Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Η μοναξιά της πλατείας



Σε συνέχεια του χθεσινού, για τη «σιωπηλή δημοκρατία της μοναξιάς», μένει να δούμε πού ζει αυτή η σιωπή. Και ζει, φυσικά, στην πλατεία. Εκεί που οι άνθρωποι συναναστρέφονται. Εκεί όπου κάποτε γεννιόταν η πολιτική, τώρα κυριαρχεί η αμηχανία.
Οι καρέκλες είναι γεμάτες, αλλά οι άνθρωποι απουσιάζουν. Μόνο ο ήχος των ποτηριών θυμίζει πως εδώ υπήρξε κάποτε συζήτηση, κοινό βλέμμα, πρόσωπα που αναμετριούνταν χωρίς οθόνες ανάμεσά τους.
Η πλατεία έχασε τη φωνή της, όπως κι η Αριστερά. Εκείνη που γεννήθηκε μέσα στην κοινωνία , τώρα δείχνει να την αποφεύγει. Μιλά για ποσοστά, για ισορροπίες, για διαχείριση κι όχι για τον άνθρωπο που μένει μόνος. Κι όμως, η ρίζα της ήταν πάντα η συγκίνηση, η ανθρώπινη επαφή, η πράξη της συνάντησης.
Οι πρώτες ψύχρες του Οκτώβρη αφήνουν άδειες γωνιές. Τα τραπεζάκια λιγοστεύουν, οι περαστικοί βιάζονται, κι απομένουν οι λίγοι που αντέχουν τη σιωπή. Ο ηλικιωμένος στο παγκάκι, το ζευγάρι που δεν μιλά, ο νεαρός που σκύβει στο κινητό σαν να προσεύχεται. Όλοι μαζί, μια ήσυχη πομπή μιας κοινωνίας που ξέμαθε να κοιτά.
Κάποτε η πλατεία ήταν σχολείο συμμετοχής. Εκεί μαθαίναμε να ακούμε, να διαφωνούμε, να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον. Τώρα μοιάζει με καθρέφτη, ο καθένας κοιτά τον εαυτό του, φωτισμένο από το φως της οθόνης. Τα παγκάκια στέκουν καθαρά αλλά άδεια, δεν προορίζονται πια για κουβέντα, αλλά για αναμονή.
Αν η Αριστερά θέλει να ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής της, πρέπει να ξεκινήσει από εδώ, από την πλατεία, από την κοινωνία . Όχι με συνθήματα, αλλά με μια απλή πράξη: να καθίσει πλάι στον άλλον χωρίς να χρειάζεται λόγος. Γιατί εδώ, περισσότερο από παντού, δοκιμάζεται η έννοια του «μαζί».
Η μοναξιά της πλατείας δεν είναι μοιραία. Είναι καθρέφτης. Αν θέλουμε να τον αλλάξουμε, αρκεί να σηκώσουμε το βλέμμα, να πούμε μια κουβέντα, να θυμηθούμε πως η δημοκρατία δεν υπάρχει στα δελτία τύπου, αλλά στα παγκάκια που περιμένουν να ξαναγίνουν κοινά.
Ίσως από εκεί, από μια μικρή κουβέντα του Οκτώβρη, να αρχίσει ξανά η πολιτική. Όχι των κομμάτων, αλλά των ανθρώπων.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Η σιωπηλή δημοκρατία της μοναξιάς

 


Ο Οδυσσέας Ιωάννου έγραψε πως το κενό που αφήνει η Αριστερά δεν το γεμίζει η Δεξιά, αλλά η μοναξιά. Κι αν κάτι δείχνει η εποχή, είναι πως έχει δίκιο. Δεν χρειάζεται πια καταστολή για να σωπάσουμε, το κάνουμε μόνοι μας, με πειθαρχία σχεδόν θαυμαστή.

Η μοναξιά έγινε η πιο σταθερή μορφή εξουσίας. Δεν επιβάλλεται, απλώς συνηθίζεται. Οι άνθρωποι αποσύρονται ήσυχα, κρατώντας μικρές ιδιωτικές νησίδες, σαν να φοβούνται μην τους πάρει χαμπάρι το βλέμμα του άλλου. Η πολιτική χάνει το κοινό της σώμα, κι η κοινωνία μαθαίνει να ζει δίχως κοινό νου.

Η Αριστερά, κουρασμένη από τα ίδια της τα σύμβολα, ξεχνά πως η ρίζα της ήταν πάντα η ανθρώπινη επαφή. Δεν γεννήθηκε για να διοικήσει, αλλά για να συγκινήσει. Κι όμως, σήμερα φαίνεται να φοβάται τη συγκίνηση, να προτιμά την ανάλυση από τη ζωή.

Αν κάτι της απομένει, είναι να υπερασπιστεί ξανά το αυτονόητο: τον χώρο ανάμεσα στους ανθρώπους. Όχι ως πλατεία ή πεζόδρομο, αλλά ως δυνατότητα συνάντησης. Γιατί χωρίς αυτήν, δεν υπάρχει ούτε δημοκρατία ούτε προοπτική, μόνο η σιωπηλή αυτοδιοίκηση της μοναξιάς.

Κι ίσως αυτό να ’ναι το αληθινό τέλος της ιστορίας, όχι όπως το φαντάστηκαν οι θεωρητικοί, αλλά όπως το ζούμε στα κινητά μας, στα σπίτια μας, στα βλέμματα που δεν σηκώνονται.

Κι εδώ, στην Κέρκυρα, το βλέπουμε πιο καθαρά. Στην πλατεία που μικραίνει από τα τραπεζάκια, στα καντούνια που στενεύουν από τις καρέκλες των καφέ, στα παιδιά που δεν έχουν πού να παίξουν. Ο δημόσιος χώρος, η πιο απλή, η πιο πολιτική μορφή δημοκρατίας, συρρικνώνεται σιωπηλά, όπως συρρικνώνονται και οι λέξεις «μαζί» και «εμείς».

Αν η Αριστερά έχει ακόμη λόγο ύπαρξης, είναι για να υπερασπιστεί όχι το παρελθόν της, αλλά τη δυνατότητα του ανθρώπου να ονειρεύεται χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Ο Ιωάννου μάς θυμίζει πως η απουσία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Όταν μια συλλογικότητα χάνει τη φωνή της, δεν μένει σιωπή, απλώνεται το βουβό βουητό της μοναξιάς. Και τότε αρχίζουν όλα να μικραίνουν: οι συζητήσεις, οι πλατείες, ακόμη και οι λέξεις.

Η μοναξιά δεν χρειάζεται πια να μας κυβερνήσει. Το κάνει ήδη, με την ψήφο της απουσίας μας.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

Η ανάσα πριν τη λέξη

 ·

Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια



Δεν είναι εποχή για μεγάλα λόγια. Οι λέξεις ξόδεψαν τη λάμψη τους, κουράστηκαν να κουβαλούν υποσχέσεις. Ο αέρας γέμισε από θόρυβο χωρίς ουσία. Όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Κι έτσι, μέσα στον βόμβο της καθημερινότητας, η σιωπή άρχισε να αποκτά φωνή.

Για εμάς που σταθήκαμε μια ζωή στην απέναντι όχθη, που μάθαμε να κοιτάμε πίσω από τα προφανή και να πληρώνουμε το τίμημα της αμφιβολίας, η νέα πραγματικότητα δεν προσφέρει πια ούτε έδαφος ούτε προσανατολισμό. Ο χρόνος τρέμει, σεισμικός, κι εγώ αναζητώ ένα σταθερό κομμάτι γης για να σταθώ.

Οι ίδιοι και οι ίδιοι, τα ίδια και τα ίδια. Φθαρμένες λέξεις, πρόσωπα που αλλάζουν θέσεις αλλά όχι πρόθεση. Η φθορά έγινε σύστημα, το θράσος αρετή. Κι η μιζέρια, μόνιμος τόπος κατοικίας.

Έμαθα πια να ακούω αλλιώς. Τα αυτιά μου, κουρασμένα μα συνετά, επιλέγουν. Δεν ακούν τις προεκλογικές κασέτες, ούτε τις κραυγές των τηλεπαραθύρων. Κρατούν μόνο τους ήχους που έχουν ψυχή, το κύμα που αλλάζει ρυθμό, το βλέμμα που μιλά χωρίς να χρειαστεί λέξεις, τη σιωπή ενός φίλου που καταλαβαίνει.

Στις σιωπές των ποιητών κρύβεται η μόνη αλήθεια που αντέχεται. Εκεί ακούω τον κόσμο να ξαναγεννιέται, χωρίς φωνές, χωρίς μικρόφωνα, μόνο με μια ανάσα.

Γιατί κι η σιωπή έχει φωνή. Μερικές φορές, είναι η πιο καθαρή από όλες. Εκεί κρύβεται η αλήθεια που δεν χρειάζεται εξηγήσεις μονάχα μια ανάσα πριν τη λέξη. Να μάθουμε ξανά να ακούμε τη σιωπή. Όχι σαν παραίτηση, αλλά σαν πράξη αντίστασης.

Η ανάσα πριν τη λέξη

 ·

Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΔεν είναι εποχή για μεγάλα λόγια. Οι λέξεις ξόδεψαν τη λάμψη τους, κουράστηκαν να κουβαλούν υποσχέσεις. Ο αέρας γέμισε από θόρυβο χωρίς ουσία. Όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Κι έτσι, μέσα στον βόμβο της καθημερινότητας, η σιωπή άρχισε να αποκτά φωνή.

·
Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΔεν είναι εποχή για μεγάλα λόγια. Οι λέξεις ξόδεψαν τη λάμψη τους, κουράστηκαν να κουβαλούν υποσχέσεις. Ο αέρας γέμισε από θόρυβο χωρίς ουσία. Όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Κι έτσι, μέσα στον βόμβο της καθημερινότητας, η σιωπή άρχισε να αποκτά φωνή.

·
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια



Δεν είναι εποχή για μεγάλα λόγια. Οι λέξεις ξόδεψαν τη λάμψη τους, κουράστηκαν να κουβαλούν υποσχέσεις. Ο αέρας γέμισε από θόρυβο χωρίς ουσία. Όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Κι έτσι, μέσα στον βόμβο της καθημερινότητας, η σιωπή άρχισε να αποκτά φωνή.

Για εμάς που σταθήκαμε μια ζωή στην απέναντι όχθη, που μάθαμε να κοιτάμε πίσω από τα προφανή και να πληρώνουμε το τίμημα της αμφιβολίας, η νέα πραγματικότητα δεν προσφέρει πια ούτε έδαφος ούτε προσανατολισμό. Ο χρόνος τρέμει, σεισμικός, κι εγώ αναζητώ ένα σταθερό κομμάτι γης για να σταθώ.

Οι ίδιοι και οι ίδιοι, τα ίδια και τα ίδια. Φθαρμένες λέξεις, πρόσωπα που αλλάζουν θέσεις αλλά όχι πρόθεση. Η φθορά έγινε σύστημα, το θράσος αρετή. Κι η μιζέρια, μόνιμος τόπος κατοικίας.

Έμαθα πια να ακούω αλλιώς. Τα αυτιά μου, κουρασμένα μα συνετά, επιλέγουν. Δεν ακούν τις προεκλογικές κασέτες, ούτε τις κραυγές των τηλεπαραθύρων. Κρατούν μόνο τους ήχους που έχουν ψυχή, το κύμα που αλλάζει ρυθμό, το βλέμμα που μιλά χωρίς να χρειαστεί λέξεις, τη σιωπή ενός φίλου που καταλαβαίνει.

Στις σιωπές των ποιητών κρύβεται η μόνη αλήθεια που αντέχεται. Εκεί ακούω τον κόσμο να ξαναγεννιέται, χωρίς φωνές, χωρίς μικρόφωνα, μόνο με μια ανάσα.

Γιατί κι η σιωπή έχει φωνή. Μερικές φορές, είναι η πιο καθαρή από όλες. Εκεί κρύβεται η αλήθεια που δεν χρειάζεται εξηγήσεις μονάχα μια ανάσα πριν τη λέξη. Να μάθουμε ξανά να ακούμε τη σιωπή. Όχι σαν παραίτηση, αλλά σαν πράξη αντίστασης.

Η Κέρκυρα των ήσυχων βεβαιοτήτων



Καμία αμφιβολία πως η αμφιβολία είναι το τελευταίο προνόμιο των έξυπνων . Οι υπόλοιποι κοιμούνται όρθιοι, με ασφάλεια, έχουν καλή δουλειά, καλό κινητό, και καλή δικαιολογία για να μην κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Η βεβαιότητα είναι το νέο υπνωτικό, καταπίνεται εύκολα και δεν έχει παρενέργειες, εκτός από την απώλεια ψυχής.

Καμία αμφιβολία πως στην Κέρκυρα όλα είναι όπως πρέπει. Οι δρόμοι στενοί, οι γνώμες φαρδιές, κι οι συνειδήσεις κοιμούνται ήσυχες κάτω από τον θόρυβο της πόλης. Εδώ, η βεβαιότητα είναι σχεδόν τοπικό προϊόν, φυτρώνει μόνη της. «Έτσι είναι τα πράγματα». Κι έτσι μένουν. Καμία αμφιβολία πως η αμφιβολία είναι είδος προς εξαφάνιση, εδώ την έχουμε αντικαταστήσει με τον καφέ της βεβαιότητας, δύο κουταλιές ρουτίνα, μία κουταλιά αυτοϊκανοποίηση. Από το Λιστόν ως το Πεντοφάναρο, όλοι ξέρουν, όλοι σχολιάζουν, κανείς δεν αμφιβάλλει. Εκτός ίσως από κάτι μοναχικούς στις άκρες των καφενείων που κοιτούν τη θάλασσα και σκέφτονται «μήπως δεν ζούμε, απλώς ανακυκλωνόμαστε;».

Ο χρόνος στο νησί κυλάει με νηφαλιότητα . Οι αποφάσεις αναβάλλονται ευγενικά, οι μέρες περνούν αθόρυβα, κι όλοι νιώθουν ασφαλείς μέσα στην ωραία τους ακινησία. Όμως αυτή η ασφάλεια μυρίζει λίγο λιμνάζοντα ύδατα, κι αν σταθείς πολύ κοντά, ακούς κάτι να ανασαίνει από κάτω, μια παλιά ανάγκη για ζωή, για αλήθεια, για μικρή έστω ταραχή.

Όποιος αμφιβάλλει, θεωρείται περίεργος, όποιος ρωτάει, «γκρινιάρης». Μα ίσως η γκρίνια να είναι η τελευταία μορφή νοημοσύνης που μας έμεινε.

Η Κέρκυρα δεν φοβάται τις θάλασσες, φοβάται τα κύματα. Προτιμά τη νηνεμία των γνώριμων πραγμάτων, το «άστο για του χρόνου», το «δε βαριέσαι». Μα κάπου, σ’ ένα μπαλκόνι με θέα στο Ιόνιο, κάποιος ακόμα αμφιβάλλει. Κοιτάζει τη γραμμή του ορίζοντα και ψιθυρίζει…
ίσως η αμφιβολία να είναι η πιο τίμια μορφή ασφάλειας που μας απέμεινε ξύπνια

Η ευγένεια ως τελευταία πολυτέλεια



Κάποτε η ευγένεια και ιδιαίτερα στην Κέρκυρα, ήταν αυτονόητη. Μια απλή χειρονομία, μια φράση, ένα βλέμμα που αναγνώριζε τον άλλον ως άνθρωπο. Σήμερα, μοιάζει σχεδόν με ύποπτη συμπεριφορά. Αν χαμογελάσεις στον δρόμο, σε κοιτούν καχύποπτα, αν πεις «ευχαριστώ», σε περνούν για αφελή. Η εποχή μας έχει μάθει να θεωρεί την αγένεια δείγμα ισχύος και την ηρεμία αδυναμία.

Στα γραφεία, στις ουρές, στις οθόνες, όλοι βιάζονται. Οι φωνές ανεβαίνουν πιο γρήγορα απ’ ό,τι τα επιχειρήματα. Ο θυμός έχει γίνει καθολικό δικαίωμα, ενώ η ψυχραιμία αντιμετωπίζεται σαν πρόκληση. Μάθαμε να επικοινωνούμε χωρίς να ακούμε, να μιλάμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Η ευγένεια, λοιπόν, δεν είναι πια αυτονόητη, είναι μια μορφή πολιτισμικής αντίστασης.

Ίσως γι’ αυτό να τη λέμε «πολυτέλεια». Όχι γιατί κοστίζει, αλλά γιατί απαιτεί καλλιέργεια, χρόνο και αυτοέλεγχο, σπάνια είδη σε εποχές φασαρίας. Η ευγένεια δεν αγοράζεται, δεν μετριέται σε «likes», δεν κερδίζει πόντους επιρροής. Είναι κάτι πιο βαθύ: μια μνήμη του ανθρώπινου μέτρου, μια υπενθύμιση ότι η αξιοπρέπεια δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια, μόνο μικρές κινήσεις.

Όποιος σήμερα παραμένει ευγενικός, δεν είναι αφελής, είναι γενναίος. Μιλά ήρεμα σε μια εποχή φωνών, προσφέρει χώρο όταν όλοι σπρώχνουν, χαμογελά χωρίς αντάλλαγμα. Μια αόρατη επανάσταση, σιωπηλή, αλλά αναγνωρίσιμη από όσους έχουν μάθει ακόμη να βλέπουν.

Ίσως, τελικά, αυτή να ’ναι η ύστατη μορφή αριστοκρατίας, να είσαι άνθρωπος, εκεί που οι περισσότεροι έχουν επιλέξει να είναι απλώς παρόντες.

Η αληθινή ευγένεια είναι ένα μικρό θαύμα, μια ήσυχη αντίσταση μέσα στη γενικευμένη αγένεια της εποχής Ίσως, λοιπόν, η ευγένεια να ’ναι πράγματι η τελευταία πολυτέλεια που μας απομένει. Κι αν τη χάσουμε κι αυτή, τότε η Κέρκυρα θα μείνει με ωραία ξενοδοχεία και άδεια ψυχή.

Φως στο ημίφως



Όταν η καθημερινότητα βουλιάζει στο μισοσκόταδο, υπάρχει πάντα μια δέσμη φωτός.

Στην καρδιά της πόλης, εκεί που το λιμάνι σμίγει με την πλατεία και τα στενά, ο φάρος ανάβει το τελευταίο του φως. Δεν στέκει στην άκρη του κόσμου, μα στη μέση του δικού μας, σιωπηλός θεατής μιας καθημερινότητας που βουλιάζει στο μισοσκόταδο.

Ο «Σίδερος», ο πρώτος φάρος των ελληνικών θαλασσών, στέκει στον υψηλότερο δυτικό λόφο του Παλαιού Φρουρίου από το 1822. Κι όπως τότε χρειαζόταν ανθρώπινα χέρια να κρατούν ζωντανό το φως του ελαιόλαδου, σήμερα αναβοσβήνει αυτόματα, με δύο λευκές αναλαμπές, φέροντας τον ίδιο αδιάκοπο ρυθμό μέσα στον χρόνο.

Κάθε βράδυ, η δέσμη του πέφτει πάνω στους δρόμους, που πνίγονται με την πρώτη νεροποντή, στις ουρές των αυτοκινήτων που σφηνώνουν ώρες στην κίνηση, στα απορρίμματα που στοιβάζονται σαν ανεπιθύμητοι ένοικοι σε κάθε γωνιά. Σαν να θέλει να μας φωτίσει τις πληγές μας, όχι για να τις γιατρέψει, αλλά για να μην ξεχάσουμε ότι υπάρχουν.

Ο φάρος είναι εκεί, επιμένει. Ενώ γύρω του αλλάζουν κυβερνήσεις, αρχές και υποσχέσεις, εκείνος ανάβει με την ίδια πεισματική κανονικότητα. Δεν ζητά τίποτα, μόνο μας θυμίζει ότι το φως δεν χρειάζεται εξαγγελίες για να υπάρξει. Χρειάζεται μόνο συνέπεια.

Κι όμως, η πόλη μοιάζει να ’χει ξεχάσει αυτή τη λέξη. Ξεχάσαμε πως το φως δεν είναι στολίδι, είναι δικαίωμα. Στην ύδρευση που δεν φτάνει, στους δημόσιους χώρους που χάνονται, στα μνημεία που τα τρώει ο χρόνος. Εκεί, ο φάρος μοιάζει να μας κοιτά ειρωνικά: «Αν δεν μπορείτε εσείς να κρατήσετε ζωντανή την πόλη, πώς θέλετε να κρατήσω εγώ ζωντανό το φως;»

Το τελευταίο του φως δεν είναι υπόσχεση, είναι προειδοποίηση. Αν μάθουμε να ζούμε στο σκοτάδι, τότε και ο φάρος θα σβήσει, όχι γιατί δεν αντέχει, αλλά γιατί δεν θα τον χρειαζόμαστε πια.

Η φωτογραφία είναι το Σταμάτη Καταπόδη

Το κρυφό μεγαλείο των μικρών στιγμών




Δεν είναι οι μεγάλες αποφάσεις που μας φθείρουν τελικά, είναι τα μικρά, τα ανεπαίσθητα, αυτά που γλιστρούν σχεδόν αθόρυβα στη μέρα μας και μας βαραίνουν πιο πολύ από όσα αντέχουν οι ώμοι μας. Ένα βλέμμα που δεν ανταποδόθηκε, μια καλημέρα που χάθηκε στον αέρα, μια υπόσχεση που ξεθώριασε δίχως καν να χρειαστεί προδοσία.

Το βάρος των μικρών πραγμάτων δεν το μετράει κανείς, γιατί μοιάζουν ασήμαντα. Αυτά όμως είναι, που συσσωρεύονται, σαν αόρατη σκόνη πάνω στο έπιπλο της ψυχής. Κάποια στιγμή ξυπνάς και νιώθεις πως το δωμάτιο είναι πιο σκοτεινό, ενώ κανείς δεν έσβησε το φως.

Ένα χαμόγελο που δεν ήρθε την ώρα που το περίμενες, μια χειρονομία αμελητέα που όμως σε έσωζε από τη σιωπή. Το μικρό, το αδιάφορο, είναι εκείνο που αργά αλλά αδυσώπητα σε βυθίζει. Όχι το μεγάλο κύμα που φαίνεται τρομερό, μπορείς όμως να το δεις και να αμυνθείς.

Κι αν όλα αυτά μοιάζουν προσωπικά, δεν είναι. Η κοινωνία μας χτίζεται ή γκρεμίζεται από μικρά πράγματα. Ένα πεζοδρόμιο που ποτέ δεν φτιάχτηκε, ένας δημόσιος χώρος που έμεινε να ρημάζει, ένας άνθρωπος που πέφτει κι όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν. Στην Κέρκυρα το ξέρουμε καλά, τα μικρά που αφήνονται να σαπίζουν γίνονται μεγάλα. Ένα φανάρι που δεν ανάβει, μια λακκούβα που δεν κλείνει, ένα μνημείο που ξεθωριάζει από την αδιαφορία. Δεν είναι οι μεγάλες πολιτικές εξαγγελίες που μας αλλάζουν τη ζωή, αλλά τα μικρά αδιόρθωτα που στοιβάζονται καθημερινά.

Εδώ ακριβώς κρύβεται και το μεγαλείο των μικρών στιγμών. Αν τα αντιμετωπίσουμε στο μέτρο της δικής μας κλίμακας, τότε μπροστά μας ανοίγονται μικρές νίκες, απλές, καθημερινές, που ομορφαίνουν τη ζωή μας. Κι αυτές οι νίκες, όσο ταπεινές κι αν φαίνονται, είναι το κρυφό αντίβαρο στο βάρος της αδιαφορίας, η μυστική απόδειξη πως το λίγο μπορεί να γίνει πολύ, αν του δώσουμε την αξία που του αρμόζει.

Ίσως τελικά να μην υπάρχει τίποτα μικρό. Το βάρος των μικρών πραγμάτων είναι το μέτρο της ψυχής μας, αλλά και της πόλης που κατοικούμε. Και στην Κέρκυρα, όπου κάθε γωνιά κουβαλάει μνήμη και ιστορία, το μικρό όταν εγκαταλείπεται, δεν είναι μικρό, είναι προδοσία
Η φωτογραφία είναι του Κώστα Τσιριγγάκη 

Όταν το μηδέν μιλά και το άπειρο ψιθυρίζει


Πριν χρόνια είχα γράψει μια φράση και εκεί την άφησα. Ήρθε η ώρα: «Είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών».


Οι λέξεις, όσο όμορφες κι αν είναι, σε παρασύρουν. Σου υπόσχονται καθαρότητα και σε αφήνουν μέσα σε ομίχλη. Μπορεί να σε ταξιδέψουν, μα και να σε πνίξουν.

Οι αριθμοί φάνηκαν αρχικά σαν καταφύγιο. Ένα κι ένα κάνουν πάντα δύο, χωρίς αμφισημίες. Δεν χαρίζουν ελαφρυντικά, δεν καταλαβαίνουν από υπεκφυγές. Η εφορία δεν συγκινείται από ποιήματα, ούτε η τράπεζα δέχεται στίχους αντί για τόκους. Οι αριθμοί είναι σκληροί, αλλά δίκαιοι. Σου δίνουν βεβαιότητα, όχι όμως κατανόηση. Κρύο καταφύγιο, αλλά σίγουρο.

Όσο κι αν προσπαθούσα να κρυφτώ πίσω από την ακρίβειά τους, οι αριθμοί δεν έπαψαν να με ρωτούν: «Τι μετράς ακριβώς; Τον χρόνο που σου απομένει; Τις ήττες σου; Τις ανάσες;». Ένα κι ένα κάνουν δύο, αλλά δύο τι; Δύο άνθρωποι, δύο φόβοι, δύο απουσίες; Οι λέξεις, έστω, αφήνουν χώρο να αναπνέεις, οι αριθμοί σε στριμώχνουν, σε ζυγίζουν, σε ζυγίζουν μέχρι να μη χωράς πια.

Κι όσο τους κοιτούσα, τόσο έβλεπα πίσω τους λέξεις κρυμμένες. Το μηδέν, μια άβυσσος που κοιτάζει πίσω. Το άπειρο, ένας ουρανός που αρνείται να κλείσει. Το τρία, μια μυστηριακή ισορροπία που κουβαλά μνήμες τελειότητας. Οι αριθμοί, όσο κι αν φαίνονται ψυχροί, ψιθυρίζουν μια άλλη λογοτεχνία, αυστηρή, αλλά εξίσου ποιητική.

Οι λέξεις με ξεγελούν, οι αριθμοί με τιμωρούν. Κι εγώ συνεχίζω να μετράω με συλλαβές, να προσθέτω σιωπές, να αφαιρώ φόβους. Ίσως η αλήθεια να μη βρίσκεται σε καμία από τις δύο όχθες, αλλά στο πέρασμα, εκεί που η λέξη γίνεται λογαριασμός κι ο αριθμός γίνεται ιστορία. Χωρίς αριθμούς θα χαθούμε στη σύγχυση, χωρίς λέξεις θα στεγνώσουμε στην ερημιά.

Ίσως τελικά η ζωή μας να είναι αυτό: λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν και φράσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Κι αν υπάρχει νόημα, είναι στο άθροισμα των δύο, να μετράμε με αριθμούς, αλλά να σωζόμαστε με λέξεις. Εκεί, στο κενό ανάμεσα στο «ένα» και στο «είναι», ίσως κατοικεί η ζωή μας.

Τα παγκάκια ξέρουν…



Τα παγκάκια κοιτάζουν τη ζωή να περνάει. Σιωπηλά, υπομονετικά, σαν φύλακες μιας πόλης που δεν σταματάει ποτέ. Κάποιοι κάθονται για λίγο. Κάποιοι μένουν περισσότερο. Κάποιοι αφήνουν πίσω τους, μόνο την ανάσα τους.

Κάθε σημάδι στο ξύλο τους κρύβει μια ιστορία. Έρωτες που άναψαν και έσβησαν. Καβγάδες που έσπασαν τη σιωπή. Παιδικά γέλια που αντήχησαν σαν βροχή. Τα παγκάκια θυμούνται.

Η πόλη κινείται γύρω τους. Οι άνθρωποι βιάζονται, οι φωνές ανακατεύονται, η βροχή ή ο ήλιος αφήνουν τα ίχνη τους. Κι εκείνα παραμένουν εκεί. Στη ζέστη, στη μοναξιά, στην αδιαφορία των περαστικών. Ακλόνητα. Σιωπηλά μάρτυρες της καθημερινότητας.

Κι όταν η νύχτα πέφτει, οι σκιές ξαναβρίσκουν τη θέση τους. Οι αναμνήσεις επιστρέφουν. Αγκαλιές που δεν ολοκληρώθηκαν. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Ελπίδες που έμειναν κρυφές. Τα παγκάκια τα κρατούν όλα.

Και εμείς; Περνάμε βιαστικά. Με τα μάτια στραμμένα αλλού. Ξεχνάμε να καθίσουμε. Να ακούμε. Να αφήσουμε τη ζωή να μας μιλήσει. Τα παγκάκια ξέρουν. Ό,τι εμείς ξεχνάμε, εκείνα θυμούνται.

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη

Η βεβαιότητα των εποχών




Φθινόπωρο. Έρχεται όπως πάντα, χωρίς καθυστερήσεις, με τη σιγουριά των πραγμάτων που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ο αέρας αλλάζει, οι μέρες μικραίνουν, το φως σκληραίνει. Τα φύλλα πέφτουν σιωπηλά και σκεπάζουν ό,τι αφήσαμε μισό. Δεν τα προσέχουμε, περπατάμε γρήγορα, λες και φοβόμαστε να παραδεχθούμε ότι πέφτουν και από μέσα μας κομμάτια.

Οι Κυριακές του φθινοπώρου έχουν ένα βάρος που δύσκολα σηκώνεται. Το απόγευμα βαραίνει περισσότερο από το πρωί, κι η βροχή που κυλάει στα τζάμια μοιάζει να χαράζει το χρόνο αντί να τον ξεπλένει. Στο δωμάτιο η σιωπή απλώνεται, όχι σαν καταφύγιο αλλά σαν καθρέφτης.

Γράφω για να σταθώ. Οι λέξεις γίνονται τρόπος να κρατηθώ απέναντι στην αίσθηση ότι όλα γλιστρούν.

Το φθινόπωρο, όσο κι αν θυμίζει τελείωμα, είναι και υπόσχεση. Τα φύλλα δεν χάνονται, γίνονται τροφή για όσα θα ξαναγεννηθούν. Κι εμείς, μέσα από τις απώλειες, βρίσκουμε την αντοχή να συνεχίσουμε. Όχι με μεγάλα λόγια, με τη σιωπηλή βεβαιότητα ότι ο κύκλος συνεχίζεται και μαζί του, με τον τρόπο μας, κι εμείς.

Κι αν κάτι μας παρηγορεί, είναι πως οι εποχές επιστρέφουν. Δεν ζητούν την προσοχή μας, απλώς υπενθυμίζουν πως η φθορά είναι μέρος της συνέχειας, όχι το τέλος της. Η βεβαιότητα των εποχών μάς προσφέρει το πιο απλό και το πιο δύσκολο μάθημα: να στεκόμαστε μέσα στο πέρασμα του χρόνου, χωρίς θόρυβο, αλλά με την ήσυχη γνώση ότι τίποτα δεν σταματά. η

Η φωτογραφία είναι του Βαγγέλη Δελέγκου

Η βιομηχανία του ψέματος



Το ψέμα δεν είναι τυχαίο ολίσθημα, είναι μια καλοστημένη βιομηχανία. Μια αλυσίδα παραγωγής με πρώτες ύλες το φόβο και την ανάγκη, με εργάτες τους πρόθυμους διαχειριστές της εξουσίας και με καταναλωτές έναν Λαό κουρασμένο, που τρέφεται με υποσχέσεις. Ο χρόνος αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει, η μέθοδος όμως ίδια, αξία σταθερή: λίγη σκόνη χρυσού για να θαμπώνουν τα μάτια, λίγο θέατρο για να σωπαίνουν οι φωνές.


Πριν πέντε χρόνια, μιλούσαμε για πανδημία και κρίση, σήμερα μιλάμε για «ανάπτυξη» που δεν αγγίζει τον άνθρωπο. Το προϊόν μένει το ίδιο: η ψευδαίσθηση. Οι κυβερνώντες, καθηλωμένοι στο σκονισμένο εργοστάσιο της μεταπολίτευσης, πατάνε τα ίδια κουμπιά, γεμίζοντας την αγορά με φθαρμένα λόγια και ανακυκλωμένες ελπίδες.

Κι εμείς, θεατές σε γραμμή παραγωγής, εκπαιδευμένοι να μένουμε ακίνητοι μπροστά σε οθόνες, να πληρώνουμε χωρίς αντίρρηση, να ψηφίζουμε χωρίς σκέψη, να συνηθίζουμε το γκρίζο σαν φυσική πραγματικότητα. Η εποχή μας θέλει ακίνητους, σχεδόν αόρατους. Όμως η αλήθεια, έστω και καταπιεσμένη, ανασαίνει ακόμη κάτω από τα χαλάσματα.

Δεν θα τη μοιράσουν ως προϊόν, ούτε θα τη βρούμε συσκευασμένη σε δελτία ειδήσεων. Η αλήθεια κερδίζεται μόνο με την άρνηση να σιωπήσουμε. Αντίσταση δεν είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, είναι η απλή κίνηση: να σταθείς όρθιος, να πεις «ως εδώ».

Γιατί το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι αυτό που μας πουλάνε, είναι αυτό που αγοράζουμε με τη σιωπή μας. Και κάθε φορά που το αρνούμαστε, σταματά για λίγο η γραμμή παραγωγής. Εκεί, ανάμεσα στις ρωγμές της βιομηχανίας του ψέματος, αρχίζει να ανασαίνει η ελευθε

Είναι τότε που η πόλη φαίνεται αληθινή




Όταν φεύγει ο κόσμος, η Κέρκυρα κατεβάζει τις φωνές.
Σβήνουν τα κορναρίσματα, τα γεμάτα τραπεζάκια, οι φωτογραφίες της μιας στιγμής.

Μένουν τα καντούνια γυμνά, με τις πέτρες να βαριανασαίνουν από τόσα βήματα.
Το λιμάνι ανασαίνει χωρίς χειροκροτήματα, οι βάρκες λικνίζονται χωρίς να χρειάζεται να τις κοιτάζει κανείς.

Η πόλη τότε βγάζει τη μάσκα, ξαναβρίσκει το πρόσωπο της. Η Κέρκυρα η καθημερινή, με τους πεσμένους σοφάδες και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα που τρίζουν.
Με τα σπίτια που δεν νοιάζονται αν είναι «παραδοσιακά», γιατί είναι απλώς ζωντανά.
Με τον άνεμο που δεν υπολογίζει τουριστικές σεζόν και παρασύρει τα φύλλα στις πλατείες.

Κι εκείνη η σιωπή σε κάνει να ακούσεις τη φωνή της πόλης.
Σου λέει για τον χρόνο που περνάει πάνω της, για τις παραλείψεις, για την κουρασμένη της υπομονή.
Δείχνει το φυσικό της πρόσωπο, χωρίς φωτορυθμικά, χωρίς σκηνοθεσία.

Ένα πρόσωπο με ρυτίδες, αλλά με βλέμμα καθαρό.
Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια μένει μόνη.
Η πόλη είναι πάντα περικυκλωμένη από θορύβους, από παραστάσεις, από υποχρεώσεις.

Κι όμως, υπάρχει η λαχτάρα να τη δούμε άδεια, σιωπηλή, αληθινή.
Τη φανταζόμαστε να ανασαίνει μόνη της, να αποτινάζει τα στολίδια, να μένει με τον εαυτό της.

Μια εικόνα σαν μνήμη, μα είναι πόθος.
Η Κέρκυρα φαίνεται αληθινή μόνο όταν μένει μόνη.
Κι αυτή η στιγμή είναι σπάνια, σαν όνειρο που βλέπεις ξύπνιος. 

Η σιωπή που προλογίζει τη βροχή




“Περιμένω τη βροχή, να ξεπλύνει τις αμφιβολίες μου για σένα. Όχι ψιχάλες. Καταιγίδες” γράφει ο Σ. Σίγμα

Κι εγώ περιμένω. Στέκομαι στο μπαλκόνι μετρώντας τη σιωπή πριν τη βροντή. Το ρολόι δείχνει μια ώρα που δεν έχει σημασία, γιατί εκείνο που βαραίνει είναι ο ουρανός. Η καταιγίδα δεν είναι μόνο ξέσπασμα του καιρού. Είναι πρόφαση και εξομολόγηση. Είναι η στιγμή που όσα μένουν κρυμμένα κάτω από το δέρμα βρίσκουν τρόπο να ξεχυθούν και να ξεπλυθούν

Λατρεύω τα στοιχεία όταν θυμώνουν. Τις μπόρες που καταρρέουν σαν μανιφέστο ελευθερίας. Τις χιονοθύελλες που σκεπάζουν τα λάθη με λευκή λήθη. Τους κεραυνούς που σκίζουν τη νύχτα και φανερώνουν για μια στιγμή τον σκελετό της πραγματικότητας, που φωτίζουν για ένα δευτερόλεπτο την αλήθεια και ύστερα σβήνουν αφήνοντας πίσω μόνο την υπόνοια της. Το χαλάζι που πέφτει πάνω στις στέγες με την πειθαρχία μιας συμφωνίας του Μπαχ και συνάμα με τη βία μιας επίθεσης. Ακόμη και η θάλασσα όταν φουσκώνει και διεκδικεί τη στεριά με συγκινεί. Γιατί θυμίζει ότι τίποτε δεν είναι αιώνιο ούτε η ξηρά ούτε η βεβαιότητα. Μόνο ο σεισμός μένει μακρινός σαν προδοσία που έρχεται από το πουθενά χωρίς να την κοιτάξεις στα μάτια

Ο γιατρός μού είπε πως αυτές οι θύελλες κρατούν ισορροπία μέσα μου. Ρυθμίζουν τη στάθμη ενός ποταμού που αλλιώς θα ξεχείλιζε και θα με κατέστρεφε. Γέλασα στην αρχή. Νόμιζα πως είναι διαστροφή να λαχταρώ τον ουρανό να σκίζεται, να χαίρομαι το χαλάζι σαν γιορτή. Κι όμως ίσως να είναι η πιο τίμια μορφή άμυνας. Να βρίσκεις γαλήνη μέσα στη θύελλα γιατί δεν μπόρεσες ποτέ να τη βρεις στη νηνεμία

Κι ύστερα, μετά την καταιγίδα, έρχεται εκείνη η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Σαν υπόσχεση ότι όλα αρχίζουν από την αρχή. Κι εγώ τότε σκέφτομαι ότι η ζωή μας μοιάζει με τον καιρό. Όλοι θέλουμε ήλιο αλλά στο τέλος θυμόμαστε τις βροντές. Γιατί αυτές μάς υπενθυμίζουν πως είμαστε ακόμη ζωντανοί. Και το ζήτημα δεν είναι αν θα βραχείς αλλά αν θα συνεχίσεις να περπατάς με το βλέμμα στραμμένο στο φως που γεννιέται πάντα μετά τη βροχή. 

Ψίθυροι, έριδες… και το χαμένο τραγούδι της Κέρκυρας




Γράφω πολλά χρόνια. Αν κάτι μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, είναι πως ποτέ δεν ένιωσα τη σκουριά της ζήλιας να με βαραίνει. Αντίθετα, συχνά αποθέωσα γραπτά άλλων, τα αναδημοσίευσα, τα μοίρασα σαν μικρό δώρο σε φίλους και αναγνώστες. Γιατί ο λόγος, η τέχνη, η μουσική, το θέατρο, τα εικαστικά, δεν είναι ιδιοκτησία, είναι κοινό ψωμί που μοιράζεται στο τραπέζι.

Κι όμως, εδώ στην Κέρκυρα, και μάλιστα στο χώρο του πολιτισμού, αντί να μοιραζόμαστε το ψωμί, το κάνουμε ψίχουλα. Οι φιλαρμονικές και οι χορωδίες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν μαζί, να δώσουν συγκίνηση όταν ενώνουν ήχους και φωνές. Κι όμως, πίσω από τις παρτιτούρες, συχνά υψώνονται μικρά στρατόπεδα, ψίθυροι, αντιπαλότητες. Το ίδιο και στο θέατρο, το ίδιο και στις εικαστικές αίθουσες: η δημιουργία γίνεται πεδίο προσωπικών μαχών. Σαν να είναι πιο εύκολο να κερδίσεις έναν μικρό εχθρό, παρά να σταθείς δίπλα σ’ έναν φίλο.

Και τότε αναρωτιέμαι: ποιο είναι το κέρδος; Τι μένει μετά τη μάχη; Μόνο πληγές και σιωπή. Η τέχνη, όμως, γεννήθηκε για να σμίγει, όχι για να χωρίζει. Ένα πιάνο κι ένα πινέλο, μια σκηνή κι ένα ποίημα, έχουν κοινή ρίζα, την ανάγκη μας, να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον.

Αντί να στρέφουμε τα νώτα, θα μπορούσαμε να ενώνουμε τις δυνάμεις μας, να φτιάξουμε κάτι μεγαλύτερο από τον καθένα μας.

Αυτός ο πόλεμος μας προσφέρει, έναν πολιτισμό κομματιασμένο, που αντί να υψώνει τον τόπο, τον μικραίνει. Οι νότες γίνονται θόρυβος, οι φωνές σιωπή, οι πίνακες σκονίζονται. Κι ο θεατής, ο ακροατής, ο αναγνώστης, μένει να κοιτάζει το κενό.

Σας το λέω καθαρά: κάτω τα όπλα. Ούτε το βιολί είναι ξίφος, ούτε η παρτιτούρα λάφυρο. Ούτε η χορωδία στρατώνας. Αντί να μετράμε στρατόπεδα, ας μετρήσουμε συγχορδίες. Αντί να βυθιζόμαστε στους ψιθύρους, ας υψώσουμε φωνές.

Η Κέρκυρα έχει ανάγκη να ξανακούσει τις φιλαρμονικές και τις χορωδίες της να συναντιούνται πιο συχνά. Να δει τον πολιτισμό της να γίνεται γέφυρα κι όχι τείχος. Γιατί αλλιώς, τι μας μένει; Ένας τόπος πλούσιος σε παράδοση αλλά φτωχός σε ψυχή.

Το έργο είναι του Δημήτρη Μηλιώτη 

Η μεγάλη τέχνη της στασιμότητας




«Όλα τριγύρω αλλάζουνε. Κι όλα τα ίδια μένουν.
Το μόνιμο ρεφρέν της πολιτικής μας ζωής.
Πρώτα η «επαναστατική» γυμναστική. Συνθήματα, χειροκροτήματα, μεγάλα λόγια. Μετά το τραίνο ξεκινά. Χωρίς μηχανοδηγό. Στις ίδιες παλιές ράγες, χαραγμένες από τους προηγούμενους.

Το όραμα; Πρώτο θύμα. Βουλιάζει στη λάσπη της συνήθειας. Το «ριζοσπαστικό»; Ένα μπαλόνι που σκάει στην πρώτη γωνία. Κι η εξουσία επιστρέφει στην αγαπημένη της δουλειά, αριθμοί, ισορροπίες, μικροσυμφέροντα.

Γύρω μας πλήθος λογιστών. Μικροδιαχειριστών. Ανθρώπων που φυλάνε το ταμείο σαν να ’ναι θησαυρός. Πολιτικών που ξοδεύουν ολόκληρη τη ζωή τους για να μη χαθεί ούτε η καρέκλα ούτε η σιωπή.

Κι όμως, η ιστορία δεν κινήθηκε ποτέ με λογιστικές πράξεις. Την άλλαξαν οι ανικανοποίητοι. Οι ρομαντικοί που δεν έμαθαν να λογαριάζουν.

Σήμερα, μέσα στο πλήθος των μετρίων διαχειριστών, των ευσεβών ισορροπιστών και των μικροδιεκδικητών, οι αληθινά ανικανοποίητοι μοιάζουν σαν σπάνια είδη. Αυτοί που αυτοσαρκάζονται, που δεν χωράνε σε καρέκλες, που βαδίζουν σε δρόμους χωρίς βεβαιότητα, με μόνη πυξίδα μια Ιθάκη πάντα μακρινή.
Δεν φτιάχνουν γέφυρες για να περάσουν όλοι βολικά, τις γκρεμίζουν, για να αναγκάσουν τον κόσμο να σκεφτεί πώς αλλιώς μπορεί να προχωρήσει.

Είναι οι μόνοι που κρατούν μια σπίθα. Μικρή, ασταθή, πεισματάρικη. Κι αν βρει αέρα, η σπίθα αυτή γίνεται φωτιά. Όχι για να κατακάψει, μα για να θυμίσει πως υπάρχει ζωή έξω από τις ισορροπίες και πέρα από τους υπολογισμούς.
Το ερώτημα μένει: θέλουμε φωτιά ή βολευόμαστε με τη στάχτη; 

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...