Οι περισσότερες σχέσεις δεν τελειώνουν με έναν μεγάλο καβγά. Τελειώνουν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν σπίτια που τα τρώει η υγρασία από μέσα. Μια μικρή σιωπή σήμερα, μια κόπωση αύριο, μια συνήθεια που ντύθηκε αγάπη για να μην φοβηθούμε την αλήθεια. Κάποτε δύο άνθρωποι κοιτιούνται και αντιλαμβάνονται πως εκεί που υπήρχε κάποτε φωτιά, τώρα υπάρχει μόνο η ανάμνηση της θερμότητας.
Κι όμως συνεχίζουμε να ζητάμε το αδύνατο. Διάρκεια. Καταφύγιο. Εκείνη τη σπάνια συνάντηση όπου ο άλλος όχι μόνο σε αγαπά αλλά σε καταλαβαίνει κιόλας. Πράγμα δύσκολο. Γιατί ο καθένας κουβαλάει μέσα του έναν αθέατο λαβύρινθο, φόβους, ματαιώσεις, εγωισμούς, πληγές παλιές που ξυπνούν στις πιο ακατάλληλες στιγμές. Οι σχέσεις γίνονται τότε κάτι ανάμεσα σε παρηγοριά και πεδίο μάχης. Ένα τραύμα διαμπερές που άλλοτε αιμορραγεί κι άλλοτε λάμπει.
Η αγάπη δεν υπήρξε ποτέ δίκαιη. Πάντα κάποιος θα αγαπά λίγο περισσότερο, λίγο βαθύτερα, λίγο πιο απροστάτευτα. Κι αυτή η ανισότητα γεννά παράπονα, μικρές πικρίες, ανομολόγητες απαιτήσεις. Όχι γιατί οι άνθρωποι είναι κακοί, αλλά γιατί φοβούνται μήπως στο τέλος αποδειχθεί πως έδωσαν περισσότερα απ’ όσα άντεχαν.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη γενική φθορά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι σπάνιοι άνθρωποι που μένουν. Εκείνοι που, ενώ βλέπουν την αλήθεια του άλλου γυμνή και ατελή, δεν αποχωρούν. Που αντέχουν την φθορά χωρίς να μετατρέπουν την αγάπη σε λογιστήριο. Που επιλέγουν ξανά τον ίδιο άνθρωπο, όχι επειδή δεν άλλαξε, αλλά ακριβώς επειδή άλλαξε μπροστά τους.
Ίσως τελικά η αγάπη να μην κρίνεται από την ένταση της αρχής ούτε από το δράμα του τέλους. Ίσως να κρίνεται από εκείνους τους ελάχιστους ανθρώπους που, μέσα σε έναν κόσμο γρήγορων αποχωρήσεων, εξακολουθούν να μένουν δίπλα σου όταν χαμηλώσουν τα φώτα, όταν σωπάσουν τα τραγούδια, όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να εντυπωσιάσει κανέναν.
Κι όμως συνεχίζουμε να ζητάμε το αδύνατο. Διάρκεια. Καταφύγιο. Εκείνη τη σπάνια συνάντηση όπου ο άλλος όχι μόνο σε αγαπά αλλά σε καταλαβαίνει κιόλας. Πράγμα δύσκολο. Γιατί ο καθένας κουβαλάει μέσα του έναν αθέατο λαβύρινθο, φόβους, ματαιώσεις, εγωισμούς, πληγές παλιές που ξυπνούν στις πιο ακατάλληλες στιγμές. Οι σχέσεις γίνονται τότε κάτι ανάμεσα σε παρηγοριά και πεδίο μάχης. Ένα τραύμα διαμπερές που άλλοτε αιμορραγεί κι άλλοτε λάμπει.
Η αγάπη δεν υπήρξε ποτέ δίκαιη. Πάντα κάποιος θα αγαπά λίγο περισσότερο, λίγο βαθύτερα, λίγο πιο απροστάτευτα. Κι αυτή η ανισότητα γεννά παράπονα, μικρές πικρίες, ανομολόγητες απαιτήσεις. Όχι γιατί οι άνθρωποι είναι κακοί, αλλά γιατί φοβούνται μήπως στο τέλος αποδειχθεί πως έδωσαν περισσότερα απ’ όσα άντεχαν.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη γενική φθορά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι σπάνιοι άνθρωποι που μένουν. Εκείνοι που, ενώ βλέπουν την αλήθεια του άλλου γυμνή και ατελή, δεν αποχωρούν. Που αντέχουν την φθορά χωρίς να μετατρέπουν την αγάπη σε λογιστήριο. Που επιλέγουν ξανά τον ίδιο άνθρωπο, όχι επειδή δεν άλλαξε, αλλά ακριβώς επειδή άλλαξε μπροστά τους.
Ίσως τελικά η αγάπη να μην κρίνεται από την ένταση της αρχής ούτε από το δράμα του τέλους. Ίσως να κρίνεται από εκείνους τους ελάχιστους ανθρώπους που, μέσα σε έναν κόσμο γρήγορων αποχωρήσεων, εξακολουθούν να μένουν δίπλα σου όταν χαμηλώσουν τα φώτα, όταν σωπάσουν τα τραγούδια, όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να εντυπωσιάσει κανέναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου