Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Η σκιά που περπατά μπροστά

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά πλέον τις αιτίες της αποχώρησης, του Αλέξη Τσίπρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τη δυνατότητα μιας νέας πίστης. Γιατί σήμερα κάποιος να εμπιστευτεί το νέο του εγχείρημα; Αυτή η απορία δεν απαντιέται σε κομματικά γραφεία, ούτε εξαντλείται σε οργανωτικά σχήματα, ψηλαφίζεται στη σιωπή που ακολουθεί τη μεγάλη πτώση.



Υπάρχουν αποχωρήσεις που δεν κάνουν θόρυβο. Μοιάζουν περισσότερο με έναν άνθρωπο που αλλάζει πεζοδρόμιο, όχι γιατί χάθηκε, αλλά γιατί δεν αντέχει πια να περπατά στην ίδια πλευρά.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εγκατέλειψε απλώς έναν σχηματισμό. Άφησε πίσω του σώματα συντρόφων και ένα κόμμα που πλέον αιμορραγεί στο κενό. Και όσο κι αν η αποχώρησή του παρουσιάζεται ως στρατηγική κίνηση, στην κοινωνία διαβάζεται αλλιώς, ως εγκατάλειψη την ώρα της ήττας.

Υπήρξε ο άνθρωπος που έδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ φωνή, σώμα, εξουσία. Τον πήρε από τα πεζοδρόμια της διαμαρτυρίας και τον ανέβασε στα σκαλιά του Μαξίμου. Δεν υπήρξε απλώς αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ. Υπήρξε ο αρχιτέκτονας και ο πρωταγωνιστής του. Αυτός σήκωσε το βάρος των μεγάλων αποφάσεων. Αυτός υπέγραψε τις επιλογές που καθόρισαν μια ολόκληρη δεκαετία. Και αναπόφευκτα, αυτός σφράγισε και την πτώση.

Η άνοδος είχε πρόσωπο. Και η κατρακύλα επίσης.

Η διαδρομή δεν ήταν ευθεία. Ήταν μια αργή μετατόπιση, από το εμείς στο εγώ. Σήμερα, η κίνησή του μοιάζει με μια βαθιά ανάγκη ανάσας. Με αφορμή το νέο του βιβλίο, η «Ιθάκη» επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι πια ως ο τελικός προορισμός μιας θητείας, αλλά ως ένας εσωτερικός απολογισμός.

Όμως, στην πολιτική, η επιστροφή στην Ιθάκη δεν είναι ποτέ ένας ήρεμος ελλιμενισμός. Είναι η στιγμή που ο οδοιπόρος έρχεται αντιμέτωπος με τα ερείπια που άφησε πίσω του. Ίσως γι' αυτό, αφού απαξίωσε το κόμμα, που ο ίδιος δημιούργησε, το νέο του εγχείρημα θα έπρεπε, αυτή τη φορά, να φέρει το δικό του όνομα. Μόνο έτσι θα δυσκολευτεί να το απαξιώσει ξανά στο μέλλον, ταυτίζοντας τη μοίρα του φορέα με τη δική του υπαρξιακή συνέχεια.

Η μνήμη είναι μια ζωντανή θάλασσα που ξεβράζει όσα προσπαθήσαμε να θάψουμε στη λήθη. Η «Ιθάκη» του Τσίπρα οφείλει να είναι η γενναιότητα της ακίνητης ματιάς στο παρελθόν. Γιατί η πολιτική μνήμη δεν διαγράφεται με νέα λογότυπα, είναι το αποτύπωμα που αφήνει το σώμα πάνω στον χρόνο. Στο τέλος, η δικαιοσύνη αποδίδεται από το βλέμμα της Ιστορίας που μας θυμίζει πως, όσο μακριά κι αν ταξιδέψεις, κανείς δεν μπορεί να τρέξει πιο γρήγορα από τη σκιά του

Ο Άγιος Έρωτας δεν κατοικεί στις βιτρίνες

Κάθε Φεβρουάριο αλλάζω τη φωτογραφία, ποτέ όμως τη θέση μου. Οι λέξεις μένουν εκεί, σαν να έχουν υπογράψει σύμφωνο ανυπακοής απέναντι στη μόδα. Δεν είναι πείσμα, είναι μνήμη. Ο έρωτας δεν χρειάζεται ανανέωση βιτρίνας.



Γελάγαμε κάποτε με τις κόκκινες καρδιές που κατέφθαναν με οδηγίες χρήσης και τιμή προσφοράς. Τώρα δεν γελάμε. Η αγορά δεν πουλά αντικείμενα, πουλά συναίσθημα σε δόσεις. Κάποιοι βιάστηκαν να βαφτίσουν άγιο εκείνον που ευλογεί τα ταμεία. Μα ο έρωτας δεν τελεί υπό χορηγία.

Ο άγιος των βιτρινών εκπροσωπεί τις αγορές. Εμείς, παραδοσιακά, στεκόμαστε απ’ έξω. Με τον άνθρωπο, όχι με το ταμείο. Υπάρχει ένα υψόμετρο που οι εισαγόμενες γιορτές δεν αντέχουν. Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι σύνθημα, αλλά ρίσκο.

Θυμάμαι έναν στίχο του Οδυσσέα Ιωάννου, γενναίο και γυμνό:
«Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς».
Με τέτοια «θέλω» χτίζονται σχέσεις. Όχι με εκπτώσεις, αλλά με αντοχή. Όχι με εύκολες αγάπες, αλλά με εκείνες που αντέχουν το ράγισμα, το αντίο που ακόμη μυρίζει αγάπη. Εκεί δοκιμάζεται το αληθινό.

Πότε γιορτάζει ο έρωτας; Σε ανύποπτο χρόνο. Σ’ ένα βλέμμα που δεν είχε προγραμματιστεί, σ’ ένα άγγιγμα που δεν μπήκε σε ημερολόγιο. Δεν πιστεύουμε σε αγίους εμπόρους ούτε σε θαύματα με τιμολόγιο. Αν υπάρχει κάτι ιερό, είναι η στιγμή που δύο άνθρωποι εκτίθενται χωρίς ασφάλεια, χωρίς κοινό, χωρίς φίλτρα.

«Πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω», τραγουδά η Δήμητρα Γαλάνη. Εκεί, πίσω από τα μάτια, όχι στις βιτρίνες. Εκεί που τα λόγια δυσκολεύονται και γι’ αυτό αξίζουν.

Χρειάζεται ημερομηνία ο έρωτας; Και όσοι κουράστηκαν, όσοι πληγώθηκαν, τι να κάνουν εκείνη τη μέρα; Να αγοράσουν λήθη σε συσκευασία δώρου;

Ο έρωτας δεν υπακούει σε εορτολόγιο. Δεν χωρά σε χάρτινες καρδιές, δεν αναγνωρίζει προσφορές. Κυκλοφορεί ελεύθερος στο αίμα, άτακτος και απείθαρχος.
Κι αν είναι να τον πούμε άγιο, ας το κάνουμε χωρίς εικόνισμα. Με τα χέρια γυμνά.
Φωτογραφία Κοσμάς Κουμιανό

Συμφωνία με Κλειστά Μάτια



Σε εκείνους που αναζητούν τη σιωπή μέσα στον ήχο.


Γράφω για να τιθασεύσω τον θόρυβο των ημερών. Πιστεύω στη δύναμη της πρότασης που αντέχει. Κι όμως, πριν από τις λέξεις, υπήρχε πάντα μια φωνή, μια παρουσία χωρίς σώμα και πρόσωπο, που ερχόταν από το πουθενά και γινόταν οικεία. Το ραδιόφωνο δεν μου έμαθε απλώς να ακούω. Μου έμαθε να περιμένω.

Δεν σου χαρίζει εικόνες, σου ζητά συμμετοχή. Σου προσφέρει ήχο, παύση, ανάσα. Και μέσα από αυτά σε υποχρεώνει να δημιουργήσεις. Να δεις με κλειστά μάτια, να αναγνωρίσεις πρόσωπα που δεν γνώρισες ποτέ, να αισθανθείς γεγονότα που δεν έζησες. Το ραδιόφωνο είναι μια μυστική συμφωνία εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δύο άγνωστους που συναντιούνται στο ίδιο λεπτό.

Εκεί συναντά τη λογοτεχνία. Όχι ως τεχνική, αλλά ως στάση ζωής. Και τα δύο απαιτούν χρόνο, προσήλωση, σιωπή. Μια αφήγηση στον αέρα μπορεί να γίνει εσωτερικός μονόλογος. Ένα τραγούδι να λειτουργήσει σαν μνήμη που δεν σου ανήκει, αλλά σε διαμορφώνει.

Σε έναν κόσμο που εξαντλείται στην εικόνα και στην ακαριαία κατανάλωση, το ραδιόφωνο επιμένει να κινείται αντίθετα. Δεν διεκδικεί το βλέμμα σου. Δεν σε τραβά από το μανίκι. Σε ακολουθεί διακριτικά, στο τιμόνι, στο γραφείο, στη νύχτα. Είναι εκεί χωρίς να ζητά απόδειξη προσοχής.

Ίσως γι’ αυτό αντέχει. Γιατί όταν όλα φωνάζουν για να υπάρξουν, εκείνο επιλέγει να μιλά χαμηλόφωνα. Λειτουργεί στο σκοτάδι. Και στο σκοτάδι, η φωνή αποκτά βάρος. Γίνεται πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή. Σαν να σου μιλά κάποιος που δεν θέλει να σε πείσει, αλλά να σε συναντήσει.

Μέσα σε αυτόν τον χαμηλό τόνο, μεταδίδει , μια αίσθηση συντροφικότητας που δεν καταγράφεται, δεν αρχειοθετείται, δεν αναπαράγεται.

Το ραδιόφωνο δεν φαίνεται. Και γι’ αυτό, ακόμα και σήμερα, κατορθώνει κάτι εντυπωσιακό, να φτάνει κατευθείαν εκεί όπου η εικόνα δεν έχει πρόσβαση. Στον άνθρωπο που ακούει και, έστω για λίγο, νιώθει πως δεν είναι μόνος.

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...