερωτευθούμε, να σταθούμε απέναντι στη γέννηση και το θάνατο, να τραγουδήσουμε τον καημό μας και τη χαρά μας, να κάνουμε τέχνη αναζητώντας το απόλυτο. Νανουρίσματα, μοιρολόγια, δημοτικό τραγούδι και αμανέδες, ραβασάκια, προσευχές και ποίηση μονάχα στη γλώσσα μας μπορούμε να κάνουμε.

Και αν η γλώσσα μας δεν είναι τα γαλλικά, τα γερμανικά ή τα πανταχού παρόντα κι επιβληθέντα αγγλικά, εμείς δεν γίνεται παρά να υπεραμυνθούμε,  του δικαιώματός μας να γεννιόμαστε, να ερωτευόμαστε, να ελπίζουμε, να διεκδικούμε και να πεθαίνουμε μονάχα στη γλώσσα μας.
Γιατί και τα τραγούδια διαμαρτυρίας δεν γίνεται παρά να είναι στη γλώσσα μας.
Γιατί ακόμα και η σιωπή σε άλλη γλώσσα γίνεται, εν τέλει, άλλη σιωπή. Και η αλήθεια, ξέρετε, καμία φορά κρύβεται εκεί, στη σιωπή. Η ψυχή μας στο ρυθμό και η άδηλη αλήθεια στη σιωπή και στην αθέατη πλευρά της ζωής μας. 
Κι η γλώσσα, το παντοτινό λιμανάκι μας, εμπεριέχοντας την εσαεί επιστροφή μας: «Ήταν ώρα να ξαναγυρίσω στο γραφείο μου και να ξαναπιάσω το σκάψιμο στο μόνο χωράφι που είχα ποτέ στην Ελλάδα: τα ελληνικά μου».Διότι σε ένα χωράφι μπορεί ν’ ανθίσει κανείς.


Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...