Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Την θέλω Ολόκληρη

8 Μαρτίου σήμερα.

Και για τη γυναίκα δεν γράφονται απλώς ημερομηνίες, γράφονται εποχές.

Τι θέλω;
Την θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς. Όπως είναι η ζωή όταν αξίζει να τη ζεις. Με ψυχραιμία και πάθος μαζί. Με σιωπή και εξέγερση. Με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη γαλήνη και στην καταιγίδα που κάνει τον άνθρωπο αληθινό.



Την θέλω ύμνο στην ελευθερία.
Γιατί μισές ζωές δεν φτιαχτήκαμε για να ζούμε. Κι όμως η γυναίκα έμαθε για αιώνες να χωρά σε μισούς κόσμους. Μισά δικαιώματα. Μισές λέξεις. Μισές ιστορίες που γράφτηκαν χωρίς το όνομά της.
Κι όμως στάθηκε όρθια.
Σαν μια ήσυχη επανάσταση που δεν έπαψε ποτέ.

Τι θέλω;
Την θέλω να μη κοιτάζει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των άλλων. Να μη ζυγίζει την αξία της με τα μέτρα που έστησαν γι’ αυτήν ξένες συνειδήσεις. Να μη σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής όσων δεν τόλμησαν να την πιστέψουν.
Δεν την θέλω δική μου.
Την θέλω ελεύθερη.
Και μέσα στην ελευθερία της να μπορέσουμε κάποτε να συναντηθούμε πραγματικά. Γιατί η αγάπη δεν είναι κατοχή. Είναι αναγνώριση. Είναι δύο άνθρωποι που στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον χωρίς φόβο και χωρίς αλυσίδες.

Όλα έχουν τον χρόνο τους. Ακόμη και οι κοινωνίες αργούν καμιά φορά να καταλάβουν το αυτονόητο. Όμως έρχεται πάντα εκείνη η στιγμή που μέσα μας μεγαλώνει ένα ερώτημα.
Ένα ώριμο γιατί.
Γιατί να ζει ακόμη κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη»;
Γιατί να στριμώχνεται η αλήθεια της σε λίγα τετραγωνικά φόβου;
Γιατί να απολογείται για τη δύναμή της;

Τι θέλω;
Την θέλω χαρά γεμάτη. Να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει πάνω από τους μικρούς ορίζοντες που της χάραξαν άλλοι. Να πάρει πίσω τον χρόνο που της χρωστά η ιστορία.

Γιατί η γυναίκα δεν είναι μνήμη.
Είναι μέλλον.

Και αν σήμερα αξίζει να γραφτεί μια ευχή, είναι αυτή.
Να γίνει η ζωή της αυτό που της άξιζε πάντα.
Ένας ύμνος στην ελευθερία.
Και να φορά ένα κόκκινο καπέλο.
Τόσο κόκκινο, που να σκεπάζει όλο το γκρίζο του κόσμου.
Γιατί όταν μια γυναίκα γίνει πραγματικά ελεύθερη,
ο κόσμος ολόκληρος αλλάζει χρώμα.

Υ.Γ.
Η 8η Μαρτίου δεν είναι γιορτή.
Είναι μια υπενθύμιση ότι ο κόσμος θα παραμείνει μισός, όσο η γυναίκα δεν ζει ολόκληρη

Οι Χαιρετισμοί των επιθυμιών

Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, όταν στις εκκλησίες ψάλλονται οι Χαιρετισμοί, επιστρέφει μια παλιά διαπίστωση, η απαγόρευση είναι το πιο αποτελεσματικό αφροδισιακό της ανθρώπινης φύσης. Όσο πιο αυστηρά υψώνεται το «μη», τόσο πιο επίμονα το βλέμμα ψάχνει εκεί όπου δεν επιτρέπεται.



Το σκέφτηκα ξανά πριν χρόνια, διαβάζοντας, το κείμενο με τίτλο «άκρως σεξιστικό», του Οδυσσέα Ιωάννου. Το διάβασα με εκείνη τη μυστική ανακούφιση που νιώθεις όταν κάποιος άλλος γράφει αυτό που έχεις ήδη ζήσει. Γιατί πολύ πριν από αυτό είχα γράψει τη «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Δύο διαφορετικές φωνές που συναντιούνται, χωρίς να το γνωρίζουν, στο ίδιο προαύλιο εκκλησίας. Εκεί όπου η κατάνυξη συναντά την άνοιξη με τρόπο επικίνδυνο.

Στους Χαιρετισμούς, παιδί ακόμη, χανόμουν συχνά από το χέρι της μητέρας μου. Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα σε ψιθύρους και μυρωδιές λιβανιού, ώσπου το βλέμμα μου σταματούσε πάντα στο ίδιο πράγμα. Σε κάποιο φόρεμα που άνοιγε λίγο περισσότερο από όσο επέτρεπε η περίσταση.

Ο Μάρτης είχε ήδη μαλακώσει τον αέρα. Τα πρώτα ντεκολτέ εμφανίζονταν με εκείνη τη δειλή αθωότητα που κρύβει μέσα της όλη την υπόσχεση της άνοιξης. Άσπρα μπράτσα, λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, γάμπες σφιγμένες από τη γόβα. Μικρές λεπτομέρειες που μπορούσαν να αποσπάσουν ακόμη και έναν άγιο από τη σκέψη του.

Η εκκλησία έψελνε για το θείο πάθος. Κι εγώ, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς με μάτια βουλιμικά, ανακάλυπτα σιγά σιγά το άλλο πάθος, εκείνο που γεννιέται αθόρυβα μέσα στο σώμα.
Θυμάμαι μια Μεγάλη Παρασκευή των παιδικών μου χρόνων. Το «Ω γλυκύ μου έαρ» κυλούσε σαν μέλι μέσα στη σιωπή. Αν υπήρχε τότε ένα τζουκ μποξ που να παίζει εκείνο το τροπάριο, θα ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι μου για να το ακούω ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να περιφέρομαι μέσα σε εκείνη τη γλυκιά ζάλη της άνοιξης και της πρώτης επιθυμίας.

Στον Επιτάφιο το φως του κεριού έκανε πάντα το ίδιο παράξενο παιχνίδι. Τα μάτια άναβαν και έσβηναν, τα χείλη λαμπύριζαν στιγμιαία, τα μαλλιά γίνονταν μικρές φλόγες μέσα στο σκοτάδι. Και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μια αέναη εναλλαγή φωτός και σκιάς, υποσχέσεων και ηδονών που ακόμη δεν έχουν συμβεί.

Κάπου εκεί θυμάμαι πάντα και εκείνη τη σκανδαλιστική εικόνα του κειμένου του Ιωάννου, έναν μικρό Χριστούλη χαμένο μέσα σε ένα βαθύ ντεκολτέ, σαν να ζητά να τον κατεβάσουν για λίγο από τον σταυρό του.

Ίσως γιατί ακόμη και οι Θεοί γνωρίζουν κάτι που οι άνθρωποι παριστάνουν ότι ξεχνούν.
Ότι την ώρα που ψάλλεται το «Ω γλυκύ μου έαρ», η καρδιά δεν πενθεί μόνο.
Μερικές φορές, μέσα στην ίδια ανάσα της προσευχής, αρχίζει και να ερωτεύεται.
Και έτσι, κάθε χρόνο στους Χαιρετισμούς, συμβαίνει το ίδιο μικρό θαύμα.

Η εκκλησία μιλά για σταυρούς και θυσίες. Κι όμως, κάπου εκεί ανάμεσα στο λιβάνι και στα κεριά που τρεμοπαίζουν, η άνοιξη κάνει πάντα τη δική της λειτουργία. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό. Ότι ακόμη και μπροστά στον σταυρό, ο άνθρωπος θα βρει πάντα τον τρόπο να κοιτάξει λίγο πιο κάτω.

Και πως ακόμη και μέσα στη σιωπή των Χαιρετισμών, κάπου βαθιά μέσα του, ψάλλεται μια άλλη λειτουργία.
Η λειτουργία της άνοιξης. Και της επιθυμίας.



Κάθε χρόνο η Άνοιξη φτάνει με τον ίδιο τρόπο, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια υπόσχεση που επιμένει να δοκιμάζει την τύχη της. Φέρνει φως, χρώματα, μικρές εκρήξεις ζωής στα δέντρα και στους κήπους. Κι όμως, κάθε χρόνο ο κόσμος καταφέρνει να τη διαψεύσει.

Για άλλη μια φορά η Άνοιξη δεν κατόρθωσε να πείσει για τις λουλουδιαστές προθέσεις της. Τα χρώματά της ξεθώριασαν γρήγορα μπροστά στο σκοτεινό κόκκινο των πληγών. Σαν να μην αρκούν τα άνθη, σαν να μην φτάνει το φως, όταν οι ειδήσεις γεμίζουν με τις ίδιες εικόνες, τις ίδιες σκιές πολέμου, τις ίδιες λέξεις που επαναλαμβάνονται με τρομακτική ευκολία.



Ο κόσμος μοιάζει να μπαίνει στην άνοιξη όπως μπαίνει σε μια αίθουσα αναμονής. Περιμένοντας κάτι να αλλάξει, χωρίς να αλλάζει τίποτα.
Όλου του κόσμου τα μπουκέτα μπορούν άραγε να κρύψουν τ’ αγκάθια της μνήμης; Μπορούν όλα των ποταμών τα νερά να ξεπλύνουν την αλμύρα των δακρύων; Οι εποχές προχωρούν, αλλά η ανθρώπινη ιστορία μοιάζει να κινείται σε έναν κύκλο που δεν λέει να σπάσει.

Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη του ίδιου δράματος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπους και σημαίες, αλλά η ανθρώπινη απώλεια παραμένει η ίδια. Οι ηγέτες μιλούν για ισορροπίες, για στρατηγικές, για αναγκαίες αποφάσεις. Και κάπου, πάντα λίγο πιο μακριά από τα μικρόφωνα, άνθρωποι χάνουν σπίτια, παιδιά, πατρίδες.

Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου. Στο ίδιο μαύρο χώμα.
Ο λάκκος μεγαλώνει και εμείς τον βαθαίνουμε, σαν να μην καταλαβαίνουμε ότι κάποια στιγμή θα μας χωρέσει όλους.
Για πολύ καιρό όλα αυτά έμοιαζαν σχεδόν με κωμωδία. Με εκείνη τη γελοία σοβαρότητα των ισχυρών που μιλούν για ειρήνη ενώ προετοιμάζουν τον επόμενο πόλεμο. Σήμερα όμως τα γέλια κόπηκαν. Οι λέξεις λιγόστεψαν. Η πραγματικότητα ανέβηκε μόνη της στη σκηνή και μας θύμισε πως η τραγωδία δεν είναι θέαμα, είναι εμπειρία.

Ίσως γι’ αυτό η ποίηση δυσκολεύεται να μιλήσει για την άνοιξη. Γιατί κάθε φορά που πάει να ανθίσει, συναντά μπροστά της τη σκιά της ανθρώπινης ιστορίας.
Και τότε θυμάσαι εκείνους τους στίχους της Κική Δημουλά, που μοιάζουν να χωρούν μέσα τους αυτή τη διάψευση:

«Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
να τ’ αποτελειώνω».

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα της εποχής μας.
Η άνοιξη συνεχίζει να έρχεται.
Αλλά ο κόσμος μοιάζει να ζει σε μια εποχή που δεν ανθίζει.

Την θέλω Ολόκληρη

8 Μαρτίου σήμερα. Και για τη γυναίκα δεν γράφονται απλώς ημερομηνίες, γράφονται εποχές. Τι θέλω; Την θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και ...