Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε

Όχι από τις παπαρούνες, άλλωστε στη δική μου εικόνα το Μάη, τον είχα συνδέσει την ημέρα, με κείνα τα κίτρινα λουλούδια, τους «Μάηδες» και τη νύχτα με τις πυγολαμπίδες. Ο Μάης ο κίτρινος, των λουλουδιών και των πυγολαμπίδων.
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η πρωτομαγιά έγινε απεργία και όταν τα όνειρα γκρεμίστηκαν, ξανάγινε μαγιόξυλο
Από τότε, υποβόσκει ένας ακήρυχτος πόλεμος μέσα μου. Αν είναι αργία δεν μπορεί να είναι απεργία και το αντίθετο. Πότε αργία πότε απεργία. Πόλεμος και ειρήνη.
Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός. Οι ποιητές αποτύπωσαν το πραγματικό χρώμα με λέξεις βγαλμένες μέσα απ’ το αίμα της ψυχής.
Για να συνεχίσουμε από το «αγέρι» στα γραπτά μας… «Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης. Κάτω από τον ακκισμό των περίτεχνα πλεγμένων στεφανιών όλο και ξασπρίζουν τα ξόδια αθροιζόμενων συνοικιακών επιταφίων και η ζέστη δε στεγνώνει την υγρασία των τελευταίων ασπασμών. Των τελεσίδικων. Αν είναι αυτή κληρονομιά του Άδωνη καθώς αποσύρει την ομορφιά του από των θνητών το φθόνο ή πάλι λύτρα για την απελευθέρωση της Περσεφόνης - ναύλος για να διασχίσει κόντρα τον Αχέροντα και να συνδράμει στις σοδειές τη μάνα της - κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα. Σίγουρο μονάχα είναι πως στα γλέντια των σάτυρων και των σειληνών κερνούν βρασμένο στάρι και μέσα από τα δόντια τους τάζουν ανταπόδοση.
Η ιστορία το’ χει να τρέφονται με σάρκες σφριγηλές οι παπαρούνες και οι ασφόδελοι σ’ αυτό το ανοιξιάτικο κομμάτι γης που εύκολα ξεγελάει τον αμύητο με το ήπιο του τοπίου του. Μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ’  όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και νεκρός. Μην ξεχαστεί η μάνα που μοιρολογάει τον ακριβό της απλωμένον σε μια πεσμένη πόρτα, οι γειτονιές που κάηκαν σ’  ένα πρωινό απ’ την κουκούλα και το τεντωμένο δάχτυλο, ο μεγαλέξανδρος των δικών μας χρόνων που δεν καταδεχόταν την υπεροψία του ονόματός του - χίλιοι αλέξανδροι δε φτουρούν έναν Αλέκο - που αφού ξεθέωσε στο κυνηγητό τον ψυχοπομπό του, απροσδόκητα τον ακολούθησε μέσα σ’ έναν ορυμαγδό από λαμαρίνες, γυαλιά και λάστιχα, σ’ ότι στα σβέλτα αρχειοθετήθηκε ως μοιραίο. .Μοιραίο είναι σ’  αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές. Και πώς αλήθεια; Όλου του κόσμου τα μπουκέτα φτάνουν να κρύψουν τ’  αγκάθια της μνήμης κι όλα των νερών τα κελαρύσματα μπορούν να σβήνουν την αλμύρα των δακρύων;»
Όταν το βασίλειο των ηλιθίων σε υποβαθμίζει, στην ουσία σε παρασημοφορεί. Τι περιμένεις, να σου πλέξουν στεφάνια από λουλούδια;
«Παράξενη πρωτομαγιά, με αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια».
μόνο που δεν γνωρίζουν ότι αυτά γίνονται φωτοστέφανα…


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Oι όψιμοι επικριτές διατελούσαν έν αδεία

Μια υπενθύμιση  με ένα παλαιότερο κείμενο για όλους αυτούς τους όψιμους επικριτές που βαπτίστηκαν προσφάτως στην κολυμπήθρα του ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα βασιλικότεροι του βασιλέως κατακρίνουν μια περίοδο στην οποία υπήρξαν πρωταγωνιστές.
Το ανάθεμα για την περίοδο της μεταπολίτευσης,  μέσα στη γενικότητα, αδικεί ένα κομμάτι υγείας,  που λειτούργησε πέρα από το δικομματισμό, πέρα από την απαξίωση της πολιτικής, πέρα από την λογική του πελατειακού κράτους.
Μέσα από αυτή τη στήλη, κατά καιρούς έχω  στηλιτεύσει   και εγώ αυτή περίοδο,  όχι μόνο με αφορμή τη κρίση  και το δραματικό παρόν, αλλά και τότε που ανθούσε ακόμα το χρηματιστήριο  τη δεκαετία του 1990. Τότε που ο Σημίτης, έσπαγε τους δεσμούς με το παρελθόν, της μίζερης Ελλάδος και έκανε άλματα στο μαγικό κόσμο των αγορών.   Δεν πανηγυρίζαμε με την ανάληψη της διοργάνωσης των ολυμπιακών  αγώνων, ούτε δοξάσαμε το λάιφσταιλ. Δεν είμαστε ποτέ συγκαταβατικοί απέναντι στη διαφθορά.   Οι σημερινές επικρίσεις  για την περίοδο της μεταπολίτευσης,  δεν είναι αποτέλεσμα  αντίδρασης, είναι η συνέχεια εκείνου του λόγου,  που τόνιζε  την παρακμή και την  πολιτισμική παράλυση, όταν οι όψιμοι επικριτές  διατελούσαν έν αδεία.

Κάνω την επισήμανση, γιατί αυτοί που σήμερα φωνάζουν, για τα κακά του παρελθόντος που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή, ποτέ  κατά το παρελθόν, που τους εξυπηρετούσε, δεν αντέδρασαν. Απεναντίας αντιδρούσαν στους λίγους που μιλούσαν, χαρακτηρίζοντας τους μίζερους και γραφικούς.  Να που δεν είναι έτσι, όταν οι εκείνοι, λειτουργούσαν μες την καλή χαρά, εμφορούμενοι από την άνοδο του χρηματιστηρίου και τις πρόσκαιρες απολαύσεις που παρείχε η φούσκα της οικονομίας,  οι άλλοι έβγαιναν  τολμηρά πάνω  από νοσταλγίες και καταστροφολογίες και έστελναν σήμα κινδύνου. Ε! λοιπόν αυτοί  σήμερα μπορούν να κρίνουν την περίοδο της μεταπολίτευσης, γιατί παρότι δικαιωμένοι,  κρατούν χαμηλούς τους τόνους  και δεν  ρίχνουν στην πυρά 40 χρόνια, που είχαν  όπως και να το κάνουμε   και καλές στιγμές.
Με όλες αυτές τις όψιμες ισοπεδωτικές φωνές,   από πληγωμένους και έντρομους που για χρόνια είχαν βυθιστεί στον  ύπνο του δικαίου,  και όταν   ξύπνησαν βρέθηκαν στο χώμα,  κινδυνεύουμε άμεσα να οδηγηθούμε στην εκτροπή.  Σε άκρατους νεοφιλελευθερισμούς,  με κεντρικό σύνθημα ο θάνατος σου η ζωή μου, η σε  φασιστικά ακροδεξιά μονοπάτια,  τραγουδώντας «γιατί χαίρετε ο κόσμος και χαμογελάει  πατέρα;» Κανείς δεν ξέρει τι θα μας ξημερώσει . Η εκκρεμότητα, η αβεβαιότητα, συνεργάζονται στη δημιουργία μίας ατμόσφαιρας βαθιά μολυσμένης.

Το σημερινό ναυάγιο, αλλά και η στάση της   κοινωνίας, που το παρακολουθεί,   δεν προέκυψαν μεμιάς. Σήμερα και πάλι χρειάζονται οι ψύχραιμες φωνές,  χωρίς ισοπεδωτική διάθεση να περιγράφουν αυτά που προηγήθηκαν με μάτια καθαρά και να ανοίξουν διεξόδους για το μέλλον.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Η πραγματικότητα ωχριά μπροστά στη μικρή οθόνη

Τελικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που γίνονται κάθε μέρα στην τηλεόραση απ’ ότι στην πραγματικότητα. Όλα τα προβλήματα μικρά ή μεγάλα που μας απασχολούν, στο γυαλί αποκτούν μία άλλη διάσταση. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται ακραία και απειλούν με βιβλικές καταστροφές, η οικονομική κρίση μας οδηγεί στην χρεοκοπία, η δραματοποίηση της πραγματικότητας δεν ακολουθεί τους δημοσιογραφικούς κανόνες. Για το καλύτερο αποτέλεσμα επιστρατεύονται σκηνοθέτες του κινηματογράφου, όσο για τα αναγκαία διαφημιστικά μηνύματα, αυτοκινήτων και κινητών τηλεφώνων κυρίως, βγάζουν τη γλώσσα σ’ αυτά που προηγήθηκαν και σ’ αυτά που θα ακολουθήσουν…
Οι πολιτικοί βγάζουν μεροκάματο στα τηλεοπτικά παράθυρα και αποτελούν πλέον μέρος του παιγνιδιού, βλέπω τόσες φορές κάποια πρόσωπα, που νομίζω που έπιασαν δουλειά στο κανάλι…«Παρουσιαστές αναλυτές, καλεσμένοι, εν ταχεία εξελίξει τηλεοπτικοί εθνοσωτήρες όλοι, κάτοχοι της απολύτου αληθείας και της απολύτου σωτηρίας, βρίσκουν καθημερινά τρόπο να περάσουν στην τηλεόραση τους μεγαλύτερους ή μικρότερους φασισμούς τους, εκφραστές υποτίθεται ενός λαού από τον οποίον κάνουν ότι μπορούν για να ξεχωρίσουν. Γιατί φασισμός τι είναι; φασισμός κατ’ αρχήν είναι να βγαίνεις και να κολακεύεις ως περιούσιος αυτούς που στην πραγματικότητα και με την πρώτη ευκαιρία περιφρονείς. Να ανεμίζεις φιλολαϊκές σημαίες απλώνοντας το φαρδύ πισινό σου πάνω σε μια παχιά στρώση εκατομμυρίων...»
Τα εντός εισαγωγικών, απόσπασμα από ένα παλαιότερο άρθρο της κ Αποστολοπούλου για τον φασισμό της τηλεόρασης.
Έχει ενδιαφέρον αυτός ο αυτοσαρκασμός, που έχει αναπτυχθεί στα ΜΜΕ, ένας αυτοσαρκασμός, που θα βοηθήσει πιστεύω να βρούμε μια άκρη. Οι δημοσιογράφοι, που σέβονται τον εαυτό τους είναι ανάγκη να βρεθούν στην πρώτη γραμμή, αυτοί πρέπει να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος, για να καταπολεμηθεί η φασίζουσα νοοτροπία που έχει εισβάλει στα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στην τηλεόραση.
Η δύναμη του κακού είναι μεγάλη, εξίσου μεγάλη όμως είναι και η δύναμη του καλού...


Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Άνοιξη συννεφιασμένη. Άνοιξη όμως

Δευτέρα  συννεφιασμένη.  Άνοιξη  συννεφιασμένη. Άνοιξη όμως.
Το «κάτι θέλω να πω», δεν αφορά ένα γεγονός, δεν αφορά κάποιους ανθρώπους, αφορά μια ολόκληρη περίοδο. Είναι ασύνδετες λέξεις, που χρειάζεται πάραυτα να μπουν στη σειρά και να ορίσουν τη στάση μας, απέναντι στην πραγματικότητα.
Κωμωδία φάνταζε στα μάτια μας όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα κόπηκαν τα γέλια. Κρύφτηκαν οι λέξεις. Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που ψάχνω, για το πώς φτάσαμε έως εδώ. Να ξεκαθαρίσω τις ευθύνες του πληθυντικού και του ενικού. Να περάσω μέσα από το προσωπικό, στο συλλογικό.
Δυστυχώς οι ορισμοί δεν μπορούν να αποδώσουν, το κωμικοτραγικό, όπως αυτό εμφανίζεται στις μέρες μας. Το «κάτι θέλω να πω», δείχνει την αγωνία να βρω κάτι στέρεο, να πατήσω. Προσδιορίζει το στάδιο της προσμονής και δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα της  προσπάθειας.
Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που δεν ξέρω ακόμα, σαν σχήμα, σαν μορφή, σαν απόδειξη. Ξέρω όμως, που έχει φωνή, έχει ψυχή, έχει την αποφασιστικότητα εκείνη, που δίνει κουράγιο να ξεκινήσει την εξερεύνηση.
Αν φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι της ρώσικης κούκλας, «μπορεί να συμβαίνει και αυτό». Τους βάλαμε στη σκηνή για να γελάσουμε, δεν προσδοκούσαμε κάτι, όμως αυτοί πολύ γρήγορα μας έδειξαν το ταλέντο τους στην τραγωδία, αυτήν που δεν παρακολουθούμε, αυτήν που ζήσαμε .
Μπορεί η νίκη από την ήττα να είναι ένα βήμα απόσταση, αυτό όμως δεν σημαίνει πως εμείς δεν θα περπατήσουμε. Τέρμα τα γέλια, τέρμα τα παιγνίδια στις πλάτες των παιδιών μας .
Το «κάτι θέλω να πω» είναι η μαγιά, για να βρεθούν οι λέξεις.
Να δούμε τον κόσμο με άλλο μάτι. Να δούμε τον κόσμο με μάτια, που μας τα κρατά ορθάνοιχτα η παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας. Να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των παιδιών, που περιφέρονται στο διαδίκτυο και φτιάχνουν φανταστικές παγκόσμιες παρέες. Να δούμε τον κόσμο με συλλογική συνείδηση.
Αμυνόμαστε, υπερασπιζόμενοι ένα παλιό μοντέλο σ’ αυτόν το κόσμο το παλιό, που διψάει για περισσότερο δανεικό χρήμα, για περισσότερα αυτοκίνητα, για προϊόντα μιας χρήσης, για περισσότερη συσσώρευση ύλης, αντλεί στερεότυπα του παρελθόντος, με βασικό συστατικό την κοντόφθαλμη αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών, που ήταν πάντοτε και θα συνεχίσουν. Πρόκειται για μια θνησιγενή απόπειρα που διαδραματίζεται μέσα στα πλαίσια ενός συστήματος που καταρρέει
Η χώρα μας αποτελεί απτό παράδειγμα γι’ αυτά που έρχονται. Με δάκρυα χαράς ας αποχαιρετίσουμε τον κόσμο τον παλιό, με την ευχή να πάει στο καλό και να μην ξανάρθει.

Είμαστε αισιόδοξοι, έστω και για μια στιγμή. Για μια στιγμή που ότι και να γίνει θα τη ζήσουμε. Επειδή αν κοιτάξουμε ψηλά στ’ αστερία θα νοιώσουμε απειροελάχιστοι, αν γυρίσουμε πίσω στους αιώνες μηδενικά. Μπροστά στην απελπισία έρχεται η στιγμή, που μας ψηλώνει τόσο, ώστε όλα να φαίνονται μικρά μπροστά της. 

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...