Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Δε γλυτώνουμε


Πολλά μπερδέματα σ΄ αυτές τις εκλογές. Πρέπει κάποια στιγμή να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Όλα μαζί τα χρώματα, ένα  γκρίζο σύννεφο κάνουν και εμείς θέλουμε να  τα βλέπουμε στο τόξο του ουρανού σε μια σειρά, ξάστερα και καθαρά.  Πρεπε να ηρεμήσω.  

Έβαλα Μπαχ. «Η μουσική με μαλακώνει, ανοίγει  δρόμους  μέσα μου. Η μουσική μαγεύει  ακόμα και τα φίδια, υφαίνει υπόγεια δίκτυα  που αγκαλιάζουν τη ζωή. Η μουσική ανασηκώνει τις εσωτερικές  ομίχλες  και ξυπνά αισθήματα ακριβά, πολύτιμα και δημιουργικά  σαν πλοηγός σε νεκρή θάλασσα»
Καλά υπάρχει Αριστερά και στον έρωτα; Μόνο αριστερά. Όχι αυτή της πολιτικής , αυτή της παιδικής αθωότητας.   Εκεί  βρίσκεται πάντα  στη θέση της καρδιάς. Γιατί ο έρωτας είναι δύο!  
Για το κόκκινο  της φωτιάς λέγαμε, δεν πρόκειται για πάθος, αλλά για την ίδια  τη ζωή, όπως την ονειρεύτηκα.  Γιατί το  κόκκινο δεν είναι χρώμα, είναι επιθυμία  και ανεκπλήρωτο. Τελικά το κόκκινο δε φορέθηκε ποτέ. Και όσοι το έκαναν σημαία, και τραγούδι,   πολύ γρήγορα το μουντζούρωσαν.  Είτε το σκέπασαν με μαύρο, είτε το ξέβαψαν τόσο,  που να αποκλείει  κάθε δικαίωμα στο όνειρο.
Όμως οι αγάπες   και αυτές  που τις  σκεπάζει δέκα μέτρα χιόνι,  δεν φεύγουν. Που πάει κανείς όταν φεύγει; Θα με ρωτήσετε.  Θα σας παρηγορήσω  και πάλι. Η αγάπη μας δεν χάνεται, όπως δεν χάνεται το φως  και ας βασιλεύει  κάποιες ώρες παριστάνοντας την νύχτα.  Πώς να χαθεί λοιπόν   εκείνο που πρόλαβε και τρύπωσε για τα καλά μέσα μας; 
Και όταν κάποιος φεύγει  πάλι στην  καρδιά μας πάει.
Από αλλού ξεκίνησα και αλλού το πάω.
Δε γλυτώνουμε!  Άκουσα κάτι γενικεύσεις του κερατά  χθες σε μια συζήτηση που μου σηκώθηκε η τρίχα  «όλοι ίδιοι είναι»,  «όλοι κλέφτες»,  «όλοι απατεώνες»  όλοι  και όλες εκτός απ’ αυτούς, τους αδέκαστους κριτές των πάντων. Μια ντουζίνα  άνθρωποι, που δίκασαν καταδίκασαν, έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα  και πάτησαν και  την σκανδάλη. Δεν γλυτώνουμε  και αυτό το βεβαιώνουν οι αριθμοί. Είναι η πλειοψηφία ρε γαμώτο.
Γύρισα στο σπίτι μόνος. Απόγευμα Κυριακής,  πώς να μη  σε τυλίξει η μοναξιά. Έκανα ένα κρύο ντουζ να φύγει ο θυμός, καλύτερα να είχε μείνει, γιατί  το γύρισε σε  απογοήτευση. Έβαλα ένα ποτήρι,  κρασί.  Δεν μπορεί ο καθένας μόνος του,  να λέει  τέτοιες καραμπινάτες μαλακίες,   μάλλον η ψυχολογία του όχλου θα φταίει.  Και έπρεπε να βρω απαντήσεις που, θα μου επέτρεπαν σε κάποια δεδομένη στιγμή να τους υπερασπιστώ. Όχι σήμερα.
Είναι γνωστό ότι στην συμπεριφορά του όχλου επικρατεί περισσότερο το συναίσθημα παρά η λογική, περισσότερο η παραπληροφόρηση παρά η σωστή ενημέρωση, περισσότερο το υποσυνείδητο παρά η ορθή κρίση. Γι’ αυτό και είναι άκρως επικίνδυνος. Η ψυχολογία του όχλου εκφράζει την απόγνωση των χρονίως  καταπιεσμένων, την άφατη πικρία των, έναντι των θεσμών που τους απογοήτευσαν και την εκδίκηση που ζητεί το υποσυνείδητο για την ικανοποίηση του περί δικαίου αιτήματός του. Ηρέμησα όμως τίποτα δεν αλλάζει, αν δεν ονειρευόμαστε κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει.


Όταν κλωσάς αυγά φιδιού, μην περιμένεις να βγουν αηδόνια



Δεν ευθύνεται μόνο η οικονομική κρίση, τα μνημόνια, τα προβλήματα που προκαλούν οι μετανάστες, και εν γένει η απαξίωση της πολιτικής ζωής του τόπου, για την ενίσχυση νεοναζιστικών φαινομένων, όπως αυτά εκφράζονται μέσα από το κόμμα της «Χρυσής Αυγής».
Πολύ πριν την κρίση πρόβαλε και πάλι η ιδέα της «Μεγάλης Ελλάδος», που να σημειωθεί, όποτε αυτή η επιθυμία ήταν σε έξαρση, πάντα γινόταν η πατρίδα μας και πιο μικρή. Από αθλητικά γεγονότα μέχρι την Γιουροβίζιον, τα αστικά κόμματα που κυβερνούσαν, και δυστυχώς ακόμα κυβερνούν, έριχναν πολύ μπλε στο τραπέζι της αποχαύνωσης, διαμορφώνοντας σιγά-σιγά ένα εθνικιστικό κλίμα. Μαζί με τα αναβολικά στους αθλητές, δηλητηρίασαν και ένα κομμάτι της κοινωνίας. Τις θύελλες τις θερίζουμε σήμερα.
Δεν ξέρω αν οι αριστερές μου καταβολές ευθύνονται, που δεν βγήκα να πανηγυρίσω στους δρόμους με την γαλανόλευκη την κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλλου, από την εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Οι εθνικιστικές εξάρσεις, πάντα μου προκαλούσαν αλλεργία. Για να είμαι ειλικρινής το χάρηκα, όπως μπορεί να χαρεί κάποιος μια νίκη σε ένα παιγνίδι, για να μη συμβεί ο φανατισμός όμως που ακολούθησε, δεν το κρύβω, αν μπορούσα θα χάριζα αυτή τη νίκη.
Εκείνα τα « Ελλάς Ελλήνων χριστιανών», « Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα», «η βόρειος Ήπειρος είναι ελληνική», «πότε θα πάρουμε την Πόλη», «η Κύπρος είναι ελληνική., «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», μου προκαλούν ανατριχίλα.
Για εκείνο που είμαι σίγουρος είναι, ότι δεν συνέβαλα με το δικό μου χειροκρότημα, στις απανωτές κατραπακιές από την υπόθεση ντόπινγκ, που καθιστούν τις νίκες των πρωταθλητών μας χάρτινες, και την χώρα μας έκθετη πλέον στα μάτια του κόσμου.
«Σίγουρα πάντως» έγραφε ο Παντελής Μπουκάλας, «λιγότερα παιδιά θα ντοπάρονταν αν δεν τα ζάλιζε η εθνική μας μέθη, υπό το κράτος της οποίας εξισώνουμε με φυλετικό θρίαμβο μια πρωτιά στα εκατό μέτρα πεταλούδα ή ένα ρεκόρ στο αρασέ· και πιο ισχυρό αναβολικό από την εθνική μας αλκοόλη δεν υπάρχει».
Ακριβώς αυτό το αναβολικό σε μια κοινωνία που δυστυχεί και πρέπει να ξεχνά την καθημερινότητα, την ακρίβεια, την ανεργία, τη φτώχεια, είναι γραμμένο σε κάθε συνταγή της εξουσίας, που θέλει να βλέπει μια τέτοια εκτόνωση του λαού που δυναστεύει.
Και είναι παλιά η συνταγή από το « άρτος και θεάματα» στο «αμερικανικό όνειρο», από το «κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», « Για την Ελλάδα ρε γαμώτο»…

Θέλει σεβασμό ο τόπος



Αυτές οι βεβαιότητες, υπερτονισμένες στο μέγιστο βαθμό πάντα μου προκαλούσαν αποστροφή. Και εδώ σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, δεν τσιγκουνευόμαστε το άριστα, ούτε και το μηδέν. Ας αφήσουμε τους υπερθετικούς για εξαιρετικές καταστάσεις. Παραπανίσιες οι φωνές, χιλιοειπωμένα λόγια, άχρηστα λόγια, που προκαλούν πονοκέφαλο. Υπερβολές, αδικαιολόγητη απαισιοδοξία και αισιοδοξία, ανούσιες αναλύσεις παρελθοντολογία, τόσα όσα το νευρικό σύστημα δεν αντέχει. Δεν είμαι ούτε μ’ αυτούς που χωρίς δεύτερη σκέψη βαθμολογούν με άριστα, ούτε με τους άλλους που βάζουν μηδέν. Δυστυχώς εδώ στην μικρή μας πόλη ό,τι συμβαίνει καλό η κακό, κρίνεται με μια απίστευτη προχειρότητα.
Αυτές τις μέρες θυσιάζουμε τις λέξεις. Η «ενότητα», η «πρόοδος», η «ανάπτυξη», και κείνο το απεχθές «η Κέρκυρα μας», γίνονται καραμέλες στα χείλη αρκετών συμπολιτών μας και λιώνουν από το πιπίλισμα.
Το κλισάρισμα που κυριαρχεί, μας επαναφέρει σε μια νέα Βαβέλ, μόνο που ενώ μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, είναι αδύνατη η συνεννόηση.

Ο τόπος έχει να διηγηθεί άπειρες ιστορίες. Το Λαζαρέτο, το Βίδο, τα Κάστρα, η Παλιά Πόλη, το εργοστάσιο Δεσύλλα, οι γειτονιές και τα στενά σοκάκια. Θέλει σεβασμό ο τόπος, γιατί αντιστέκεται στο χρόνο ενώ εμείς; Όπως ορθά επισημαίνει μια οργισμένη φωνή για άλλον τόπο…
«Δεν υπήρξαμε παρά ένα δευτερόλεπτο στην αιώνια ακινησία του. Μια ανεπαίσθητη γρατσουνιά στα γόνατα του αέναου χρόνου του». Ο τόπος μετράει πιο πολύ και χρειάζεται τον σεβασμό μας γιατί έχει να μας διηγηθεί πολλά σε μας και σε αυτούς που ακολουθούν.
Δυστυχώς μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης άρνησης και μιζέριας, είναι δύσκολο να σταθεί λόγος σοβαρός. Είναι τα παραμύθια αυτής της δήθεν πόλης, αυτών των δήθεν που πρωταγωνιστούν. Γι’ αυτό αποφεύγω και φεύγω, συνθλίβοντας στην μνήμη τη μιζέρια που μας βασανίζει στα στενά των οριζόντων.

Το νέο δεν μπορεί να κτισθεί με σάπια υλικά

Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να διαχειριστώ το θυμό μου, αυτή την προεκλογική περίοδο. Η εκλογική διαδικασία αποτελεί μία από τις πιο σκληρές ασκήσεις ανθρώπινων αντοχών και δυνατοτήτων, κατά την διάρκεια της οποίας, έχουμε την ευκαιρία να τσεκάρουμε την πνευματική επάρκεια, την σωματική, αντοχή, τη ψυχική τόλμη. Το μίσος και την μεγαλοσύνη, το ήθος αλλά και την κακοήθεια, το συμβιβασμό και τη δειλία.
Για την ιστορία, έγραφα παλαιοτέρα, όχι με πρόθεση να κινδυνολογήσω, αλλά για να θυμίσω σε κάποιους, που τους έχει επισκεφτεί η αμνησία αυτές τις μέρες, ότι το νέο δεν μπορεί να κτισθεί με σάπια υλικά, σύντομα θα καταρρεύσει.
Η νέα εποχή χρειάζεται την ενεργή συμμετοχή του Λαού, χρειάζεται συνεργασία και αλληλεγγύη. Δεν μπορεί να χαραχτεί νέα πορεία, με το Λαό να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τις εξελίξεις. Τίποτα δεν μας χαρίστηκε. Και για ένα ποτήρι νερό, που λέει ο λόγος, πρέπει να σκάψουμε να βρούμε πηγάδι. Τα θλιβερά φαινόμενα που παρατηρούσαμε τα προηγούμενα χρόνια στην πολιτική σκηνή, από τους ολίγους που έδειχναν ενδιαφέρον, θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν υπήρχε ισχυρή λαϊκή παρουσία. 
Η προηγούμενη παράσταση είχε δοθεί σε κενά καθίσματα και ο θίασος αυθαιρετούσε. Μια κοινωνία χωρίς όραμα, χωρίς συμμετοχή, χωρίς δράση, δεν μπορεί να πάει μπροστά.

Είναι δύσκολο να φανταστώ το τέλος της θάλασσας

Δεν ξέρω πως προέκυψε αυτή η ανάγκη για τη φύση. Ίσως επειδή η φύση αλλάζει τα μεγέθη και με ηρεμεί. Νοιώθω μικρός μπροστά στον απέναντι βράχο. Χιλιάδες χρόνια είναι εκεί και χιλιάδες θα παραμείνει . Αυτή η σταθερά διευκολύνει τη μικρή ζωή μας και κάνει λιγότερα επώδυνα τα πράγματα ακόμα και όσο αφορά το τέλος της .. είναι δύσκολο να φανταστώ το τέλος του βράχου, το τέλος της θάλασσας. 
Η εισαγωγή για ένα παλαιότερο κείμενο ατελές, και ανοιχτό σε αναλαμπές μνήμης που θα του δώσουν κάτι παραπάνω.
Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… “να χτίζεις στην άμμο σαν να ’ναι στην πέτρα.” Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Τώρα που το σκέφτομαι, η ζωή μου, έχει να διηγηθεί ένα «πριν» και ένα «μετά». Τα μεσοδιαστήματα, ο περισσότερος χρόνος, κύλησαν χωρίς να το αντιληφθώ. Στο πριν και στο μετά των γεγονότων έζησα. Στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμα, στο όποιο αποτέλεσμα. Στη χαρά της νίκης και στην πίκρα της ήττας. Στην πραγματική ζωή δηλαδή.
Καταστρέφω κύκλους και κάθε πλαίσιο που στάθηκε εμπόδιο στην ανάσα μου. Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β..Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».
Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. Μπορεί να είναι στο Παρίσι, που είχες σχεδιάσει, ή στη Ρώμη, μπορεί και εδώ κοντά απέναντι, χειμώνα. Σε ένα μπαρ που δεν πήγες, ή μια βραδιά με πανσέληνο, να επανορθώσει για εκείνη που έχασε. Το «για πάντα» ξεπερνάει τα συμβατικά χρονικά όρια μιας ζωής, περνάει στην αθανασία.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή. Το «για πάντα», να το υποστηρίζουμε και μετά...

Δύση και ανατολή



Περνούν τα χρόνια και αφήνουν τα σημάδι τους, το ένα σημάδι σβήνει το άλλο και η μνήμη είναι ώρες που εξαντλεί τα όρια της. Παρόλα αυτά επιμένουμε να φορτώνουμε το παρόν με ένα βάρος, που πολύ αμφιβάλω αν μας ανήκει.
Όχι δεν διαγράφω την ιστορία, αν θέλουμε όμως να είμαστε ρεαλιστές, η ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και συνεργασίας με τα γειτονικά μας κράτη και κυρίως με την Τουρκία θα μας δώσει άλλη δυναμική. Έγραφα παλαιοτέρα: «όταν τα αδιέξοδα με τυλίγουν, γυρίζω πίσω αναζητώντας σταθερές». Σήμερα που η χώρα βρίσκεται χωρίς ορίζοντα, στη δίνη του εκφυλισμένου συστήματος που προσκύνησε, η επιστροφή στις ρίζες της, αποτελεί μονόδρομο. Η ψεύτικη εικόνα που δημιούργησε ο εκσυγχρονισμός κατέρρευσε, πρόδωσε τις προσδοκίες των νεοελλήνων που ξημέρωσαν φορτωμένοι, διαψεύσεις και αέρα κοπανιστό…
Το θυμήθηκα με αφορμή ένα καινούργιο τούρκικο, σήριαλ που προβάλλει η ελληνική τηλεόραση. Είχα αναρωτηθεί και εγώ για την απήχηση, που έχουν σε ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού τηλεοπτικού κοινού τα τούρκικα σίριαλ «Τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες», υποστηρίζει σε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση ο Ν. Ξυδάκης. «…Η σημαντικότερη αιτία για τη δημοτικότητα των τουρκικών είναι μάλλον η ψυχοκοινωνική αναδίπλωση των λαϊκών στρωμάτων ενώπιον του ναυαγήσαντος εκσυγχρονισμού. Οι αδρές, στέρεες δομές των τουρκικών οικογενειών, οι σπαθάτοι άντρες, με την υπερχειλίζουσα αρρενωπότητα, οι υπερθηλυκές γυναίκες που είναι όμως σύζυγοι και μητέρες, και όχι ξέκωλα ή dominatrix, το προστατευμένο χρήμα της κλειστής φαμίλιας, οι παγιωμένοι κώδικες τιμής, όλα τούτα τα προνεωτερικά ή πρωτοαστικά αναδύονται οικεία και ελκυστικά μπρος στα διψασμένα μάτια ενός ακροατηρίου που έχει χάσει τα ζύγια του, το ειδικό του βάρος, το παλαιό του μέτρο. Το ελληνικό κοινό βλέπει διψασμένο έναν παλαιό κόσμο, «ανατολικό», βραδύ και αδρό, τον κόσμο που έχασε. Έχασε τις μαντίλες και τα τσεμπέρια, λυτρώθηκε από προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά δεν βρήκε σίγουρο βηματισμό και γονιμότητα στη φρενιτιώδη υστερονεωτερικότητα. Ο εκσυγχρονισμός έφερε διαψεύσεις, ματαιώσεις, πρόδωσε τις υπερτροφικές προσδοκίες. Και μας έριξε στα τούρκικα…»
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι τουρκικά σίριαλ, θα είχαν θέση στην ελληνική τηλεόραση, να όμως που έχει ο καιρός γυρίσματα και ύστερα από περιπλανήσεις στο ψεύτικο παράδεισο, αρχίζουμε σιγά σιγά να επιστρέφουμε στη βάση μας, στα πιο κοντινά μας, σ’ αυτά που ταιριάζουν περισσότερο με την ψυχοσύνθεσή μας.

Η γεύση της ηδονής και η ηδονή της γεύσης



Αυτοί που μαγειρεύουν δεν μπορεί παρά να είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Είμαι ευτυχής που ανήκω σ’ αυτή τη κατηγορία. Δεν μαγειρεύω για να φάω, αλλά για να φύγω. Μεταμορφώνομαι σε αγαπημένα πιάτα με ονοματεπώνυμο. Πάπια πορτοκάλι, χοιρινό με μέλι, κουνέλι του κυνηγού, φιλέτο γαλοπούλας με μαστίχα, αρνάκι με κρεμμύδι και ξύδι, ρέγκα πορτοκάλι, σουπιά με το μελάνι της. Γυμνάζω όλες τις αισθήσεις μου σ’ αυτήν την απίθανη μυσταγωγία και νοιώθω χρήσιμος ικανοποιώντας τις ορέξεις των καλεσμένων μου.
Παλιότερα το άρωμα του τυπογραφείου και του βιβλιοπωλείου ασκούσε τέτοια γοητεία που με οδήγησε στη δημοσιογραφία, σήμερα η τηλεόραση το ξεφτίλισε το επάγγελμα, όσο για το άρωμα το έκλεψε η άχρωμη και άοσμη τεχνολογία. Εδώ πάνω από τις αχνιστές κατσαρόλες μου, νοιώθω την ασφάλεια του παντοτινού. Με συνταγές από τα βάθη του παρελθόντος, ανέπαφες από το χρόνο και με χίλια δύο αρώματα, όπλα που αντέχουν και θα αντέξουν στη μαζική επίθεση των ταχυφαγείων.
Μέσα στο βασίλειο της κουζίνας μου μπορώ να ονειρεύομαι με διάθεση δημιουργική και να εκφράζω την αριστερή μου στάση από κοινού με τους συνδαιτυμόνες μου, ανακαλύπτοντας συνεχώς καινούργιες γεύσεις και καινούργιες μυρωδιές, προχωρώντας προοδευτικά σε ποιοτικές διαδρομές.
Η ηδονή μιας γεύσης συγκεντρώνεται στη γλώσσα και στον ουρανίσκο, αν και συχνά δεν αρχίζει από εκεί, αλλά από τις αναμνήσεις. Από τα χιλιάδες βιβλία μαγειρικής που κυκλοφορούν κάθε χρόνο, πολύ λίγα ασχολούνται με την αίσθηση της γεύσης, γιατί είναι δύσκολο να καθορίσεις μια γεύση όσο και μια μυρωδιά. Και τα δύο είναι πνεύματα που έρχονται ακάλεστα για ν’ ανοίξουν ένα παράθυρο στη μνήμη και να μας οδηγήσουν σε ένα ξεχασμένο γεγονός. Πολλές φορές τα νοσταλγούμε αναζητώντας το ερωτικό αποτέλεσμα του παρελθόντος.
Πάνε σαράντα πέντε χρόνια και ακόμα θυμάμαι τη γεύση από βερμούτ στο πρώτο μου φιλί.
Ας επανέλθουμε στο φαγητό. Στη σειρά των πιάτων πρέπει να λαβαίνουμε υπόψη τις διάφορες γεύσεις, για να αλληλοσυμπληρώνονται και να διαφέρουν μεταξύ τους, χωρίς να ανταγωνίζονται. Ένα καλά προετοιμασμένο δείπνο πρέπει να αρχίζει με την απαλή γεύση της σούπας, να περνάει από την λεπτή γεύση των ορεκτικών να κορυφώνεται με το κυρίως πιάτο και να καταλήγει στη γλύκα του επιδορπίου. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με την ερωτική πράξη αρχίζουμε με τα προκαταρκτικά ερωτικά παιγνίδια φτάνουμε στον οργασμό και τελικά πέφτουμε σε μια γλυκιά ξεκούραση. Και στα δύο δεν χρειάζονται βιασύνες.

Και αύριο θα υπάρχουμε

Τελευταίες μέρες του χρόνου που φεύγει, χωρίς δυστυχώς να μας απελευθερώνει. Οι χρόνοι είναι κάθετες γραμμές που περικλείουν ότι θυμόμαστε κ...