Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ψυχή βαθιά

Για την μαγεία της γραφής σας έγραφα χθες, για την σκέψη σου που συναντάς από αλλού γραμμένη με άλλες λέξεις, που ήθελες να χρησιμοποιήσεις και εσύ. Στην κορωνίδα, η ποίηση, μέσα σε ένα στίχο διαβάζεις την ιστορία σου και ευγνωμονείς τους ποιητές για τον κερδισμένο χρόνο. Γι’ αυτό η Κική Δημουλά χθες και σήμερα, ας μοιραστούμε τους δυο πρώτους στίχους, από την «εφηβεία της λήθης»

Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ' αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα. Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση.
Δανείζομαι το κεφάλι της πρώην περιέργειας μου
και το περιστρέφω. Όχι ακριβώς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικά όλους αυτούς τους κόλακες
των φόβων, τα αστέρια .Όχι ακριβώς καλησπερίζω.
Στερεώνω με βλεμμάτινη κλωστή
τ' ασημένια κουμπάκια της απόστασης
κάποια που έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Δεν επείγει.Το κάνω μόνο για να δείξω στην απόσταση
πόσο ευγνωμονώ την προσφορά της.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ' τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ' άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.

«Καμιά φορά μια λέξη, μόνο μια λέξη, μπορεί να σε καταδιώκει για μήνες». Είχε πει σε μια παλαιότερη συνέντευξη της η Έρση Σωτηροπούλου, Άλλοτε ένας εξαίσιος στίχος σε επισκέπτεται απροσδόκητα στον ύπνο σου κι αμέσως είσαι σίγουρος ότι είναι ο στίχος που ψάχνεις, και ταυτόχρονα έχεις την αίσθηση ότι κοιμάσαι και δεν θέλεις να ξυπνήσεις για να μη τον χάσεις, αλλά το πρωί, κι αυτό δυστυχώς συμβαίνει συχνά, τον έχεις ξεχάσει. Έτσι γράφεται ένα ποίημα, είσαι μισός στο φως, μισός στο σκοτάδι, κάνεις ένα βήμα μπρος, δύο πίσω.
Τα αριστουργήματα γράφονται κοιτάζοντας το αόρατο. Μόνο αν φωτίσεις το κάτι άλλο κι αν αφεθείς στην εξουσία του, μπορείς να γράψεις.

Σε λίγο από τα χείλη όλων θα ακουστεί «Καλή Ανάσταση» και βεβαίως κανένας δεν εννοεί την Ανάσταση του Χριστού, αυτή έγινε μια φορά, για όσους πιστεύουν.
Παραδοσιακά και σταθερά θα συνεχίσουμε, την αιρετική προσέγγιση του θέματος, άλλωστε το έχουμε δηλώσει, ό,τι υπαγορεύει η ψυχή απ’ αυτήν εδώ τη στήλη. Προσδοκία της ευχής, είναι διαφορετική και μοναδική για τον καθένα. Στον κόσμο δυστυχώς αυτή η ευχή δεν εκπληρώθηκε ποτέ.
Η ιστορία είναι αμείλικτη: Ζουν ανενόχλητοι, καλοπερνούν και θριαμβεύουν. Κυριαρχούν και βασιλεύουν, οι σταυρωτές. Οι γενικόλογες ευχές μόνο στα παραμύθια εκπληρώνονται. «Μια φορά και ένα καιρό, ήτανε η Ύβρις. Ύστερα ήρθε η Νέμεσις και η Ανάστασις. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μόνο που αν ζούνε αυτοί καλά για μας δεν περισσεύει για καλλίτερα. Ας τα ξεχάσουμε τα παραμύθια και ας ζήσουμε την αλήθεια.
Και για να το συνδέσουνε με τα προηγούμενα «Αυτές τις μέρες των παθών της κοινωνίας, που δυστυχώς δεν κρατάνε μια εβδομάδα όπως του Χριστού, με το «α» το στερητικό όπλο ανά χείρας, γιατί πως αλλιώς να προχωρήσουμε. Ας είναι, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων. Ας είναι μάθαμε στα λίγα γι’ αυτό μπορούμε και τα πολλά…δεν περιμένουμε την ανάσταση, ένα κομμάτι της ψυχής μας, όμως ότι και να γίνει θα το κρατήσουμε…»

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Για το χρόνο που μου χάρισαν

Οι συχνές αναφορές σε ανθρώπους των γραμμάτων είναι αποτέλεσμα μιας αδήριτης ανάγκης να τους μοιραστώ μαζί σας. Την στιγμή που τους αποκαλύπτω, νοιώθω σαν να είμαι ο μοναδικός που τους έχω ανακαλύψει.
Ο Μαγιακόφσκι, ο Ελύτης, η Κική Δημουλά, ο Πεσσόα, ο Γιώργος Κάρτερ, ο Βασίλης Αλεξάκη, Ευγένιος Αρανίτσης, ο Αντώνης Σουρούνης, η Ελένη Γκίκα, ο Νίκος Δήμου, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Νίκος Ξυδάκης, ο Στάθης, η Στέλλα Βλαχογιάννη, περισσότερο και άλλοι λιγότερο, έχουν τρέξει για βοήθεια, για να πουν αυτά που σκέφτομαι, με δικά τους λόγια.

Αυτό είναι η μαγεία της γραφής να συναντάς την σκέψη σου την απεξέργαστη, την συγκεχυμένη, την ανασφαλή, την γεμάτη ερωτηματικά και όλα με μιας να γίνονται φως. Να σε βγάζουν από την αγωνία, να σβήνουν τα ερωτηματικά, να σου δημιουργούν καινούργια βάση δεδομένων, να σου χαρίζουν χρόνο και ώθηση για παραπέρα. Η Κική Δημουλά σήμερα, για τους αιώνες που μου χάρισε βάζοντας τις παρακάτω λέξεις στη σειρά…
Αυτοσυντήρηση

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να' ναι ξένο αυτό το φόντο,
να' ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω απ΄ αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον καλύκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Αυτά τα λίγα είναι πολλά

Το έγραψε η Βασιλική πριν ένα χρόνο, ίδια εποχή, με τίτλο τις δυο πρώτες λέξεις. Αυτές τις μέρες των παθών της κοινωνίας, που δυστυχώς δεν κρατάνε μια εβδομάδα όπως του Χριστού, με το «α» το στερητικό όπλο ανά χείρας, γιατί πως αλλιώς να προχωρήσουμε. Ας είναι, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων. Ας είναι μάθαμε στα λίγα γι’ αυτό μπορούμε και τα πολλά…δεν περιμένουμε την ανάσταση, ένα κομμάτι της ψυχής μας, όμως ότι και να γίνει θα το κρατήσουμε, εκεί το «α» το στερητικά δεν έχει θέση. «Ας είναι. Έτρεξα πολύ μακριά μου τελικά. Με κύκλωσα σαν αγγελία οικείας οικοίας, ευάερης και ευήλιας. Τα τετραγωνικά δεν πρόσεξα κι ίσως γι’ αυτό τώρα να με στενεύουν. Ας είναι. Η άνοιξη είναι δίπλα σε κάτι γλαστράκια μου μικρά, με φυτά όμως αγνώστου ονομασίας. Παραμονεύει να τα ξεγελάσει κι ας τους φωνάζω εγώ κάθε πρωί συμβουλές του τύπου «Δεν μιλάμε ποτέ σε ξένους…» Με κοιτάνε λίγο παράξενα, εγώ ξέρω τι σκέφτονται και τότε είναι που κτυπάω τα χέρια μου στους τοίχους προσπαθώντας να βγάλω την μπλούζα του αναστεναγμού. Πρέπει μάλλον πια να την πλύνω. Τόσα χρόνια κουράστηκε πάνω μου. Κουράστηκα κι εγώ μέσα της. Ας είναι. Μην νομίσεις ότι θα αλλάξει κάτι, απλώς θα είναι λίγο πιο μυρωδάτη. Ίσως έτσι ακολουθήσω τις μυρωδιές μου και με βρω. Πάλι και πάλι αγγελίες έβαλα αλλά απάντηση καμιά δεν πήρα. Δεν με είδε κανείς. Πουθενά. Άστεγη. Άπρακτη. Άβουλη. Αβάσταχτη.
Αβέβαιη. Πάρε το στερητικό α που τόσα χρόνια έχω στο χέρι μου και βάλτο σε όποια λέξη γουστάρεις. Μέσα θα είσαι. Κι εγώ όμως μέσα θα είμαι. Πήρε το σχήμα του χεριού μου, πήρε το σχήμα του μυαλού μου. Δεν όρισα την ζωή. Ορίστηκα όμως. Ας είναι. Τίποτα δεν θέλω άλλο πια. Βλέπεις, έχω τα πάντα. Λίγα τετραγωνικά ζωής, ένα φυτό που με ακούει, μια μπλούζα για να με ντύνω από τα μάτια του κόσμου και ένα α που το κρύβω σε ό,τι με πονά. Ας είναι…». Αυτά τα λίγα είναι πολλά

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Το Πάσχα του 2010

«Με δαγκωμένα ματωμένα χείλη διασχίζουμε την Εβδομάδα των Παθών», γράφει ο Νίκος Ξυδάκης, Το φετινό, το πρώιμο Πάσχα θα το θυμόμαστε. Σκοτεινό και ιστορικό, όπως το Πάσχα του ‘41, της γερμανικής εισβολής που θυμούνται οι γονείς και οι παππούδες, όπως το Πάσχα του ‘67, της εγχώριας δικτατορίας («γίνηκε κίνημα, δεν θα πάτε στο σχολείο»). Το Πάσχα ‘10, κοντά κοντά με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, θα το θυμόμαστε από το Πάθος και την αγωνία. Με δαγκωμένα χείλη, λοιπόν. Γνωρίζοντας ότι το μέλλον μπορεί να εμφανίζεται σαν σωρός ερειπίων, και ότι παρ’ όλ’ αυτά, οφείλουμε να προσχωρήσουμε σε αυτό το σκοτεινό μέλλον, δεν έχουμε άλλη οδό, παρά την οδό της αποκατάστασης, της καταστροφής και της ανακατασκευής. Προσωρινοί κάτοικοι, νοικάρηδες, του κόσμου, χρεωμένοι εντούτοις με το καθήκον της ανακατασκευής του.
Όχι δεν είναι καλλίτερες οι μέρες, «από εκείνες, που έκαναν σύναξη τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη». Δεν ξέρω τι θα έγραφε σήμερα ο Ελύτης, που τα μαντάτα, δεν είναι μαντάτα αλλά μια πραγματικότητα που διαπέρασε το πετσί μας και την ψυχή μας, τόσο που κινδυνεύουμε με μετάλλαξη.
Είναι της Άνοιξης αυτά, της Άνοιξης που αντιστέκεται στην βαρβαρότητα, που αποκρούει τις επιδρομές, που επιβεβαιώνει την κυκλική της πορεία και μας υπόσχεται για την επιστροφή της.

Για την πόλη είχα ξεκινήσει να γράψω και για την συμμαχία της με την Άνοιξη, που τις καλύπτει τις πληγές. Για την πόλη που είναι ο χρόνος που μου έκλεψαν και για τον χρόνο που είναι η πόλη που κτίζω μέσα μου. Α! και για τα παιδιά που περιμένω να λάβουνε επιτέλους τη απόφαση.
«Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα
σε λίγην ώρα…
…Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ' ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μοναχά αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ' απ' την άκρη της απελπισίας, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο
και τα δεκανίκια…»
……………………………………………………………………………..
«Βαδίζουμε ήδη σε πράσινα χωράφια και ανθισμένα περιβόλια Απριλίου• η φύση μάς συντρέχει, η ελληνική φύση είναι πάντα παρηγοριά, βάλσαμο και γείωση. Με δαγκωμένα ματωμένα χείλη διασχίζουμε την Εβδομάδα των Παθών…»

Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...