Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

Τράπεζα συναισθημάτων

Το έχω κάνει και εγώ παλαιότερα, γι’ αυτό άλλωστε μεγαλώνουμε για να μαθαίνουμε. Γι’ αυτό και η απώλεια της νιότης περνάει ανώδυνα. «Τι ωραία που μεγαλώνουμε» και το «ωραία» κολλάει σ’ αυτό που προσθέτει γνώση και αφαιρεί κακές συνήθειες του παρελθόντος. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κανόνας, έχω την αίσθηση όμως, ότι με τα χρόνια μεγαλώνει και η ψυχή μας.
Μπορώ να κοιτάζω το ταβάνι για ώρες και όταν χρε
ιαστώ βοήθεια, μπορώ από το ταβάνι να κοιτάζω το πάτωμα, αυτό σήμερα, παλαιοτέρα πλήρωνα την επιβεβαίωση με κάθε τίμημα. Και λίγα ψίχουλα ήταν αρκετά για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου.
Χθες με πήρε μια ξεχασμένη φίλη μου τηλέφωνο, κάποιο ζόρι τραβούσε, τσακώθηκε με τον φίλο της, χώρισε και με θυμήθηκε. Το έκανα και εγώ παλιότερα για να δικαιολογήσω την αρχή. Την αδυναμία της ήθελε να νικήσει. Τα χρόνια της δεν της έμαθαν ακόμα να κοιτάζει το ταβάνι, τα χρόνια της δεν της έδωσαν ακόμα τα φτερά να πετάξει στο ταβάνι και να βλέπει από ψηλά.
Ένοιωσα σαν τράπεζα συναισθημάτων. Κατέθεσε κάποτε ένα ποσόν και είχε την απαίτηση να είναι διαθέσιμο όποτε ξεμείνει. Για ανάληψη το απρόσμενο τηλεφώνημα. Πέντε κομπλιμέντα, λίγη επιβεβαίωση, μια πισινή.
Έχω πάρει και εγώ παλαιοτέρα τέτοια δάνεια, σήμερα από τη θέση του χορηγού, της έδωσα παραπάνω από την δανειοληπτική της ικανότητα …
Το επόμενο τηλεφώνημα ήταν από τον γιο μου, «Αν όλα πάνε καλά σε 8 μήνες θα είσαι παππούς», Τι ωραία που μεγαλώνουμε…

Και ας μην κάνουμε τίποτα

Αυτή η τοπική ανακύκλωση με έχει κουράσει, τα ίδια και τα ίδια σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας, μέσα από την ανυπαρξία μας.
Για την «Κέρκυρα μας», «Το καταπράσινο νησί, την ιστορία και τον πολιτισμό μας…», «τη θάλασσα μας». Διαφήμιση που ξέμεινε από προϊόν. Διαφήμιση αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Τα στερεότυπα που πάλιωσαν από την κατάχρηση
Όταν μιλάμε για εγωισμό της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα, της δικής μας τοπικής κοινωνίας, ο συλλογικός χαρακτηρισμός οδηγεί στον κατακερματισμό.
Παρακολουθώντας τις προσπάθειες, τοπικών πολιτικών παραγόντων, με ματιά θετική, και διάθεση ερευνητική, διαπιστώνει κανείς ότι οι αναφορές στον πληθυντικό, διαπνέονται από ένα ακλόνητο εγώ. Ένα εγώ που αποδυναμώνει κάθε κοινό στόχο.
Το κάλεσμα σε συλλογική προσπάθεια, κρύβει τον εγωισμό της πρωτοβουλίας και το αποτέλεσμα είναι ανάλογο της σκοπιμότητας.
Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν όσοι ασχολούνται με την πολιτική και έχουν σχέση με την εξουσία, είχαν κάπου στο βάθος του μυαλού τους τον τελικό αποδέκτη. Η πολιτική έχει χάσει τον προσανατολισμός της, ουσιαστικά δεν έχει αντικείμενο, αφού πρωταρχικός στόχος δεν είναι το «εμείς» αλλά το «εγώ».
Αυτό το είδος της πολιτικής λειτουργίας, που έχει κυριαρχήσει, ενταγμένο στην επικοινωνιακή λογική, παραβλέπει το ζητούμενο, που είναι να «κάνουμε κάτι» και επιδιώκει την προβολή, δηλαδή να φανεί ότι κάνουμε κάτι. Και ας μην κάνουμε τίποτα.
Μέσα από μια διαδικασία, ικανοποίησης φιλοδοξιών ή εξυπηρέτησης συμφερόντων, αγνοείται παντελώς ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο Λαός, που υποτίθεται για χάρη του γίνεται όλη αυτή η φασαρία.
Η έννοια της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, θα είχε αξία, αν πίσω δεν έκρυβε ένα σύγχρονο φαρισαίο. Σήμερα συνοδεύεται από τηλεοπτικές κάμερες, για να εξυπηρετηθεί η πολλαπλάσια ανταπόδοση.
Ο εγωισμός βέβαια, δεν βρίσκεται μόνο στο χώρο της πολιτικής, διαπερνάει ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, αναφερόμαστε στην εξουσία, γιατί η εγωιστική της λειτουργία έχει αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την κοινωνία. Η αγωνία των ανθρώπων της εξουσίας, δεν είναι το πως θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν το Λαό, αλλά πως θα εισπράξουν απ’ αυτά.
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει κανόνας και δεν προξενεί πλέον εντύπωση.

Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;

Σήμερα ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης...Κανείς δεν αμφιβάλλει για την ταχύτητα που όλα κινούνται, αυτό όμως δεν προϋποθέτει και την απόλυτη λήθη.
Έχω την αίσθηση ότι όλα έχουν σβηστεί. Τα υπερφορτωμένα εγκεφαλικά μας κύτταρα, για να αντέξουν σβήνουν με απίστευτη ταχύτητα. Λες και δεν είχε συμβεί ποτέ. Αντιμετωπίζουν το σήμερα, σαν αποτέλεσμα παρθενογέννησης.
Τα αποκόμματα παλαιών εφημερίδων ξεθωριάζουν, όχι από το χρόνο, άλλωστε χρειάζεται αρκετός για να συμβεί αυτό. Το σήμερα, βαριά ταφόπλακα το καταπλακώνει και το εξαφανίζει. Το τι έλεγε τότε, τι έκανε τότε, τι υποστήριζε τότε, ποιοι ήταν οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι, δεν έχει καμιά αξία, βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους, άλλους.


Χωρίς αιδώ, αυτοδιαψεύδονται, αυτοαναιρούνται, αυτόξεφτιλίζονται και μόνο τα πρόσωπα μένουν ίδια, στο χρώμα της ώχρας, το κόκκινο δεν τους πλησιάζει. Το δυστύχημα είναι, ότι δεν μας προκαλεί πλέον καμία εντύπωση, λες και ο βομβαρδισμός συγκεχυμένων πληροφοριών μας έχει σβήσει τη μνήμη.
Βήμα βήμα, όλο και πιο πίσω. Σιγά σιγά τον συνηθίσαμε τον πόνο. Σπασμωδικές αντιδράσεις χωρίς συνέχεια. Ο καθένας περιμένει τους άλλους. «Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, και ήταν αποτέλεσμα της αγίας απάθειας, και της αδιαφορίας μπροστά στα καυτά προβλήματα που μας μαστίζουν.
Φυσάει και η υγρασία πέρα των ορίων. Συνηθισμένος καιρός για τα κόκαλά μας. Θα έλεγα και για το μυαλό μας, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσω τα πράγματα. Η υγρασία φταίει και όχι η μαλακία. Δεν έχω τι να γράψω σήμερα. Η αγανάκτηση με οδηγεί στη σιωπή. Τα έχουμε πει χίλιες φορές. Τι να λέμε τώρα.
«Κιτρινίζω, μου φαίνεται, απόψε. Βαριά τα ναρκωτικά της πληροφόρησης. Η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας υπό το φως επιφανών αναλυτών του τίποτα. Πλανόδιων τσιρκολάνων της άποψης και της παρέμβασης. Ευτελισμένες λέξεις, κακοποιημένες έννοιες.»
Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί. Σε σας το λέω, που σας έχει σκεπάσει η υγρασία. Δεν βαρεθήκατε να εντοπίζετε προβλήματα; Δεν βαρεθήκατε τη γκρίνια; Αν έχετε αποφασίσει να πεθάνετε παρακολουθώντας, επιφανείς αναλυτές του τίποτα που «όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν» τουλάχιστον μη φωνασκείτε…»
Σήμερα ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης, για τον μονόδρομο του αγώνα. Και όλα αυτά χωρίς να περιμένουμε τους άλλους.

Ανταλλάσοντας νοσταλγίες

Αφορμή ένα παιγνίδι μνήμης. Γιατί δεν σβήστηκε εκείνη η στιγμή, στην αρχή της ηλικιακής αρίθμησης; Ναι, θυμάμαι εκείνη την εικόνα στο πανηγύρι, με τη ματιά ενός παιδιού, με το συναίσθημα και τα χρώματα ενός παραμυθιού. Με την μαγεία της αθωότητας, με μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα. Ένα παλαιότερο σήμερα, που επανέρχεται, όταν ανταλλάσσονται νοσταλγίες. Το επανέφερε η “όμορφη πόλη” του Θεοδωράκη, που παίζεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα
Θα συνεχίσω τη διαδρομή, στην Οδό Ονείρων, με την βεβαιότητα ότι οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να αποτυπώσουν το όνειρο.

Θα συνεχίσω όμως, ρίχνοντας λάδι στην φωτιά της ψυχής μου, που έχει ανάγκη απ’ αυτή τη μαγική διαδρομή.
Ο δικός μου δρόμος είχε πόρτες ανοιχτές, φωνές, χαρές, αστεία χωρίς παρεξηγήσεις, Α! είχε και παγωτατζή με το ποδήλατο, τον Αλέκο. Eίχε αρώματα από φρέσκο ψωμί, από καθαρό χώμα, από τριανταφυλώνες και νεραντζιές, από γιασεμί και καμέλιες. Είχε τις γυναίκες στα πεζούλια να γνέθουν και να πλέκουν. Είχε καραγκιόζη πίσω από το άσπρο σεντόνι. Είχε πολλά παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιγνίδια. Είχε γλέντια, χορούς και μουσική, πολύ μουσική. Kατά τύχη ήταν η ίδια μουσική που ακούγονταν και στην «Οδό Ονείρων».Ο δικός μου δρόμος είχε Έρωτες Θεούς να μας συντροφεύουν και να μας σημαδεύουν με γλυκές πλέον αναμνήσεις.
Είχε και εικόνες που θυμάμαι μόνο, όταν κάποιο σημερινό απομεινάριο μου τις θυμίσει.Το ταξίδι στην οδό ονείρων συνεχίζεται…
Ο δρόμος μου, παραμένει φωτεινός, ευτυχώς δεν το σκίασαν οι πολυκατοικίες, ο ήλιος τον φωτίζει ακόμα, οι άνθρωποι είναι αυτοί που έφυγαν, τον αφήσαν μόνο του, χωρίς παιδιά χωρίς λαλιά.
«Πάω να πω στον ουρανό,/ πάω να πω στα σύννεφο/το πουλί δεν πιάνεται, /το πουλί δεν χάνεται/ πάνω απ’ τον ουρανό/μέσα από τον άνεμο άνθισε χρυσάνθεμο /πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί/ σκοτωμένο που λαλεί.
Και για τον επίλογο, που δεν σημαίνει το τέλος αυτής εδώ της μαγικής διαδρομής πάλι ο δημιουργός έχει το λόγο:
Εδώ τελειώνει η μουσική για την Οδό Ονείρων.
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα που μου δανείσατε εσείς οι ίδιοι μια βραδιά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα…

“Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής...”

Ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις στο μαγικό κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού,...