Το προσωπικό είναι μόνο η πρώτη ρωγμή. Μετά έρχεται το κείμενο και κάνει ό,τι θέλει. Παίρνει όσα προσπάθησες να κρύψεις, τα ανακατεύει με σιωπές, θυμό και μνήμη, και τα επιστρέφει πίσω πιο αληθινά απ’ όσο αντέχεις να παραδεχτείς. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι που γράφουν δεν ησυχάζουν ποτέ πραγματικά. Ξέρουν πως κάθε λέξη τους αφήνει κάπου εκτεθειμένους.
Και ο θυμός επίσης δεν ησυχάζει. Δεν πεθαίνει επειδή τον σκέπασες. Περιμένει. Κάθεται στις άκρες της ψυχής σαν λεπτή σκόνη και επιστρέφει αθόρυβα μέσα από μια μυρωδιά, μια φράση, ένα βλέμμα, έναν Μάη που μπαίνει από ανοιχτό παράθυρο και σου θυμίζει όλα όσα δεν έκλεισαν ποτέ πραγματικά μέσα σου.
Ο Μάης έχει κάτι σχεδόν ανήθικο. Λίγο περισσότερο φως, λίγη περισσότερη ζέστη, κι οι άνθρωποι πείθονται πως μπορούν να ξαναρχίσουν από την αρχή. Μα οι κοινωνίες δεν αλλάζουν τόσο εύκολα. Κάτω από τις ανθισμένες βιτρίνες και τις φωτισμένες πλατείες λειτουργούν πάντα οι ίδιες μικρές φυλές. Οι ίδιες παρέες αλληλοαναγνώρισης. Οι ίδιες κλειστές διαδρομές επιβεβαίωσης.
Πρέπει κάπου να ανήκεις.
Σε κόμμα, σε κύκλο, σε παρέα, σε ιδεολογία, σε μηχανισμό, σε εξέδρα. Να φοράς κάτι που να σε εξηγεί γρήγορα. Μια γνωριμία, ένα σύνθημα, μια δημόσια φωτογραφία δίπλα στους σωστούς ανθρώπους. Η εποχή δεν αγαπά την πολυπλοκότητα. Θέλει εύκολες ταμπέλες και καθαρές κατηγορίες.
Κι όταν σταθείς απέναντί τους μόνο με τον εαυτό σου, ακούγεται σχεδόν αυτονόητη η ερώτηση:
«Πού πας χωρίς στολή;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου