Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Η μνήμη μας κρατάει

Μπορεί η στήλη να μην καταγράφει γεγονότα, να πηδάει ημερομηνίες, να βρίσκεται πολλές φορές αλλού, από τα μικρά που συμβαίνουν στον τόπο μας, κατά κάποιο τρόπο όμως, τον μετράει τον χρόνο. Τον μετράει και όταν βρει την ευκαιρία τον κλέβει, όσο μπορεί περισσότερο.
Χωρίς να το θέλω, γίνομαι κλεψύδρα. Σε αυτό το καθημερινό ανακάτεμα του πραγματικού με το φανταστικό, του ονείρου με την καθημερινότητα, επιχειρώ ανεπιτυχώς, να δώσω και να πάρω. Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια των πειραματισμών τίποτα δεν έμαθαν από τη μεταξύ τους σχέση, ούτε βήμα προσέγγισης, κρατούν με επιμονή τη θέση τους, λες και είναι φτιαγμένα από διαφορετικά υλικά που με τίποτα δεν δένουν. Δεν συγκινείται η πραγματικότητα με την φαντασία, θέλει να σε κατεβάσει στο βούρκο της, να γίνεις ένα με τα παιδιά της, για να μπορέσει να σε καταλάβει. Η φαντασία από την άλλη, τραβάει το μοναχικό της δρόμο, κρατώντας για τον εαυτό της το συναίσθημα.
Δεκαεννέα καλοκαίρια, στο χαρτί, αποτυπωμένα με μελάνι. Αξίζει να καταγραφεί! Την επόμενη εβδομάδα, η παλαιότερη πλέον ημερήσια εφημερίδα της Κέρκυρας, αυτή που κρατάτε στα χέρια σας, κλείνει τα 19 της και βαδίζει αισίως στην πρώτη της εικοσαετία. Είχαμε τα χρόνια του Χριστού, όταν σταυρώθηκε, στο ξεκίνημα αυτής της προσπάθειας, με το Στέφανο Πουλημένο. Επί τη επετείω όμως, την επόμενη εβδομάδα.

Να συνεχίσω με την εσωτερική σύγκρουση γιατί ακόμα δεν τα έχω βρει, με τον εαυτό μου. Δεν σας κρύβω, ότι όλα αυτά τα χρόνια, παθιάστηκα για πράγματα που έχω μετανιώσει. Χωρίς να το καταλάβω χόρεψα, στο χορό ενός επίπλαστου πανηγυριού. Ομαδοποιήθηκα με ανθρώπους που δεν άξιζαν να φορούν την φανέλα της συλλογικής προσπάθειας. Δοκίμασα τα συναισθήματα μου, συνεισφέροντας σε μια εγωιστική θεώρηση των πραγμάτων, βάζοντας λάδι στη φωτιά που τα έκαψε όλα.
Μπέρδεψα το προσωπικό με το κοινωνικό, καθοδηγούμενος πάντα από έναν ιδεαλισμό, που σε κάποιες περιπτώσεις με οδήγησε σε αδιέξοδα.
Αυτές τις μέρες του καλοκαιριού ψηλώνω και τις νύχτες ακόμα περισσότερο. Και ψηλώνω γιατί μπορώ να του τα ψάλω. Μπορεί μια ζωή να με κυνηγάει το εφήμερο, τις γλυκές επαναλήψεις όμως, τις κυνηγάω με το ίδιο πάθος που κυνηγάω ακόμα τις επαναλήψεις στα θερινά τα σινεμά…σαν να ήτανε πρεμιέρα…
Πώς να κρατηθείς αν δεν επαναφέρεις τα παιδικά σου «Θέλω» και δεν βάλεις πλώρη για τα ανεκπλήρωτα; «Το καλοκαίρι θα μας σώσει» ενθυμούμενοι άλλα καλοκαίρια, υποστηρίζει ο Νίκος Ξυδάκης Το καλοκαίρι υπόσχεται να μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας, να μας φωτίσει, να μας κάψει λυτρωτικά με το φως του, να μας αγκαλιάσει στα νερά του, να μας βυθίσει στα παιδικάτα και να μας απιθώσει παρηγορητικά στη μακρά διάρκεια, σμίγοντάς μας με τη φύση σαν ύπαρξη και όχι σαν θέαμα, να μας συμφιλιώσει με τον τόπο, την ιστορία και τον κληρονόμο εαυτό μας, να μας πάρει το στεναγμό και το φόβο.
Πώς να κρατηθείς χωρίς τα περασμένα καλοκαίρια, πώς να το ζήσεις το φετινό χωρίς τη μνήμη. Αυτές οι μνήμες μας κρατάνε και όλα αυτά τα ιδεατά που πιστέψαμε, μην τα ξεχνάμε τώρα

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Δεν τελειώσαμε

Πρέπει συνεχώς να το υπενθυμίζω. Το προσωπικό χρησιμεύει σαν προσάναμμα. Αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί αποκτάει μια αυτόνομη ύπαρξη, μια δική του αλήθεια που κατά κανόνα δεν έχει μεγάλη σχέση με τη δική μου.
Όχι δεν τελειώσαμε. Και μετά την εξαέρωση του θυμού θα συνεχίσουμε. Δεν παίζουμε με τον εαυτό μας, δεν τα σκεπάζουμε, δεν τα καταχωνιάζουμε, για να τα βρούμε μπροστά μας σε χρόνο, άχρονο. Τα αποκαλύπτουμε, τους βάζουμε φωτιά και τη στάχτη τη σκορπίζουμε σε βαθιά νερά.
Ο Ιούλιος θα μας δώσει και άλλες αφορμές, να τελειώνουνε με τις πρώτες.
Χάνεται κάτι όταν είναι δικό σου; Αυτό το «Σου», όταν απαρνιέται την κτητική του ιδιότητα και αφήνει μόνο την αντωνυμία, να νομίζει ιδιοκτήτρια, ποτέ δεν χάνεται.
Απ’ αυτή την άποψη δεν υπάρχει απώλεια. Μπορεί ο χώρος να μην σε χωρούσε και το χορό να μην τον χόρεψες, το κράτησες όμως δικό σου, ακόμα και νύχτες μοναξιάς κάτω από ένα ουρανό που δεν έχει κανένα αστέρι. Ακόμα και σε δρόμους, που τρέχεις να συναντήσεις το χρόνο σου, το κουβάλησες μέσα σου. Γιατί τελικά είναι δικό σου, σάρκα σου και αίμα σου, Όνειρο που το ζεις και κανείς, μα κανείς δεν μπορεί να στο στερήσει .

Θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν μπορούσαμε να ζήσουμε τα καλά και τα κακά χωρίς να τα περιμένουμε. Τελικά οι ώρες της αναμονής, είναι αυτές που κλέβουν το πραγματικό χρόνο από την ζωή μας. Τα πράγματα όταν έρθει η ώρα τους, σχεδόν ποτέ, δεν είναι ούτε όσο καλά τα ονειρευόμαστε, ούτε όσο κακά τα φοβόμαστε. Δεν έχουμε λόγους να τρωγόμαστε γεμίζοντας το κεφάλι μας με χίλιες δυο σκέψεις, στην προσπάθεια μας να προβλέψουμε. Το μέλλον δεν προβλέπεται και ας διαφωνούν οι αστρολόγοι.
Πάει καιρός, που η ανασφάλεια, το σκοτάδι το αβέβαιο μέλλον, οι χειρότερες μέρες που περιμένουμε και δεν γνωρίζουμε, μας έχουν επιβαρύνει την πραγματικότητα και μας στερούν κάθε διάθεση για παραπέρα. Ναι είναι κακές οι μέρες που περνάμε, γιατί όμως να τις κάνουμε χειρότερες προσθέτοντας, τους φόβους μας γι’ αυτά που περιμένουμε και δεν ξέρουμε;
Όχι για τα χρόνια που έρχονται, ούτε για την επομένη στιγμή δεν αξίζει να σπαταλάμε το χρόνο.
Ότι δύσκολο περίμενα με κάποιο μαγικό τρόπο, το ξεπερνούσα, ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβούμουνα και ας μου είχε κλέψει νύχτες ύπνου και ηρεμίας, ακόμα και αν οι φόβοι μου είχαν επαληθευτεί, το κακό ήταν λιγότερο κακό από το βάσανο του μυαλού μου.
Αφού το τέλος είναι μεταξύ φωτιάς και πάγου, πώς να τελειώσουμε…

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Το τέλος είναι μεταξύ φωτιάς και πάγου

Πουθενά δεν χωράω … πουθενά, που να με πάρει… είναι και αυτό το γαμημένο φεγγάρι από πάνω μου, έτοιμο να με πνίξει. Όχι δεν παραδίδομαι σε κανένα φεγγάρι. Ούτε σε δεκατρία, ούτε στα μαύρα του έρωτα. Ούτε στην αποψινή Πανσέληνο, που πάντα τέτοια εποχή, μου την έχει φυλαγμένη.
Δεν σου είπα να μη γράφεις θυμωμένος… λεβέντη μου;
Με τον εαυτό μου η διένεξη, που αυτές τις μέρες με προδίδει. Από ότι φαίνεται δεν θα ξεμπερδέψω εύκολα μαζί του. Ας τα ρίξουμε απόψε όλα στο πάτο του ποτηριού, αυτού του ποτηριού, που ανταποκρίθηκε στη συνέχεια της βραδιάς, μπας και πνιγούν. Πόσο όνειρο σπατάλησα; Πόση ζωή ξόδεψα; Και σε όλα, μια απάντηση πια χωρά. Δεν ήταν. Νικήθηκα. Ναυαγός εκ των προτέρων. Δέθηκα σε ό,τι δεν πίστεψες. Δεν την προδίδω τη νύχτα, το τραβάω, για να φτάσω, εκεί που δεν είχα δικαίωμα να ονειρευτώ. Γυρίζω τα μέσα μου έξω, να δω τι έμεινε. Κατώτερα των προσδοκιών. Άναψα και κάηκα. Έτσι μαθαίνεις, κι όταν μαθαίνεις, νιώθεις. Τι νοιώθεις; Καμία αλήθεια πια δεν αφορά κανέναν, το μόνο που βγήκε μέσα απ’ αυτή την περιπέτεια, ένας αβάσταχτος πόνος γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν αξίζει να είναι. Όμως τελικά είμαστε ότι επιλέξουμε.

Ό,τι όμως κι αν επιλέξουμε, ας έχουμε τουλάχιστον το θάρρος να το υποστηρίξουμε. Πάνω και πρώτα απ’ όλα, έτσι σεβόμαστε τον εαυτό μας. Έτσι τιμάμε αυτό, από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.
Δεν ξέρω αν φτάνει ο Ιούλιος και Αύγουστος μαζί, για να τα ψάλω, «του πιο καλού μου φίλου, του πιο κακού εχθρού μου, του πιο κακού του κόσμου που είναι ο εαυτός μου». Άφησα τους δικούς μου φόβους για να μπω στους φόβους των άλλων. Τίποτα πια δεν είναι όπως πριν. Καμιά λέξη δεν ήταν αρκετή για να δώσει πνοή, να νικήσει την ατολμία, αν είμαστε λίγοι μπροστά στην δυσκολία, όσο και αν οι άλλοι μας τιμήσουν με τα αισθήματα τους, δεν φτάνει. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις, που τις σέβομαι, ίσως σήμερα, να ήμουν περισσότερο επιεικής μαζί μου. Όμως κι απόψε, που το γεμάτο φεγγάρι με πλάκωσε και μου έκοψε την ανάσα, αυτά που αισθάνομαι είναι για πάντα.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Σ’ εμένα απευθύνομαι

Εδώ που έχουμε φθάσει, πριν ξοδέψουμε λόγια, που μας χοντραίνουν το πετσί και μεγαλώσουνε την ανοσία, ας τα κρατήσουμε.
Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά. Αυτά είναι λόγια της σιωπής, που θέλει να με προστατεύσει.
Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, συντήρησης δυνάμεων, που θα μας χρειαστούν. Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή. Το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, δεν μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός.
Να συνεχίσουμε, απ’ αυτό το οριακό σημείο που δεν σου ξεκαθαρίζει αν έχεις μπροστά σου ανηφόρα ή κατηφόρα.
Είναι μια από εκείνες τις παράξενες μέρες, που τις μετράμε με λεπτά. Προσπάθησα να ξεφύγω κοιτώντας συνεχώς το ρολόι μου. Κακή επιλογή.

Με πνίγει η αντίφαση όπως και τούτη τη πόλη. Βρώμικη μέσα και έξω. Λίγες εξαιρέσεις μόνο να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Έχει μια λάμψη δε λέω, μια αρχοντιά μια ιστορία πονεμένη. Έχει μια ομορφιά κρυμμένη σε κάτι σοκάκια χωρίς λάμπες να καίνε τα βράδια.
Με ποιον να συμμαχήσεις ; Ποιανού το μέρος να πάρεις και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας, και ένα ακροατήριο του πόνου.
Είναι πολλά που θέλω να γράψω σήμερα και από πού ν’ αρχίσω. Αν δεν καταλάβατε με τον εαυτό μου τα έχω πρωτίστως, που πέρασε τα πενήντα, βλέποντας όλα γύρω του να γκρεμίζονται και τώρα περιμένει τα παιδιά, ελπίζοντας ότι σ’ αυτό που υποστηρίζει δεν θα εισπράξει ακόμα μια απογοήτευση.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Δε φτάνει το "Λιστόν"

Πέρα από την οικονομική κρίση, η τουριστική κρίση για το νησί μας, κρατάει δεκαετίες. Δυστυχώς αυτός ο εφησυχασμός συνεχίζεται και σε κεντρικό και σε ατομικό επίπεδο. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, που περιγράφω παρακάτω, σε ένα παλαιότερο κείμενο, αυτό μας οδήγησε στην παρακμή, σαν την ωραία κοπέλα που επένδυσε μόνο στην ομορφιά της. Και η κατάληξη; Αναμενόμενη. Γλάστρα.
«…Και είναι ωραία η Κέρκυρα, ωραία στο σύνολο της. Φύση και άνθρωποι συντονισμένοι για να πλαισιώνουν ο ένας τον άλλο. Δεν είναι ο κερκυραίος έξω από το κλίμα του νησιού, όπως δεν είναι η Κέρκυρα έξω από το κλίμα του κερκυραίου. Ο ένας συμπλήρωμα και προέκταση του άλλου. Το ανθρώπινο ραφινάρισμα που αναπτύσσεται μέσα στον πιο αβρό διάκοσμο. Η πρώτη πνοή δυτικού πολιτισμού. Για όποιον ταξιδεύει προς την Ευρώπη. Η μόνη ελληνική γωνιά που θα δώσει κάποιον άνεμο Ευρώπης, στον αταξίδευτο. Τον άνεμο αυτόν θα τον αισθανθείτε ακόμα πιο ζωηρό όταν έρχεστε από την ηπειρωτική ακτή. Σαν να έχετε αλλάξει πλανήτη».

Κινδυνεύεις να χαρακτηρισθείς αχάριστος, αν προσπαθήσεις να αντικρούσεις τα παραπάνω λόγια, του μαγεμένου επισκέπτη. Ακριβώς αυτή η πραότητα και η ομορφιά σημειώνει και την αδυναμία της. Η Κέρκυρα παθαίνει ό,τι παθαίνουν όλες οι ωραίες. θαμπώνουν με την ομορφιά, και όταν έρχονται ικέτιδες, να χτυπήσουν την πόρτα σας για να ζητήσουν την επούλωση του τραύματος, που δουλεύει κάτω από την συναρπαστική επιφάνεια, η ομορφιά απορροφά εκείνον στον οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Έτσι εξηγείται πως η Κέρκυρα, δοκιμασμένη όσο καμία άλλη περιοχή της χώρας, έρχεται τελευταία στην ουρά των επαρχιών που περιμένουν την επούλωση των τραυμάτων τους. Είναι δε πολλά τα τραύματα της.
Η τουριστική κρίση, που βιώνουμε την τελευταία εικοσαετία, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί, με την προβολή της βιτρίνας. Δεν φτάνει το Λιστόν.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...