Ζούμε στην εποχή που, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν ένα σώμα σαν να είναι θαύμα.
Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στα «Ερωτικά» του Γιάννη Ρίτσου. Όχι για τη λογοτεχνία. Για τη θερμοκρασία τους.
«Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω»
Ο αληθινός πόθος δεν είναι ευγένεια. Είναι ανάγκη. Είναι εκείνη η στιγμή που μια γυναίκα περνά δίπλα σου και ξαφνικά αλλάζει ο ρυθμός του αίματος…
Σαν εκείνη τη νύχτα που το φόρεμα πέφτει αργά στην καρέκλα και ξαφνικά όλος ο κόσμος περιορίζεται σε έναν γυμνό ώμο, σε μια καμπύλη φωτισμένη στο μισοσκόταδο, στη ζεστασιά ενός ποδιού που ακουμπά τον δικό σου κάτω από το τραπέζι.
Ο έρωτας δεν κατοικεί στην τελειότητα. Κατοικεί στις λεπτομέρειες. Στο κουμπί που ανοίγει αργά. Στην ανάσα που βαραίνει. Στη σιωπή λίγο πριν ενωθούν δύο στόματα
«Ἡ γλῶσσά μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσά σου στὸ στόμα μου,
σκοτεινὸ δάσος»
Κάποτε πίστευα πως ο ερωτισμός είναι προνόμιο της νεότητας.
Λάθος.
Ο πραγματικός ερωτισμός γεννιέται όταν ο άνθρωπος αποκτά μνήμη. Όταν ξέρει τι σημαίνει απουσία, καθυστέρηση, νύχτες που δεν τελειώνουν. Όταν μια γυναικεία σιωπή μπορεί να τον αποσυντονίσει περισσότερο από μια κραυγή.
«Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν στὴν ἀπουσία σου»
Και ξαφνικά θυμάσαι όλα όσα αφήσαμε μισά. Όλα όσα δεν αγγίξαμε αρκετά. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και έμειναν τελικά κάτω από το δέρμα μας.
Γιατί ο πόθος δεν τελειώνει όταν τελειώνει το σώμα.
Συνεχίζει μέσα στη μνήμη.
Σ’ ένα άδειο κάθισμα δίπλα σου τη νύχτα. Σ’ ένα ποτήρι κρασί μετά τα μεσάνυχτα. Σ’ ένα κρεβάτι που ξέρει ακόμη το σχήμα ενός άλλου σώματος.
Εκεί κρύβεται όλος ο πόθος.
Σ’ αυτό που αγγίζεις και όμως δεν κατακτάς ποτέ ολοκληρωτικά. Στη γυναίκα που ξαπλώνει δίπλα σου και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να μοιάζει μυστήριο. Στο σώμα που γίνεται πατρίδα και εξορία μαζί.
Κάποιοι άνθρωποι δεν μπαίνουν απλώς στη ζωή σου.
Μπαίνουν κάτω από το δέρμα σου.
Ζούμε στην εποχή που, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν ένα σώμα σαν να είναι θαύμα.
Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στα «Ερωτικά» του Γιάννη Ρίτσου. Όχι για τη λογοτεχνία. Για τη θερμοκρασία τους.
«Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω»
Ο αληθινός πόθος δεν είναι ευγένεια. Είναι ανάγκη. Είναι εκείνη η στιγμή που μια γυναίκα περνά δίπλα σου και ξαφνικά αλλάζει ο ρυθμός του αίματος…
Σαν εκείνη τη νύχτα που το φόρεμα πέφτει αργά στην καρέκλα και ξαφνικά όλος ο κόσμος περιορίζεται σε έναν γυμνό ώμο, σε μια καμπύλη φωτισμένη στο μισοσκόταδο, στη ζεστασιά ενός ποδιού που ακουμπά τον δικό σου κάτω από το τραπέζι.
Ο έρωτας δεν κατοικεί στην τελειότητα. Κατοικεί στις λεπτομέρειες. Στο κουμπί που ανοίγει αργά. Στην ανάσα που βαραίνει. Στη σιωπή λίγο πριν ενωθούν δύο στόματα
«Ἡ γλῶσσά μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσά σου στὸ στόμα μου,
σκοτεινὸ δάσος»
Κάποτε πίστευα πως ο ερωτισμός είναι προνόμιο της νεότητας.
Λάθος.
Ο πραγματικός ερωτισμός γεννιέται όταν ο άνθρωπος αποκτά μνήμη. Όταν ξέρει τι σημαίνει απουσία, καθυστέρηση, νύχτες που δεν τελειώνουν. Όταν μια γυναικεία σιωπή μπορεί να τον αποσυντονίσει περισσότερο από μια κραυγή.
«Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν στὴν ἀπουσία σου»
Και ξαφνικά θυμάσαι όλα όσα αφήσαμε μισά. Όλα όσα δεν αγγίξαμε αρκετά. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και έμειναν τελικά κάτω από το δέρμα μας.
Γιατί ο πόθος δεν τελειώνει όταν τελειώνει το σώμα.
Συνεχίζει μέσα στη μνήμη.
Σ’ ένα άδειο κάθισμα δίπλα σου τη νύχτα. Σ’ ένα ποτήρι κρασί μετά τα μεσάνυχτα. Σ’ ένα κρεβάτι που ξέρει ακόμη το σχήμα ενός άλλου σώματος.
Εκεί κρύβεται όλος ο πόθος.
Σ’ αυτό που αγγίζεις και όμως δεν κατακτάς ποτέ ολοκληρωτικά. Στη γυναίκα που ξαπλώνει δίπλα σου και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να μοιάζει μυστήριο. Στο σώμα που γίνεται πατρίδα και εξορία μαζί.
Κάποιοι άνθρωποι δεν μπαίνουν απλώς στη ζωή σου.
Μπαίνουν κάτω από το δέρμα σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου