Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Θάλασσα μνήμη



Όταν δεν μπορείς να μιλήσεις για έρωτες «που κύλησαν σα δίφραγκο στους δημόσιους αγωγούς υδάτων και χάθηκαν στα έγκατα της καρδιάς μας. Εκεί. Στο αμίλητο νερό», βάζεις για τίτλο αμίλητες ιστορίες.
Εγώ πάλι γιατί νομίζω πως με ανασταίνει η Θάλασσα. Μου καθαρίζει το μυαλό, μου αφήνει ότι η μνήμη δεν διαπραγματεύεται. «Θάλασσα μνήμη» λέει ένα τραγούδι και ακούστε το σχολιασμό από μια φωνή του «Δεύτερου» που δυστυχώς σίγησε. Θάλασσα μνήμη. Ο πιο τρομακτικός καθρέφτης του κόσμου από την εποχή της δημιουργίας. Καμία σχέση μ’ εκείνον της Αλίκης που μπαινόβγαινε σε όνειρα και εφιάλτες αλλά στο τέλος σωζόταν. Αυτός ο καθρέφτης δεν έχει έλεος. Σκύβεις να δεις τα δικά σου και τρελαίνεσαι από τη συνάφεια γεγονότων στα οποία δεν είχες καμιά συμμετοχή. Βλέπεις τον παιδικό σου φασουλή στα χέρια ενός ναύτη από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κοιτάς τις αγάπες που έθαψες τελετουργικά στο νερό να πασχίζουν να ανασάνουν παρασυρμένες από τα κύματα λάβας του ηφαιστείου της Σαντορίνης που κατηφορίζουν για να καταστρέψουν το μινωικό πολιτισμό. Και λίγο πιο κει που ο βυθός έχει ένα σα βουναλάκι από κόκαλα των νεκρών του εμφυλίου βλέπεις ν αναδύεται το πρόσωπο του Μιχάλη του νεανικού σου φίλου που έφυγε από υπερβολική δόση. Όλα τα κρατάει η θάλασσα. Τόσο που καμιά φορά σκέπτομαι μήπως αυτός είναι ο κάτω κόσμος που λέμε.

Εκεί που άγιοι και δαίμονες κινούνται με τον παφλασμό ήρεμοι για πάντα κι απαλλαγμένοι από τις θυσίες της ζωής. Θάλασσα μνήμη. Θάλασσα κοιμητήριο για ζωές που δεν ολοκλήρωσαν την τροχιά τους γύρω από τον πλανήτη γη και κατέπεσαν είτε ηρωικά είτε άδοξα….
…Πολύ χαίρομαι. Που κέρδισε έστω κι ένας ρε παιδί μου αυτή την παρτίδα. Δεν θέλω να σπείρω δαιμόνια παλαιά και να ρωτήσω: αυτή η νίκη πόσο κράτησε; Θα ήταν άδικο. Υπάρχει αγάπη σοβαρή για κάθε διάσταση. Αγάπη για μια ζωή, για δυόμιση χρόνια, για ένα μήνα. Υπάρχει και μια αγάπη πολύ πολύ γερή: Η Αγάπη του όσο διαρκεί ένα βλέμμα.







Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Στην ασφάλεια του κορμιού της




Η επικαιρότητα, με αφήνει αδιάφορο. Η επικαιρότητα, μια σκέτη υποκρισία.
Στην κιβωτό και πάλι, στο καταφύγιο μου.
«Έχω μια κιβωτό που μοιάζει με εκατό», για γυναίκα πρόκειται, από την τρέλα ως την απόλυτη πειθαρχεία, καμιά περίπτωση να βαρεθώ, δεν φτάνει ο χρόνος να την εξερευνήσω.
«πρώτη φορά έβλεπα ολόγυμνη γυναίκα κι ήταν σα να βρέθηκα επιτέλους σ’ εκείνη τη ξένη χώρα που πάντα ονειρευόμουνα να πάω. Ήθελα να τη δω όλη, να τη χαρώ όλη, να την περπατήσω απ’ τη μία άκρη της ως την άλλη. Ήταν γεμάτη λίμνες, σπηλιές, δάση, χαράδρες και πάρκα. Σερνόμουν πάνω της και την εξερευνούσα πόντο πόντο… Είχα την αίσθηση που ήμουν ο πρώτος, όπως με τον ήλιο, που εκατομμύρια άνθρωποι έχουν καρφωμένα τα μάτια τους πάνω του κι εσύ χαίρεσαι την ανατολή και τη δύση του σα να είσαι ο ένας και μοναδικός. Έμοιαζε με η γη το σώμα της ….Γη - γυναίκα είπα μέσα μου. Απόρησα που δεν τα γράφανε και τα δύο με το ίδιο γράμμα αφού είναι το ίδιο πράγμα. Τη στιγμή εκείνη πείρα την απόφαση, ότι εγώ ο Γκας, από δω και πέρα θα τα γράφω και τα δυο με ήτα. Όχι καλύτερα με ύψιλον, που όπως έλεγε μια δασκάλα μου, μοιάζει με κούπα και μπορείς να πιεις ό,τι έχει μέσα της…

«Γκας ο γκάνγκστερ» του απίθανου Αντώνη Σουρούνη.
Θα μου πείτε γιατί ξανακύλησα στα ίδια, από την οργή μου για αυτό το άδικο κράτος κλείστηκα στη κιβωτό μου, γιατί βαριέμαι, όπως λέει και ο Μίμης Ανδρουλάκης, «Βαριέμαι να πολεμάω τη Δεξιά» εγώ θα πρόσθετα και το ΠΑΣΟΚ, εκτός αν η δεξιά τα καλύπτει και τα δυο… Βαριέμαι τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια ψέματα τις ίδιες συμπεριφορές, τη μιζέρια, την έλλειψη φαντασίας, τη διαπλοκή της διαπλοκής, το έχω δει χίλιες φορές το έργο. Στη κιβωτό είμαι χρήσιμος νοιώθω δημιουργικός, ξεπερνάω τη σκέψη μου και πολλές φορές τον εαυτό μου. Απολαμβάνω την ειρήνη και ας βρίσκομαι σε πόλεμο.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Ας πάμε μπροστά



Ότι αισιόδοξο και να γράψω ένα πεσιμιστής με περιμένει στη γωνία. Και σήμερα αισιόδοξα θα ξεκινήσουμε, γιατί το καλοκαίρι φεύγει και δεν χρειάζεται να προσθέτουμε και άλλο βάρος Ας πάμε μπροστά, ακόμα κι αν ο ορίζοντας είναι θολός και αβέβαιο το μέλλον. Ότι χάθηκε, χάθηκε, δεν ωφελεί να το μνημονεύουμε. Μια ματιά πίσω μπορεί να φέρει ανταρσία, να ξεσηκωθεί η καρδιά και να γυρέψει τα δίκια της και τότε θα φάμε δίκιο.
Ο πόλεμος, δεν ωφελεί ούτε τους νικητές. Δεν περισσεύουν οι δυνάμεις, για να σπαταλιόνται σε στείρες αντιπαραθέσεις,
Πολλές φορές έχω σύρει τα εξ’ αμάξης στην μεταπολιτευτική γενιά, να γράψουμε όμως και τα καλά. Είμαστε, η τελευταία γενιά που τα ινδάλματα της δεν προήλθαν από την τηλεόραση, τους ηθοποιούς τους γνωρίσαμε από το σινεμά και τους μεγάλους σύνθετες και τραγουδιστές τους είδαμε στο φυσικό τους χώρο.

Η διαφορά είναι ότι αυτά που είδαμε τα επιλέξαμε, δεν μας τα έφεραν στο σαλόνι μας. Πήγαμε για να τους δούμε, πληρώσαμε για να τους δούμε. Δεν πατήσαμε άπλα ένα κουμπί στο τηλεκοντρόλ.
Δεν είμαστε γενιά της τηλεόρασης και αυτό είναι αρκετό. Είχαμε την τύχη να ζήσουμε χρυσές δεκαετίες και δύσκολα χρόνια που μας έδωσαν εμπειρίες.
Δεν γράφω για τα χρόνια που έφυγαν με νοσταλγία, δεν γράφω με απαισιόδοξη διάθεση για τα χρόνια που μας βαραίνουν, γράφω για να ξορκίσω το κακό, να κάνω τις απαραίτητες πρόβες, ώστε όταν πραγματικά η ηλικία θα με βαραίνει να έχω εξαντλήσει την γκρίνια μου και να την αποδεχτώ με την απαραίτητη ηρεμία και ψυχραιμία που ταιριάζει στην περίπτωση.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Μόνο με αλήθειες προχωράμε


Τελευταίες λέξεις για το καλοκαίρι. Ακόμα ένα, απ’ αυτά που δεν θέλουμε να ξεχάσουμε. Ακόμα ένα, σαν εκείνα τα παιδικά, που μεταγγίζουν δυνάμεις, για τη συνέχεια.
Να λαδώσουμε σιγά – σιγά τις μηχανές να ξεκινήσουμε. Η μελαγχολία δεν γνωρίζει εποχές, πηγάζει μέσα από δυσκολίες, όχι απ’ αυτές που ζούμε, αλλά απ’ αυτές που περιμένουμε. Είναι η αρχή στην ανηφόρα και νοιώθουμε ήδη κουρασμένοι.
Όσο προχωράμε στη ζωή, υποστηρίζει ο Πεσσόα τόσο πειθόμαστε για δύο αλήθειες, που ωστόσο είναι αντικρουόμενες. Η πρώτη είναι ότι μπροστά στην πραγματικότητα της ζωής, φαίνονται χλομές όλες οι μυθοπλασίες της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η δεύτερη αλήθεια είναι, ότι κάθε ευγενική ψυχή επιθυμεί να διατρέξει τη ζωή εξ ολοκλήρου, να αποκτήσει την εμπειρία όλων των πραγμάτων, όλων των τόπων και όλων των συναισθημάτων, και επειδή αυτό είναι αδύνατον, η ζωή μόνο μέσα από την άρνηση της μπορεί να βιωθεί στην απόλυτη ουσία της.
Οι δύο αυτές αλήθειες δεν συνδυάζονται, ούτε μπορούμε να απορρίψουμε την μία ή την άλλη, θα πρέπει ωστόσο να ακολουθήσουμε τη μία νοσταλγώντας εκείνη που απορρίψαμε. Ή να απορρίψουμε και τις δύο και να υψωθούμε πάνω από τον εαυτό μας σε μια προσωπική νιρβάνα.

Σε λίγες μέρες, φθινόπωρο βαρύ. Μόλις ξεκινάει η ανηφόρα και χρειάζεται να ασκήσουμε το μυαλό μας, για να γίνει η διαδρομή πιο ευχάριστη.
Ο μεγάλος στοχαστής εντοπίζει την ευτυχία στα πλέον προσπελάσιμα σημεία.
«Μακάριος είναι αυτός που δεν απαιτεί από τη ζωή περισσότερα απ’ όσα αυτή του δίνει αυθόρμητα, καθοδηγούμενος από το ένστικτο της γάτας, που αναζητεί τον ήλιο όταν υπάρχει ήλιος, και όταν δεν υπάρχει, τη ζέστη, όπου κι αν αυτή βρίσκεται, Μακάριος είναι αυτός που παραιτείται από την προσωπικότητα του μέσω της φαντασίας του. Μακάριος τέλος αυτός που παραιτείται από τα πάντα και από τον οποίο, δεν μπορεί κανείς να πάρει ούτε να στερήσει κάτι. Ο χωρικός, ο αναγνώστης μυθιστορημάτων και ο απόλυτος ασκητής, αυτοί οι τρεις είναι οι μακάριοι της ζωής. Δεν μπορώ να είμαι τίποτα, ούτε τα πάντα: είμαι το γεφύρι που ενώνει αυτό που δεν έχω και αυτό που δεν θέλω».
Ελάχιστοι ανήκουν σ’ αυτές τις τρεις ομάδες, οι υπόλοιποι αναζητούμε την απόλυτη ευτυχία σε άλλες διαδρομές και επειδή ο βαθμός δυσκολίας μεγαλώνει ας οπλιστούμε με θάρρος κρατώντας για πισινή αυτά που αναφέρει ο Πεσσόα


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Τι φταίνε τα ζώα;




«Το πόσες χριστοπαναγίες άκουσα από διερχόμενους οδηγούς, που είχαν την ατυχία να βρεθούν πίσω από μια άμαξα γύρω στις δέκα το βράδυ, στο κέντρο της πόλης, δεν περιγράφεται». Αυτό το έγραψα πριν τρία χρόνια την ίδια εποχή.
Περισσότερες χριστοπαναγίες, εχθές το βράδυ πάλι στο κέντρο της πόλης από διερχόμενους οδηγούς, πάλι πίσω από μια άμαξα.
Μια βόλτα με την άμαξα στην δεκαετία του 60, στους άδειους δρόμους από αυτοκίνητα, είχε την αξία της. Με τις αυθεντικές άμαξες και τους αυθεντικούς αμαξάδες, αυτούς που απαθανάτισε, ο ελληνικός κινηματογράφος με την Βλαχοπούλου και την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι απαράδεκτο απ’ όλες τις πλευρές, απορώ πως δεν έχουν διαμαρτυρηθεί φιλοζωικές οργανώσεις για την ταλαιπωρία και για το κίνδυνο που διατρέχουν τα ζώα, αλλά και οι αρμόδιοι φορείς για την ταλαιπωρία των οδηγών.
Σ’ αυτήν την πόλη ακόμα δεν μπορείς να κυκλοφορείς με ποδήλατο με άμαξα με πατίνι ή με τρενάκι. Να το πάρουμε απόφαση. Μόνο αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες επιτρέπονται.

Αλλά για να επανέλθουμε. Αν θέλουμε τις άμαξες, αυτές τέλος πάντων τις άμαξες που έχουμε, θα πρέπει να καθορισθεί ειδική διαδρομή και ειδική λουρίδα κυκλοφορίας. Αυτή η ταλαιπωρία και αυτό το απαράδεκτο θέαμα ούτε σε τριτοκοσμικές χώρες, με τις καμήλες και τους ελέφαντες δεν συμβαίνει.
Τι φταίνε τα άλογα; Φανταζόσαστε να έδειχναν και αυτά τέτοια συμπεριφορά όπως οι εκνευρισμένοι οδηγοί που όταν βρουν χώρο, έστω και ίσα ίσα τσιτώνουν τα γκάζια για να προσπεράσουν; Φανταζόσαστε να αφηνιάσει κάποια στιγμή το άλογο και να αρχίσει το ποδοβολητό τι έχει να γίνει;
Δεν χρειάζεται παραπέρα επιχειρηματολογία, όλοι λίγο πολύ έχετε βρεθεί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα της ντροπής. Δυστυχώς έχει υπερισχύσει η νοσταλγία και πνίγεται η αγανάκτηση και η διαμαρτυρία. Αυτό μέχρι που να συμβεί το κακό.

Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...