Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Δουλειά δεν είχαμε…




Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός και γίνονται προβήματα προτου μεγεθους εδώ στην μικρη μας πολη.
Σάμπως ο δαίμων της καθημερινότητας να πλάθει καταστάσεις για να βρίσκουν δουλειά οι άεργες ψυχές.
Τις πρώτες πρωινές ώρες πέρασα μια βόλτα από τα μπαράκια της πλατείας, «Χαμός» στην καθομιλούμενη. Εκατοντάδες νέοι και νέες σε μια ειρηνική συνύπαρξη, έδειχναν ξένοι με όλη αυτή την γρίνια. Αν τους ρωτούσα γι’ αυτά που πριν λίγη ώρα κυριαρχούσαν στην τοπική επικαιρότητα και δίχαζαν τους εμπλεκόμενους, είμαι βέβαιος που θα εισέπραττα μόνο μια λέξη και μάλιστα εν χορώ «Μαλακίες»
Χάρηκα, ένοιωσα σαν να βρίσκομαι σε άλλη πόλη, με ανθρώπους υγιείς, φαίνεται πως το μικρόβιο που κουβαλάμε στον μικρόκοσμο μας δεν κατάφερε να τους μολύνει.
Δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί επιμένουμε; Δεν είναι τόσο σπουδαία, για να μπούνε στην βιτρίνα. Τα μεγεθύνουμε για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ, για να δούμε τον μικρόκοσμό μας, μεγάλο. Για να επισημοποιήσουμε την ύπαρξη μας.
Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη.
«Η αλήθεια του καθενός είναι ο δρόμος του» λέει η λαϊκή σοφία, δηλαδή το ψέμα του. Εμείς επιμένουμε να σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει. Δε μας αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολευόμαστε με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνουμε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους.
………………………………………………………………………………………….«Σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για μας χωρέσει.» πόσα χρόνια περάσαμε επιχρωματίζοντας το σώμα μας, να μην φαίνονται ουλές και τραύματα; Φορέσαμε στη καρδιά μας αθλητικά παπούτσια γι να φαντάζει δρομέας μακρινών αποστάσεων και ας τα έχει φτύσει στο πρώτο κατοστάρι»
…………………………………………………………………………………………..
Σκηνοθετούμε γεγονότα και ύστερα παίρνουμε την βολική θέση του θεατή, σχολιάζουμε κιόλας. Μπαίνουμε στο ψέμα και το ζούμε. Το βαφτίζουμε σημαντικό για να κερδίσουμε όσο τον δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί μας.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Υγρός χρόνος




Κατακερματίζει τη ζωή, για να χωρέσει το αίνιγμα η Ελένη Γκικα στο τελευταίο της Βιβλίο «Υγρός Χρόνος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις « Άγκυρα». Διάλειμμα σήμερα από όλα αυτά που μας πληγώνουν με μια πρόταση γι’ αυτούς που διαβάζουν στις διακοπές. Φίλη της Κέρκυρας και δική μου η Ελένη δεν θα μπορούσα να μην σας γνωρίσω, μέσα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη τα καλά νέα. Σε πρώτο πρόσωπο για να την γνωρίσουμε καλλίτερα
«Η αρχική μου πρόθεση ήταν μια ιστορία σαν θεραπευτική γάζα, αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι είχα ακόμα πολλά κομματάκια εαυτού και κόσμου να συμμαζέψω τελικά. Πολλές απορίες να τολμήσω να ψελλίσω, αινίγματα να αντιμετωπίσω, μεγάλη απόσταση να διανύσω, πολλή δουλειά. Για να τα καταφέρω, έγινα και το έκανα κομματάκια: πέντε γυναίκες μαζί! Κι υπήρξα όσο μπορούσα πιο τίμια: του επέτρεψα να αναπνεύσει, να είναι αυτό, εν τέλει, που θα μου πει! Το τελευταίο κεφάλαιο σχεδόν καθ’ υπαγόρευση, μεσάνυχτα με τα πόδια στη θάλασσα στο Μαραθώνα, όπου συνήθιζα για να ξεκουράζομαι, να κόβω βόλτες μόνη μου σαν την τρελή! Και τι ανακουφιστικό! Η απάντηση που με απόγνωση γύρευα!Το αποτέλεσμα, κάτι σαν θρίλερ, κατακερματισμένο, με μονολόγους, μοναχικές διαδρομές παρ’ ό,τι αποδεδειγμένα αγαπήθηκαν, ήλπισαν αλλά σπαράχτηκαν και κατασπαράχθηκαν, τελικά.Μια αστυνομική ρεπόρτερ χρειάζεται να καλύψει τον πνιγμό ενός παλιού της αγαπημένου. Μια φιλόλογος επιμένει ότι τον έχει σκοτώσει αυτή. Η πρώην γυναίκα του και ο γιος του ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί λάθους. Ο αστυνόμος αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί το πτώμα. Η σύζυγος επιμένει να τον κηδέψει ως να επρόκειτο γι’ αυτόν. Και σα να μην έφαναν όλα αυτά, μια γυναίκα από το μακρινό παρελθόν επιστρέφει και όλα δείχνουν ότι έχουν κάποιο παλιό μυστικό: που τους βαραίνει, που τους χωρίζει, που τον κάνει να της χαρίσει όλες τις ημερολογιακές του σελίδες καθώς και το αρχείο με κείμενά της που μάζευε εδώ και καιρό.Το μυθιστόρημα, η αρχική πρόθεση, ήταν να μπορεί να διαβαστεί και αγραμμικά: να επιλέξει ο καθένας μια από τις γυναίκες που θέλει να ακούσει την δική της εκδοχή για την ιστορία. Να δει αυτόν τον άντρα, μέσ’ απ’ τα μάτια της (πώς γίνεται άλλος κάθε φορά).Το φινάλε, σαν άμμος κινούμενη: όλα που είναι έτσι αλλά μπορεί να είναι και διαφορετικά. Η βασική πρόθεση, μέσα από τις «Υγρές σελίδες» να ανασυναρμολογηθεί ο κόσμος τουλάχιστον στα βασικά: επιδιώξεις και φόβοι, επιθυμία και ενοχές, έρωτας και θάνατος, δίψα ανάγνωσης που οδηγεί στο να γράψουμε τελικά, επειδή «οι καλοί αναγνώστες» κατά Μπόρχες πάντα «είναι κύκνοι πιο μαύροι και πιο σπάνιοι κι απ’ τους καλούς συγγραφείς».Γι’ αυτό και εγκιβωτίστηκαν βιβλία που αγάπησα, εξάλλου η μία ηρωίδα υπάρχει μόνον μέσα απ’ αυτά. Όπως και ο νεκρός άντρας, μονάχα σε όσα, ό,τι κρατούσε, όσα κρατούσαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Διότι όπως «είμαστε ό,τι γράφουμε», «είμαστε και ό,τι διαβάζουμε». Κι επειδή ειδικά σ’ αυτό το βιβλίο, χωρίς να το επιδιώξω, μάλλον «τα έπαιξα όλα για όλα»: συναντήθηκαν τίτλοι και ήρωες απ’ όλα τα προηγούμενα, λες και να είναι (να ήταν) αυτό το τελευταίο και τελικό!Βγήκα σα να έχω αλλάξει δέρμα. Για την ακρίβεια, είμαι ακόμα χωρίς δέρμα. Κι ούτε μπορούσα ποτέ να το φανταστώ: το πού θα με ξεβράσει τώρα μια υγρή ιστορία, ένα υγρό καλοκαίρι, σε ένα υγρό ξενοδοχείο όπου είχαν απομείνει οι καθαρίστριες, το παιδί που καθαρίζει την πισίνα κι εγώ. Άλλο βίτσιο κι αυτό: μονάχα σε δωμάτια ξενοδοχείου μπορώ να συναντώ τις ιστορίες. Στο σπίτι, μάλλον, τα φαντάσματα με βραχυκυκλώνουν, μου κάνουν ζημιά! Σε ουδέτερο, αποστειρωμένο έδαφος, όμως, είναι τόσο πολύ καθαρές οι ιστορίες και οι φωνές! Μόνον οι ήρωες κάνουν παιχνίδι, κι εγώ σαν μαγεμένη κάνω αυτό που γνωρίζω από παιδί: παρακολουθώ».

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Η γλυκιά αυταπάτη




Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα, η εικονική.
Η λογική, του ότι αξίζει φαίνεται, αποτελεί πλέον καθεστώς, γι’ αυτό το καθεστώς, που προσπαθεί να επιβάλει την επικυριαρχία του, το παθητικό τηλεοπτικό κοινό αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τις συνέπειες.
«Οσο κατείχε την θέση του Νομάρχη, περνούσε και ξαναπερνούσε μπροστά από τις κάμερες, απολάμβανε συμπάθειες και αντιπάθειες αποτελούσε μορφή, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κάτι από την προσωπικότητα του κυκλοφορούσε ως μεγεθυντικός ψίθυρος στους κόλπους της νοήμονος κοινωνίας. Το όνομα του «κάνει γκελ», περνά ατελώνιστο στις συζητήσεις, δεν έχει ανάγκη συστάσεων και επεξηγήσεων – είναι ΑΥΤΟΣ. Να όμως που αυτή η πανίσχυρη συνθήκη ανατρέπεται μόλις ο περιλάληλος επώνυμος χάσει την θέση και τραβηχτεί στα μετόπισθεν. Το κοινό διερωτάται: Τι απέγινε ο άνθρωπος μας; Δεν μιλούν πλέον για το άτομο του, δεν σερβίρεται στο καθημερινό τηλεοπτικό συσσίτιο του δελτίου τη μορφή του, από μίστερ καθημερινότητα, μετετράπη αυθωρεί σε ακριβοθώρητο πρόσωπο που επέστρεψε στην ανωνυμία.
Πόσο διαρκεί η γλυκιά αυταπάτη το γυαλί δεν απονέμει απλώς ψευδεπίγραφα διάσημα και παράσημα, απονέμει κυριολεκτικά, την ύπαρξη και με την ίδια άνεση την αφαιρεί. Οι ώρες τηλεοπτικής παρουσίας ενός προσώπου ισοδυναμούν πλέον με το δικαίωμα του να ζει και να ενεργεί. Άνευ τηλεοπτικής στάμπας η κοινωνική αξία ενός προσώπου δεν λογαριάζεται.
Το ψευδεπίγραφο καθεστώς, αυτής της διατυμπανιζόμενης επωνυμίας το υποψιαζόμαστε μόλις εμφανιστεί ένας άνθρωπος που εργάζεται στον τομέα του, αλλά ατυχώς είναι άγνωστος. Παραχρήμα όλοι αναρωτιούνται: Μα αφού δεν τον έχουμε ξαναδεί, πως είναι δυνατόν να είναι σπουδαίος; Όπερ σημαίνει: Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία».
Από το «Κέντρο Δηλητηριάσεων», γιατί με ισχυρή δόση δηλητηρίου μπορεί να αντισταθούμε στο ναρκωτικό. Και επειδή έχει ο καιρός γυρίσματα, όση απολαμβάνουν σήμερα την τηλεοπτική ασυλία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περιμένουν τη σειρά τους.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Αυτοί που συμφωνούν που είναι;




Η δημιουργία μουσείου τυπογραφίας σε χώρο του Νέου Φρουρίου, εκτός από την σημασία του έργου αυτού καθεαυτού, αποτελεί και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αξιοποίηση αυτού επιβλητικού μνημείου.
Για την ιστορία αναφέρω ότι πριν δέκα χρόνια προσέφερα στο Δήμο δύο μηχανήματα φωτοστοιχειοθεσίας (φωτοσυνθέσεις) που είχαν ξεπεραστεί από την τεχνολογία προκείμενου, αν κριθούν αναγκαία να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό. Τα μηχανήματα μεταφέρθηκαν από συνεργεία του Δήμου σ’ αυτό το χώρο, που προορίζεται σήμερα για μουσείο, πιστεύω ότι εκεί θα βρίσκονται ακόμη.
Σήμερα με την συνδρομή του Μορφωτικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς και την θετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κερκυραίων, προχωράει προς υλοποίηση μια σημαντική πρωτοβουλία, που ξεκίνησε επί δημαρχίας Χρύσανθου Σαρλή και της προέδρου τότε της ΑΝΕΔΚ κ. Λαγαρά και υλοποιείται από την σημερινή Δημοτική Αρχή.
Δεν θα σταθώ στις αντιδράσεις, τα επιχειρήματα για εκχώρηση της «ακρόπολης» σε Τραπεζικό όμιλο, «με την σημαία της τράπεζα Πειραιώς να κυματίζει στο Φρούριο» είναι αστεία. Αποστομωτικές απαντήσεις έδωσε η πρόεδρος του ιδρύματος σε συνέντευξη της, στην εφημερίδα « Κερκυραϊκό Βήμα». Εκείνο που με προβληματίζει είναι ότι όλοι αυτοί που συμφωνούν για την δημιουργία του μουσείου στο Νέο Φρούριο, δεν βγαίνουν να εκφράσουν ευθέως την γνώμη τους και να στηρίξουν αυτήν την σημαντική πρωτοβουλία.
Το Μορφωτικό Ιδρυμα της τράπεζας Πειραιώς έχει δημιουργήσει θεματικά μουσεία σε όλη την Ελλάδα, όπως μουσείο κεραμοποιίας, μουσείο ελιάς, μουσείο αργυροχρυσοχοΐας. Για το μουσείο τυπογραφίας θα υπογραφεί προγραμματική σύμβαση με την συμμετοχή του Δήμου και του Υπουργείου Πολιτισμού. Μάλιστα στον Δ. Σ θα συμμετέχουν 2 μέλη του Δήμου, 2 του Ιδρύματος και ένα του Υπουργείου. Η δημιουργία του μουσείου θα δώσει πνοή σε μια περιοχή που χρόνια τώρα δοκιμάζεται. Το φρούριο θα αποκτήσει πλέον πρόσβαση με ράμπες και ασανσέρ, που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να αξιοποιηθεί εξ’ ολοκλήρου.
Για αυτούς που υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε ο Δήμος να το αξιοποιήσει, στη παρούσα φάση, δεν θα ήταν εφικτό. Το Ίδρυμα έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ για αυτές του τις δραστηριότητες και αν δεν υλοποιούσε αυτό το έργο στην Κέρκυρα θα μπορούσε να το υλοποιήσει με ανάλογη χρηματοδότηση σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας.
Προσπάθησα με «θραύσματα λόγου» όπως λέει και ο Κριστιάν Μπομπέν να αρθρώσω μια άλλη άποψη απ’ αυτές που ακούγονται τελευταία και μας έχουν κουφάνει…
Η στήλη δεν που επιτρέπει παραπάνω, ελπίζω να έχουμε και συνέχεια.




Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...