Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020

Θα αφαιρέσω τη στιγμή. Θα κρατήσω τη ζωή

Που είχαμε μείνει; Ρωτάμε συνήθως μετά από κάθε διακοπή, και δεν περιμένουμε την απάντηση, γιατί απλούστατα δεν θέλουμε να συνεχίσουμε από εκεί, αλλά από την αφετηρία. Ευτυχώς έχουμε πάντα την ψευδαίσθηση ότι κάθε διακοπή μας επαναφέρει στην αρχή, από εκεί δηλαδή που ξεκινάει κάθε όνειρο με την πεποίθηση πάντα, που δεν θα καταλήξει σε εφιάλτη…Κάποιες στιγμές, πρέπει να συμμαχήσεις με το παρελθόν για να αντέξεις το βάρος.
«Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους.
Για τη συνέχεια έσκαψα βαθύτερα. Από το φωτεινό δωμάτιο τράβηξα πέντε λέξεις. Από μπροστά κόκκινο το δειλινό, από πίσω “τα κόκκινα γκρεμά”.
Πρώτη φορά έβλεπα τόσο καθαρά χρώματα συγκεντρωμένα στον ορίζοντα, ακόμα και τα γκρίζα εξέπεμπαν μια παράξενη ένταση και κρατούσαν εξαίσια θέση μέσα στην χρωματική πανδαισία.
Σαν ένα γλυκόπικρο παραμύθι να το πάρετε. Ένα παραμύθι που διαβάζεται την άνοιξη για να ξορκίσει το το φθινόπωρο, που μας μεθά όσο και αν μας φοβίζει. Η ώχρα του καιρού χρωμάτισε το αύριο. Οι αναμνήσεις πλέον στα χρώματα της άμμου.


“Πείρα της νοσταλγίας το λιλά, που παραμένει έτσι, ακόμα και όταν υπαγορεύεται από το ροδί της ύφεσης, το έριξα στην παλέτα και στη συνέχεια πρόσθεσα το γκρι μοβ της λήθης, το βαθύ γκρενά της αμαρτίας και γύρω γύρω την τοξίνη των γραμμάτων. Τίναξα ίχνη άσπρης σκόνης απ' τα μαλλιά μου και την ανακάτεψα με χρώματα των χειλιών που πάνω τους είχε ξεθωριάσει η ευθύνη. Η μπλε φλεβίτσα εφιάλτης και παράδεισος, μαζί με το βαθύ γαλανό, όπως το κύμα, που σπάει τα μούτρα του στο βράχο. Έριξα λίγο νερό της μοναξιάς και πρόσθεσα ροδί, όπως το χρώμα της πληγής της φρέσκιας, μαζί με το μαβί της υπέρβασης, μενεξεδί της ψυχής, ροδακινί της πορείας. Στο τέλος το κόκκινο το χρώμα και το λευκό που έρχεται μόνο του. Έβαλα στο αυτί μου ένα μεγάλο κοχύλι, σφυρίζει ακόμα ο άνεμος και στο μυαλό μου ο λαιμός της με γεύση αλμύρας ...” Να χάσω μια ζωή για μια στιγμή; Πόσα να σβήσω πια, από μια ζωή που νομοτελειακά, κάποτε τελειώνει; Αυτό θα κάνω, θα αφαιρέσω τη στιγμή, θα τη σβήσω από τον χρόνο. Θα κρατήσω τη ζωή. Θα εξαφανίσω εκείνο το παγωμένο βλέμμα, θα κρατήσω τα μάτια τα ζεστά.
Τελικά όλοι μας έχουμε τη τη ζωή που μας αξίζει. Εμείς της ανοίγουμε την πόρτα και την καλωσορίζουμε. Παρότι μπορεί να μοιάζει πεπρωμένο, είναι τα βήματα που κάποτε ξεκίνησαν εκείνη ακριβώς τη ζωή για να προϋπαντήσουν, αλλά ξεχάστηκε εκείνο το ξεκίνημα, αγνοήθηκε εκείνη η αρχή και το αποτέλεσμα άσπλαχνο.

Η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα

Χθες τα μεσάνυχτα
με κάλεσε στο κελί της
Η νεαρή μοναχή Ευδοκία
Να δοκιμάσει την εγκράτεια της. 
Μου ζήτησε να πηγαίνω κάθε βράδυ
Ήταν ανέτοιμη
Η εγκράτειά της
(Σπύρος Σίγμα - Ο ήχος των λέξεων)
Παίζω κρυφτό με την φαντασία μου, όπως ένα παιδί που μεγάλωσε και λαχταρά τα παλιά του παιχνίδια, θέλω πολύ να παίξω αλλά ντρέπομαι γιατί δεν έχω συμπαίχτη.
Δεν θέλω να μονιμοποιηθώ πουθενά. Νοσταλγώ τις άγνωστες πόλεις, τα απρόσμενα αποτελέσματα, τις γυναίκες που δεν έτυχε να γνωρίσω. Η σχέση η ερωτική ανισότιμη και άδικη, αινιγματική και σκοτεινή σαν το υποσυνείδητο, σαν αλληλοσυμπληρούμενα αλλά άνισα δοχεία. Πολύ εσύ λίγο εγώ. Περισσότερο εγώ λιγότερο εσύ. Κάποτε όλα αλλάζουν. Όχι γιατί το θέλεις. Όχι γιατί το μπορείς. Γιατί
η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα. Πάντα ένα βήμα μπροστά. Σε τραβάει. Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ. Τώρα ο χρόνος ξεκινά από μια συνάντηση, που είχε την δύναμη να μας μεταβάλει. «Απούσα η μορφή σου διαστέλλεται τόσο που γεμίζει το σύμπαν, περνάς στη ρευστή κατάσταση των φαντασμάτων. Παρούσα, συμπυκνώνεται και αποκτάς το ειδικό βάρος των βαρύτερων μετάλλων, του ιριδίου και του υδραργύρου. Αυτό το βάρος με πεθαίνει καθώς πέφτει στην καρδιά μου». Γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Κι όσο για κείνον που ποθεί, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, «το αντικείμενο της αγάπης είναι πάντοτε απόν και από την ταραχή που φέρνει η απουσία, γεννιέται ο στεναγμός»
Γιατί είναι ο έρωτας αρπακτικό και δεν κατανοεί, και δεν οικτίρει. Γιατί είναι ο έρωτας απόλυτος και δεν αρκείται, δεν βολεύεται, δεν παζαρεύει. Γιατί είναι ο έρωτας ασαφής, δεν εξηγεί, δεν καταλαβαίνει. Γιατί είναι ο έρωτας πόλεμος, με την απούσα μορφή που διαστέλλεται και γεμίζει το σύμπαν. Που εξαφανίζει και αλλοιώνει την γεύση των πραγμάτων.
Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ.
Τώρα ένα παράθυρο ανοιχτό να κοιτάει στο πουθενά. " Κερδισμένος είναι αυτός που αγαπάει, όχι αυτός που αγαπιέται"
Κική Δημουλά Καλό ταξίδι
https://youtu.be/kScoEwobgkQ

Η θάλασσα είναι μια σταθερά

Νοιώθω μικρός μπροστά στον απέναντι βράχο. Χιλιάδες χρόνια είναι εκεί και χιλιάδες θα παραμείνει. Αυτή η σταθερά διευκολύνει τη μικρή ζωή μας και κάνει λιγότερα επώδυνα τα πράγματα ακόμα και όσο αφορά το τέλος της ... είναι δύσκολο να φανταστώ το τέλος του βράχου, το τέλος της θάλασσας.
Δεν ξέρω πως προέκυψε αυτή η ανάγκη για τη φύση. Ίσως επειδή η φύση αλλάζει τα μεγέθη και με ηρεμεί.

«Τα μόνα πράγματα που αντέχουν στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.
Όταν δεν μπορείς να μιλήσεις για έρωτες που χάθηκαν στα έγκατα της καρδιάς σου, βάζεις τη θάλασσα μπροστά και βγάζεις τα κρυφά σου μυστικά. Την κόλαση και τον παράδεισο μαζί. “Ο έρωτας Το αρχιπέλαγος Κι η πρώρα των αφρών του Κι οι γλάροι των ονείρων του Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει Ένα τραγούδι”. Εγώ πάλι γιατί νομίζω πως με ανασταίνει η Θάλασσα. Μου καθαρίζει το μυαλό, μου αφήνει ότι η μνήμη δεν διαπραγματεύεται.
«Συνειδητοποιώ πως αυτήν την εποχή εκείνα που με βοηθάνε να συνεχίζω είναι αυτά που ξεχνάω», έγραφε σε ένα παλαιότερο κείμενο ο Οδυσσέας Ιωάννου, - όχι τα άλλα. Οι ευτυχισμένες στιγμές, οι εύκολες νίκες, τα γκολ από θέση οφσάιντ που δεν μου ακύρωσαν. Δεν θέλω να θυμάμαι αν κάποτε ζούσα καλύτερα. Τι σημαίνει καλύτερα; Το μόνο μέτρο σύγκρισής μου είναι το παρόν και η μόνη ιστορία μου το μέλλον. Τα υπόλοιπα –αναφορές, καταγωγές, βιώματα- έτσι κι αλλιώς κάπου υπάρχουν, τι νόημα έχει να κάνω καταμέτρηση και να βάλω τάξη στην αποθήκη;»
Γιατί με ανασταίνει η θάλασσα; Η θάλασσα είναι μια άλλη ιστορία, μια σταθερά του παρόντος που με ταξιδεύει στο μέλλον.

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Τα ίδια και χειρότερα


Ας πούμε που τελείωσαν τα μνημόνια, που δεν τελείωσαν. Ας υποθέσουμε πως ξεπεράστηκε η οικονομική κρίση, που δεν ξεπεράστηκε. Εκτός από την αδυναμία της αγοραστικής μας δύναμης, τι αλλαγή επήλθε στην συμπεριφορά, τόσο της κεντρικής διοίκησής, όσο και της ίδιας της κοινωνίας, ύστερα απ΄ το ισχυρό σοκ που βίωσε και βιώνει;
Ίδιες συμπεριφορές. Ίδιες λογικές. Ρουσφέτια, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, απαξίωση του δημόσιου χώρου, αποθέωση του χρήματος, υποτίμηση του πολιτιστικού αποθέματος. Οι ίδιοι που στα στα χρόνια της κραιπάλης δόξαζαν τον ατομισμό, τον κυνισμό το λάιφστάιλ, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, την υποκουλτούρα και ήταν αδιάφοροι απέναντι στην διαφθορά και τα οικονομικά σκάνδαλα, αφού στο ζενίθ της οικονομικής κρίσης έριξαν το ανάθεμα για εκείνη την περίοδο, σήμερα επέστρεψαν στο οικείο περιβάλλον και κάνουν τα ίδια και χειρότερα.
Πάρτε ένα παράδειγμα από την μικρή μας Πόλη. Μπήκαμε στο κατάλογο μνημείων της Unesco, από 2007, βλέπετε να μας απασχολεί το θέμα, γεμίσαμε τραπεζοκαθίσματα και ξεχειλίσαμε στο πλαστικό, οι μικρές πλαζ της πόλης απώλεσαν τον λαϊκό χαρακτήρα τους και έγιναν πριβέ, το ίδιο και η νησίδα Βίδο. Τα λεωφορεία τέρατα ανοιχτά και κλειστά προκαλούν κυκλοφορική ασφυξία και απειλούν να πνίξουν το ιστορικό κέντρο. Καμία σοβαρή υποδομή, ο πολιτισμός παρεξηγημένη λέξη, τα σκουπίδια αφού μας έπνιξαν και δηλώσαμε την αδυναμία μας να τα διαχειριστούμε δρομολογήσαμε την μεταφορά της έξω από το νησί και πανηγυρίζουμε γι αυτό. Παράλληλα ξεπουλήθηκε το αεροδρόμιο, ετοιμάζεται το λιμάνι και στο όνομα της ανάπτυξης καταστρέφουμε ξεπουλώντας και τσιμεντάροντας, μέρη φυσικού κάλους όπως ο “Ερημίτης”.
Όλα αυτά σε περίοδο κρίσης. Τα ίδια και χειρότερα από την εποχή του Σημίτειου εκσυγχρονισμού. Να σας θυμίσω ήταν τότε που διακηρύχθηκε το σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. “Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ”· όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης.” Όταν έσπασε η φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, το φόβο, το μίσος.

Κάνω την επισήμανση, γιατί αυτοί που φώναζαν, για τα κακά του παρελθόντος που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή, ποτέ κατά το παρελθόν, που τους εξυπηρετούσε, δεν αντέδρασαν. Απεναντίας αντιδρούσαν στους λίγους που μιλούσαν, χαρακτηρίζοντας τους μίζερους και γραφικούς. Αυτοί λοιπόν τα ίδια κάνουν και σήμερα.
Οι άλλοι που έβγαιναν τολμηρά πάνω από νοσταλγίες και καταστροφολογίες και έστελναν σήμα κινδύνου. Είναι αυτοί που σήμερα μπορούν να κρίνουν την περίοδο της μεταπολίτευσης. Είναι αυτοί που μπορούν να ανοίξουν διεξόδους για το μέλλον. Είναι αυτοί που μπορούν τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας τους, που διαλύθηκε, να δώσουν ξανά ελπίδα και να βάλουν φρένο σε άκρατους νεοφιλελευθερισμούς, που οδηγούμαστε...









Ευτυχώς που υπάρχουν και οι παλιές φωτογραφίες

Αυτή η εποχή λίγο πριν τον ερχομό της άνοιξης, με βοηθά, να αποδράσω από την επικαιρότητα. Εκεί που υμνώ την τεχνολογία συγχρόνως την βλαστημάω. Οι φιλίες έχουν γίνει γραπτά μηνύματα και περνούν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, που μας δίνουν την δυνατότητα να έχουμε επαφή με φίλους, σπανίως όμως τους βλέπουμε, και όταν τους δούμε, δεν έχουμε και πολλά να πούμε. Κερδίζουμε καθημερινά σε ευκολίες και χάνουμε σε συναίσθημα. Αυτή η προσθαφαίρεση, δεν ξέρω τελικά τι άθροισμα θα βγάλει. Για την ώρα και εννοώ εκείνες τις μονοψήφιες ώρες, που σε πετάνε ανελέητα στον εαυτό σου και σου ζητάνε διευθύνσεις και ονόματα, έχω μείον
Λίγο πριν την Άνοιξη νοσταλγίες; Όχι ακριβώς. Δυστυχώς βρίσκομαι στην ανάγνωση της τρίτης επιστολής. Μιλάω για αυτές τις μονολεκτικές που έχουμε στείλει στον εαυτό μας, η πρώτη προστακτική: Μεγάλωσε! Η δεύτερη ερωτηματική: Μεγάλωσες; Η τρίτη επικριτική: Μεγάλωσες! Δεν χωράει καμία αμφιβολία. Το μείον το σημερινό είναι αποτέλεσμα των χρόνων. Αν δεν τα είχα ζήσει γιατί να διαμαρτύρομαι; Μπορώ να χάσω κάτι που δεν έχω; Και εμείς είμαστε φορτωμένοι με στιγμές ωραίες - για τις άσχημες δεν γίνεται λόγος - που το σημερινό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει ν’ ανθίσουν.
Δυστυχώς είμαστε παραλήπτες της τρίτης επιστολή. Όταν είχαμε λάβει την πρώτη όπως τα σημερινά παιδιά, η αφαίρεση δεν είχε σκάση μύτη, μόνο η πρόσθεση, λαίμαργη και αχόρταγη μας καθόριζε την πορεία. Η δεύτερη πέρασε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν ποτέ εκείνα τα χρόνια, μέχρι να έρθει η τρίτη και η τελευταία για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι παλιές φωτογραφίες για να θυμόμαστε λίγο τα πρόσωπα και να μετράμε τα χαμένα.

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

· «Έτσι σε κάθε λίμνη, ολόκληρη, η σελήνη λάμπει, γιατί ζει ψηλά»

Είναι κάτι μέρες που στις φυλάει Θεός. Όλα μαζεμένα. Τρέχεις και δεν φτάνεις, απελπίζεσαι και αφού είναι αδύνατο να αντεπεξέλθεις στη υπερφορτωμένη καθημερινότητα, εύχεσαι να γλιτώσεις τα χειρότερα. Πάλι καλά, ούτε έμφραγμα, ούτε εγκεφαλικό.



Μια τέτοια μέρα η προχθεσινή. Στον απόηχο της, συναντήθηκα στο δρόμο με ένα φίλο μου και τακτικό μου αναγνώστη. «Συγκινήθηκα με το σημερινό σου κείμενο», μου είπε.
«Έτσι σε κάθε λίμνη, ολόκληρη, η σελήνη λάμπει, γιατί ζει ψηλά»
Έτσι ένοιωσα και αλάφρωσα από όλα εκείνα τα άχρηστα βάρη. Ψήλωσα και έλαμψα. Αφού κατάφερα να συγκινήσω ένα τύπο, που από την πρώτη ματιά δεν φαίνεται ευάλωτος. Αφού κατάφερα να ανακαλύψω έναν άνθρωπο και από μια άλλη οπτική γωνία. Αφού έγινα αφορμή εξόδου, δυνατών συναισθημάτων, που συνήθως καταχωνιάζουμε για να μην δηλώσουμε αδυναμία, ελάχιστα σκοτίζομαι που δεν κατάφερα να διεκπεραιώσω, όλο εκείνο το χάρτινο βουνό των υποχρεώσεων, που πριν από αυτή την συνάντηση με είχαν φέρει στα όρια μου.
«Εδώ στου δρόμου τα μισά που έχουμε φτάσει, φίλε Νίκο, τα πράγματα είναι οριακά. Η ζωή πίσω μας, έχει χαλάσματα. Η ζωή μπροστά μας έχει την ηλικία των παιδιών μας, το θέμα είναι έχει το σχήμα των ονείρων μας; Κλείσαμε πολλές υποθέσεις βιαστικά, βγήκαμε σε άγριες θάλασσες και επιστρέψαμε ζωντανοί, δώσαμε το χρόνο μας αντιπαροχή, για μια ασφαλή αγκαλιά. Πόσο πόνο έχει ακόμα; Δεν ξέρω, αν το ήξερα, θα είχαμε ξοφλήσει και τα πανωτόκια και θα τρέχαμε ξένοιαστοι με τις μηχανές μας, στα τοπία που μας νοιάζονται»
Δύο ώρες πριν, αν οι δρόμο είχαν συνεννοηθεί και οι παράλληλοι, προσποιούνταν ότι τέμνονται, θα είχα ξεφορτωθεί, αυτό το χάρτινο βουνό από τα άχρηστα, γιατί φίλε μου, εκείνη η στιγμή της συγκίνησης είναι τελικά αυτό που μετράει. Τα υπόλοιπα χάρτινες πανοπλίες, καρναβαλίσιες αρματωσιές...


Η λέξη ανάπτυξη είναι μια ακατάλληλη λέξη

Στην αρχαιότητα βάζανε ένα νόμισμα στο στόμα των νεκρών για να ’χουν να πληρώσουν στο πέρασμα της Αχερουσίας. Σήμερα συμβαίνει το ανάποδο κυκλοφορούμε σαν κουμπαράδες, μας βάζουν νομίσματα στα χείλη για να σκάσουμε. Λίγοι έχουν ακόμα τη δύναμη να φτύσουν.
Και ο “Ερημίτης” Θυσία για την ανάπτυξη. Σκοτώνουμε την ζωή μας για την ανάπτυξη, καταστρέφουμε τους φυσικούς πόρους, για την ανάπτυξη. Μια ανάπτυξη που στο τέλος θα μείνει μόνη της, χωρίς ανθρώπους χωρίς ζωή. Μια ανάπτυξη με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, για όσους προφτάσουν σήμερα, Μια ανάπτυξη που δεν υπολογίζει τις γενιές που έρχονται. Μια ανάπτυξη που στερείται κάθε ίχνος αλληλεγγύης για το μέλλον.
Διάβασα εδώ και κάποια χρόνια μια συνομιλία του γάλου οικονομολόγου Σερζ Λατούς, με τον Ιταλό κοινωνιολόγο Λουτσιάνο Γκαλίνο.


Η οικονομική ανάπτυξη υποστηρίζει ο Λατούς δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Αν όλοι οι άνθρωποι ζούσαν και κατανάλωναν όπως οι Αμερικάνοι θα χρειάζονταν έξι πλανήτες σαν τη Γη.
Η κοινωνία μας εδώ και τουλάχιστον πενήντα χρόνια έχει ολικά καταβροχθισθεί από μιαν οικονομία της ανάπτυξης. Από μια οικονομία που έχει για μοναδικό της σκοπό την ανάπτυξη για την ανάπτυξη. Η λέξη ανάπτυξη είναι μια ακατάλληλη λέξη, οι οικονομολόγοι τη δανείστηκαν από την βιολογία και χρησιμοποίησαν τη μεταφορά του φυσικού οργανισμού για να εξηγήσουν την οικονομική δομή. Λησμόνησαν ωστόσο να χρησιμοποιήσουν την αναλογία ως το βάθος. Στην φύση οι οργανισμοί μεγαλώνουν, αναπτύσσονται, παρακμάζουν και τελικά πεθαίνουν, οι οικονομολόγοι όμως επινόησαν την αθανασία για τον οικονομικό οργανισμό
Καταγράφω αυτόν τον προβληματισμό κόντρα σ’ αυτήν την άκρατη συνθηματολογία, ο Λατούς ρίχνει την ιδέα της μείωσης της ανάπτυξης. Στο βάθος αυτής της ιδέας, ξαναβρίσκουμε ένα πολύ παλαιότερο πρόγραμμα, το πρόγραμμα της αυτόνομης κοινωνίας, που ορίζει η ίδια τους νόμους της και που δεν είναι ετεροδιευθυνόμενη από τους νόμους της αγοράς.

Παραδίνομαι

Μια φωτογραφία στο μπλε κουστούμι από την θέση της Πρόεδρου του ΕΟΤ, είναι αρκετή για να σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Χωρίς να το θέλω από μόνα τους τα χέρια σηκώνονται ψηλά. Παραδίνομαι! Θυμήθηκα, πριν πέντε χρόνια, την μεταγραφή της κ. Γκερέκου στην Ν.Δ , εν μέσω προεκλογικής περιόδου, τον Ιανουάριο του 2015 έγραφα: Αλήθεια σε τι θα συμβάλει σήμερα μια απαλλαγμένη, από ψηφοθηρική σκοπιμότητα σκέψη; Το λιγότερο να περάσει απαρατήρητη αν είναι τυχερή και δεν ενταχθεί σε κάποια πλευρά της πρόθεσης, που δεν θα συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό της αθωότητας. Τι τύχη μπορεί να έχει μια αθώα σκέψη, μπροστά στο άκουσμα της είδησης της υποψηφιότητα της κ. Γκερέκου με το ψηφοδέλτια της Ν.Δ; Καμία. Και όμως αυτή η είδηση που με υπερβαίνει, αντιμετωπίζεται λίγα εικοσιτετράωρα μετά…«μπλε, μπλε, μπλε πως της παν καλέ τα μπλε» Πάνε και με τα μάτια της, εκείνα τα πράσινα πια, πολυφορέθηκαν.
Στη λήθη τελικά στηρίζεται η πολιτική επιβίωση. Στη λήθη που εξαπλώνεται με ρυθμούς πανδημίας και οι επιστήμονες σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Όσες προσπάθειες επιχειρούνται για να επαναφέρουν στη μνήμη τον πρότερο ανέντιμο βίον εις μάτην.
Δεν είναι τυχαίο που πολιτικοί, βρωμίσαντες και σαπίσαντες, μπαίνουν στο χώρο της ανακύκλωσης αναζητώντας δεύτερη, τρίτη τέταρτη και πάει λέγοντας ευκαιρία. Ο Λαός ξεχνάει εύκολα, το ίδιο θα έλεγα όπως και οι πολιτικοί την επομένη των εκλογών. Η διαπίστωση διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα, φτάνει μέχρι και τη μικρή, μικρή μας πόλη.
«Η πολιτική είναι κατάκτηση. Δειλή, κυνική, πρόστυχη και λερωμένη από τα γλωσσόφιλα με την εξουσία…» γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου, τα λάθη όμως των πολιτικών τα πληρώνει κυρίως ο Λαός και πόσες συγνώμες πια να δεχτούμε. Εντάξει, κάνατε λάθος να σας συγχωρέσουμε, αλλά πηγαίνετε και σπίτι σας, μπορεί κάπου αλλού εκτός πολιτικής να είσαστε χρήσιμοι…

Ημέρες με τις μάσκες

Ο λόγος για το καρναβάλι. Ο λόγος για τις μέρες που οι φτωχοί μπορεί να γίνουν πλούσιοι. Οι γυναίκες άνδρες, οι άνδρες γυναίκες, οι κυνηγοί θύματα και τα θύματα κυνηγοί. Οι μέρες με τις μάσκες που μας επιτρέπουν να δραπετεύσουμε από τον εαυτό μας.
Αυτές τις μέρες, επιτέλους μπορούν να γίνουν όλα αληθινά, γατί οι μάσκες δεν είναι αόρατες, όπως αυτές που φοριούνται όλο το χρόνο. Αυτές που χαμογελούν ψεύτικα, που κλαίνε ψεύτικα, αυτές που κρύβουν μέσα από τον τσαμπουκά την αδυναμία, μέσα από την επιθετικότητα την ανασφάλεια. Αυτές οι μάσκες της καθημερινότητας, θα μείνουν για μετά το καρναβάλι, τώρα έχουμε τις πραγματικές.

Η μάσκα σαν ένα σύνολο αλήθειας και ψεύδους, ειλικρίνειας και πλάνης, θα υπάρχει πάντα. Θα υπάρχει ακόμα και σήμερα που οι θεότητες αποτραβήχτηκαν. Θα υπάρχει για να διασκεδάζει την θλίψη για το μοναδικό Θεό των ημερών μας. το χρήμα.
Οι μέρες με τις μάσκες, είναι ό,τι πιο ειλικρινές νοιώθουμε, οι υπόλοιπες οι αξιοπρεπείς είναι το πραγματικό καρναβάλι. Στο καρναβάλι της ζωής μας, το χωρίς προσωπεία, δεν πέφτουν οι μάσκες στο τέλος της γιορτής, αυτές είναι κολλημένες στα πρόσωπα και έχουν απ’ ευθείας σύνδεση με το αίμα και την ψυχή. Γελάνε ψεύτικα, κλαίνε ψεύτικα. Οι καουμπόηδες διαθέτουν όπλα μαζικής καταστροφής, και η πραγματικότητα, αδυνατεί να τα βάλει με την ψηφιακή της μορφή.
Τελικά τις μέρες του καρναβαλιού πέφτουν οι μάσκες, τις άλλες, που η πίστη ντύνει την άπιστη, η δικαιοσύνη την αδικία, η επικοινωνία την απομόνωση, η πολυκοσμία την μοναξιά, η αγάπη το μίσος η εξυπνάδα την πονηριά, το γέλιο το κλάμα, το κλάμα το γέλιο, το εμείς το εγώ, ο θεός το διάβολο και θα μπορούσα να γράφω μέχρι αύριο, πώς να τους ξεχωρίσεις;

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι;

Κάποια κείμενα είναι όπως τα τραγούδια που έχεις ακούσει και θέλεις να ξανακούσεις...
Πάμε πάλι. Όχι από την αρχή. Αυτή τη φορά βρίσκομαι κάπου στη μέση του δρόμου, λίγο κουρασμένος, πολύ απογοητευμένος.
Γύρισα πίσω, στα χρόνια που είχαμε τη ψευδαίσθηση ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο, όταν συνειδητοποίησα την ουτοπία, ήμουν αρκετά εγωιστής για να στραφώ εναντίον μου. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να το κάνω και να προσπαθήσω όχι πλέον να αλλάξω τον κόσμο, αλλά να μη με αλλάξει εκείνος.

Δεν αποφεύγω με κείμενα συναισθηματικών διεργασιών, την πολιτική πραγματικότητα, απεναντίας. Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά; Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι; Οι ίδιοι θα μου πείτε, το πρόβλημα όμως είναι ότι την πληρώνουν αθώοι, αθώοι που βρέθηκαν στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. “Οι ένοχοι ξαναντύνονται την αδιατάρακτη αυτοπεποίθησή τους και συνεχίζουν με ψέματα και μίμηση συναισθημάτων να παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους.”
Το να συγκρουστούμε κάποια στιγμή με το παρελθόν μας, είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όταν έρθει η στιγμή να παραδεχτούμε λάθη, οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, βασανιστικά θα έλεγα. Πάντα στο τέλος υπάρχει μια μικρή δικαιολογία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις.
Δεν γράφω τίποτα καινούργιο προσπαθώ ξεκινώντας από τα αυτονόητα, να καταλάβω, τι είναι εκείνο που δίνει ασυλία στους πολιτικούς που μας κυβερνούν, να λειτουργούν με τόση αναξιοπιστία απέναντι στο Λαό, χωρίς να νοιώθει ποτέ κανείς την ανάγκη, να απολογηθεί για εκείνα που μας έλεγε χθες και για τα αλλά που μας λέει σήμερα.
Βεβαίως και δεν ανακάλυψα την Αμερική, όμως απορώ πως αυτή η παρωδία αντέχει στο χρόνο, όταν είναι πρόδηλο και στον πιο ανυποψίαστο ψηφοφόρο, ότι δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες έλεγε όλα αυτά, ο ίδιος χωρίς να κοκκινίζει με την άνεση που του δίνει η σιωπηρή αποδοχή, να λέει σήμερα ακριβώς τα αντίθετα.
Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο. Κινδυνεύουμε να το πιστέψουμε. Το χειρότερο θεωρούμε το ψέμα στην πολιτική σαν κάτι φυσιολογικό και δεν μας ενοχλεί. Η αλήθεια ..όπως έχει γράψει ο Γκράμσι είναι επαναστατική “παραμένει προοδευτική, δραστική και ανατρεπτική. Η αλήθεια είναι αυτή που προκαλεί το status quo και τις ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ακινησίας... Αυτός ο κόσμος προστατεύεται από το πέπλο των παραισθήσεων και των αυταπατών που μας γεννά το δήθεν δικαίωμα να βλέπουμε βιτρίνες μέσα από την κλειδαρότρυπα. Η αλήθεια τους όμως, είναι η καταπίεση, η εκμετάλλευση και η ασφυξία που νιώθουμε μέσα στα στενά και συντηρητικά όρια που μας επιβάλλει η «αγυρτεία» τους. Η αλήθεια του ψέματος τους θα ανατραπεί μόνο από την αλήθεια των ονείρων μας…”

Σ΄αυτά που μας δίνουν ταυτότητα και στυλ

Είναι ανούσιο και άκρως κουραστικό να αναλώνουμε χρόνο σε τηλεοπτικούς διαλόγους για να δικαιολογήσουμε το τι δεν κάναμε.
Όπως είναι ανούσιο, να μιλάμε γι αυτά που θέλουμε να κάνουμε. Ας περιοριστούμε επιτέλους στο αποτέλεσμα, ειλικρινά είναι το μόνο που ενδιαφέρει.
Τα νέα, τα ξέρετε, τα ίδια… μόνο η τηλεόραση, τους αλλάζει την ημερομηνία λήξεως και τα πλασάρει για φρέσκα.
Εκατοντάδες δικαιολογίες για ό,τι στραβό συμβαίνει και προκαλεί διαμαρτυρίες. Ξεκινάμε από την “οικονομική κρίση”, που τελευταία πήρε τη θέση από εκείνη τη φοβερή φράση, κατακλείδα στις ατέρμονες συζητήσεις, «φταίει το σύστημα» και αποτελεί πλέον την οικονομική συσκευασία, όπως λέμε «όλα σε ένα».
Εκεί μέσα κρύβονται ανικανότητες, ανεπάρκειες, σκοπιμότητες, συμφέροντα μικρά και μεγάλα και ό,τι μπορεί να φαντασθεί ο νους σας. Ακολουθούν βεβαίως επί μέρους εμπόδια που συνθέτουν το πλαίσιο της υπερασπιστικής γραμμής, για όσα είπαμε, όσα υποσχεθήκαμε και τίποτα δεν κάναμε.
Η αξία ενός έργου έγκειται στο βαθμό δυσκολίας. Η ιστορία έχει καταγράψει θαύματα, που μένουν για να μας θυμίζουν την ανθρώπινη ικανότητα, τη γνώση, την αγάπη, τη σκληρή δουλειά, την ευρηματικότητα, τη φαντασία, την επιμονή και την υπομονή.
«Αν είχα μια αναπαυμένη ψυχή, δεν θα ’γραφα ποτέ» είπε σε μια παλαιότερη συνέντευξή του, ο ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης. «Εάν θέλεις να είσαι κάθε μέρα ζωντανός, πρέπει να έχεις τις ιδιότητες που έχει ένα ποτάμι, να επαναστατείς συνεχώς στα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου και πάνω σου, το ποτάμι εάν το περιορίσεις γίνονται πλημμύρες. Πρέπει να είσαι τόσο επαναστατικός και τόσο ήσυχος συγχρόνως».
Ε! κάπως έτσι αντέξαμε, χωρίς πλημμύρες. Με μεγάλη οικονομία δυνάμεων, προσπαθήσαμε να μη ξοδευτούμε λάθος, να μη χάσουμε μέσα στη φασαρία το σημαντικό.
Πάλι εδώ, γιατί η ψυχή είναι ανήσυχη. Με τα άκρως απαραίτητα. Απαλλαγμένοι από όλα εκείνα τα περιττά μιας χρήσης και εφοδιασμένοι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με όλα εκείνα τα χρήσιμα, για μια ζωή.
Σ’ αυτά θα στηριχτούμε, που δεν ξεβάφουν με την πρώτη σταγόνα της βροχής, που μας δίνουν, ταυτότητα και στυλ. Σε αυτά που δεν τ’ ακούμε στις ειδήσεις. Σ’ αυτά που έρχεται μια σιωπή και μας τα ψιθυρίζει, όταν ο θόρυβος της τρέχουσας επικαιρότητας, μας καλεί να ακολουθήσουμε το συρμό.
Με αυτόν το βαρύ οπλισμό των συναισθημάτων μας πορευόμαστε, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον εαυτό μας, όχι μέσα στον καθρέπτη, αλλά στα μάτια των άλλων.

Έως εδώ


Ο καιρός μουντός, να πάμε κόντρα. Στο διάολο. Έως εδώ. Φτάνει πια. Συνήθως έτσι τελειώνει κάτι ανυπόφορο και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κάτι άλλο. Είναι στιγμή που ένα μείγμα συναισθημάτων εκρήγνυται. Από την υπερένταση στην ανακούφιση, από την αγωνία στην εκτόνωση. Οι συμπεριφορές διαφορετικές για τον καθένα, όλες όμως συμφωνούν, εμφορούμενες από ένα φορτίο που ξεπέρασε τον αποθηκευτικό χώρο της ψυχής.

Νοιώθεις από την αντίθετη πλευρά, ακριβώς τη ζωή εκείνου του δευτερόλεπτου, μετά την εκσπερμάτωση. Σκορπισμένες λέξεις, και καμία προσπάθεια για να μπουν σε μια σειρά. Και τι σειρά να βρουν, που να χωρέσουν; Λέξεις μάνες, μήτρες, κυψέλες τα άπαντα των ποιητών που μας συνάντησαν. Κάθε μία σέρνει πίσω της και μια ζωή.
Σε μια περίοδο αποδόμησης, η συγκρότηση πυρήνων άμυνας δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για το αύριο. Πίσω και μπροστά. Να ξαναγίνουμε τρελοί που κάνουνε οχτάρια στην παραλιακή, που ρισκάρουν καριέρες για ένα «όνειρο».
«Στην πατρίδα μας τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης, τότε που τελειώνει ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης.
Εμείς δεν περιμένουμε τις αμυγδαλιές να ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε την νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος...»

Πάμε να φύγουμε από δω



Η εξάρτηση είναι ολοκληρωτική, ο πολιτισμός της παγκοσμιοποίησης ανθεί. Όλα ένα μέσος όρος, όλα μια θρησκεία, με το χρήμα υπέρτατο Θεό. Να σβήσουμε την ιστορία, ακόμα και αν χρειασθεί να ισοπεδώσουμε τον πλανήτη. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα το φεγγάρι.
“Η Ευρώπη με μια «ευαίσθητη μειοψηφία» να σκοτώνεται παντού στον κόσμο υπέρ της δημοκρατίας του καναπέ στην οποία ζει η πλειοψηφία.


Ευτυχώς υπάρχει ακόμα το φεγγάρι που ακόμα αυτοεξυπηρετείται, ανάβει και σβήνει από μόνο του. Ακόμα δεν το βάλαμε στο χέρι, ίσως όταν τελειώσουμε με ό,τι ακόμα αντιστέκεται να ξεκινήσουμε μια εκστρατεία εκδημοκρατισμού και της σελήνης, για την ώρα αναβοσβήνει με δική του πρωτοβουλία” Γιατί τόση φασαρία για τις παράπλευρες απώλειες; Τι αξία έχουν τα παιδιά που θυσιάζονται; Ακόμα δεν έχουν βγάλει πιστωτική κάρτα, ούτε χρωστάνε πουθενά. Τι αξία έχουν τα μνημεία που ισοπεδώνονται; Το περιβάλλον που δηλητηριάζεται, τα καραβάνια των προσφύγων; Σε λίγο θα γίνουμε όλοι ένα, εύπεπτοι για την εξουσία, χωρίς θρησκευτικά κολλήματα χωρίς ιστορικές αναφορές, χωρίς ήθη και έθιμα. Θα μασάμε τσίκλα και θα τρώμε μεταλλαγμένο φαγητό που για τις ανάγκες της κατανάλωσης είναι πολύ πιο υγιεινό, το τρως στο πόδι και το χωνεύεις με κόλα που πάει με όλα.
Ευτυχώς που υπάρχει και το φεγγάρι, που ακόμα ανάβει και σβήνει από μόνο του.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

Τράπεζα συναισθημάτων

Το έχω κάνει και εγώ παλαιότερα, γι’ αυτό άλλωστε μεγαλώνουμε για να μαθαίνουμε. Γι’ αυτό και η απώλεια της νιότης περνάει ανώδυνα. «Τι ωραία που μεγαλώνουμε» και το «ωραία» κολλάει σ’ αυτό που προσθέτει γνώση και αφαιρεί κακές συνήθειες του παρελθόντος. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κανόνας, έχω την αίσθηση όμως, ότι με τα χρόνια μεγαλώνει και η ψυχή μας.
Μπορώ να κοιτάζω το ταβάνι για ώρες και όταν χρε
ιαστώ βοήθεια, μπορώ από το ταβάνι να κοιτάζω το πάτωμα, αυτό σήμερα, παλαιοτέρα πλήρωνα την επιβεβαίωση με κάθε τίμημα. Και λίγα ψίχουλα ήταν αρκετά για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου.
Χθες με πήρε μια ξεχασμένη φίλη μου τηλέφωνο, κάποιο ζόρι τραβούσε, τσακώθηκε με τον φίλο της, χώρισε και με θυμήθηκε. Το έκανα και εγώ παλιότερα για να δικαιολογήσω την αρχή. Την αδυναμία της ήθελε να νικήσει. Τα χρόνια της δεν της έμαθαν ακόμα να κοιτάζει το ταβάνι, τα χρόνια της δεν της έδωσαν ακόμα τα φτερά να πετάξει στο ταβάνι και να βλέπει από ψηλά.
Ένοιωσα σαν τράπεζα συναισθημάτων. Κατέθεσε κάποτε ένα ποσόν και είχε την απαίτηση να είναι διαθέσιμο όποτε ξεμείνει. Για ανάληψη το απρόσμενο τηλεφώνημα. Πέντε κομπλιμέντα, λίγη επιβεβαίωση, μια πισινή.
Έχω πάρει και εγώ παλαιοτέρα τέτοια δάνεια, σήμερα από τη θέση του χορηγού, της έδωσα παραπάνω από την δανειοληπτική της ικανότητα …
Το επόμενο τηλεφώνημα ήταν από τον γιο μου, «Αν όλα πάνε καλά σε 8 μήνες θα είσαι παππούς», Τι ωραία που μεγαλώνουμε…

Και ας μην κάνουμε τίποτα

Αυτή η τοπική ανακύκλωση με έχει κουράσει, τα ίδια και τα ίδια σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας, μέσα από την ανυπαρξία μας.
Για την «Κέρκυρα μας», «Το καταπράσινο νησί, την ιστορία και τον πολιτισμό μας…», «τη θάλασσα μας». Διαφήμιση που ξέμεινε από προϊόν. Διαφήμιση αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Τα στερεότυπα που πάλιωσαν από την κατάχρηση
Όταν μιλάμε για εγωισμό της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα, της δικής μας τοπικής κοινωνίας, ο συλλογικός χαρακτηρισμός οδηγεί στον κατακερματισμό.
Παρακολουθώντας τις προσπάθειες, τοπικών πολιτικών παραγόντων, με ματιά θετική, και διάθεση ερευνητική, διαπιστώνει κανείς ότι οι αναφορές στον πληθυντικό, διαπνέονται από ένα ακλόνητο εγώ. Ένα εγώ που αποδυναμώνει κάθε κοινό στόχο.
Το κάλεσμα σε συλλογική προσπάθεια, κρύβει τον εγωισμό της πρωτοβουλίας και το αποτέλεσμα είναι ανάλογο της σκοπιμότητας.
Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν όσοι ασχολούνται με την πολιτική και έχουν σχέση με την εξουσία, είχαν κάπου στο βάθος του μυαλού τους τον τελικό αποδέκτη. Η πολιτική έχει χάσει τον προσανατολισμός της, ουσιαστικά δεν έχει αντικείμενο, αφού πρωταρχικός στόχος δεν είναι το «εμείς» αλλά το «εγώ».
Αυτό το είδος της πολιτικής λειτουργίας, που έχει κυριαρχήσει, ενταγμένο στην επικοινωνιακή λογική, παραβλέπει το ζητούμενο, που είναι να «κάνουμε κάτι» και επιδιώκει την προβολή, δηλαδή να φανεί ότι κάνουμε κάτι. Και ας μην κάνουμε τίποτα.
Μέσα από μια διαδικασία, ικανοποίησης φιλοδοξιών ή εξυπηρέτησης συμφερόντων, αγνοείται παντελώς ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο Λαός, που υποτίθεται για χάρη του γίνεται όλη αυτή η φασαρία.
Η έννοια της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, θα είχε αξία, αν πίσω δεν έκρυβε ένα σύγχρονο φαρισαίο. Σήμερα συνοδεύεται από τηλεοπτικές κάμερες, για να εξυπηρετηθεί η πολλαπλάσια ανταπόδοση.
Ο εγωισμός βέβαια, δεν βρίσκεται μόνο στο χώρο της πολιτικής, διαπερνάει ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, αναφερόμαστε στην εξουσία, γιατί η εγωιστική της λειτουργία έχει αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την κοινωνία. Η αγωνία των ανθρώπων της εξουσίας, δεν είναι το πως θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν το Λαό, αλλά πως θα εισπράξουν απ’ αυτά.
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει κανόνας και δεν προξενεί πλέον εντύπωση.

Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;

Σήμερα ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης...Κανείς δεν αμφιβάλλει για την ταχύτητα που όλα κινούνται, αυτό όμως δεν προϋποθέτει και την απόλυτη λήθη.
Έχω την αίσθηση ότι όλα έχουν σβηστεί. Τα υπερφορτωμένα εγκεφαλικά μας κύτταρα, για να αντέξουν σβήνουν με απίστευτη ταχύτητα. Λες και δεν είχε συμβεί ποτέ. Αντιμετωπίζουν το σήμερα, σαν αποτέλεσμα παρθενογέννησης.
Τα αποκόμματα παλαιών εφημερίδων ξεθωριάζουν, όχι από το χρόνο, άλλωστε χρειάζεται αρκετός για να συμβεί αυτό. Το σήμερα, βαριά ταφόπλακα το καταπλακώνει και το εξαφανίζει. Το τι έλεγε τότε, τι έκανε τότε, τι υποστήριζε τότε, ποιοι ήταν οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι, δεν έχει καμιά αξία, βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους, άλλους.


Χωρίς αιδώ, αυτοδιαψεύδονται, αυτοαναιρούνται, αυτόξεφτιλίζονται και μόνο τα πρόσωπα μένουν ίδια, στο χρώμα της ώχρας, το κόκκινο δεν τους πλησιάζει. Το δυστύχημα είναι, ότι δεν μας προκαλεί πλέον καμία εντύπωση, λες και ο βομβαρδισμός συγκεχυμένων πληροφοριών μας έχει σβήσει τη μνήμη.
Βήμα βήμα, όλο και πιο πίσω. Σιγά σιγά τον συνηθίσαμε τον πόνο. Σπασμωδικές αντιδράσεις χωρίς συνέχεια. Ο καθένας περιμένει τους άλλους. «Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, και ήταν αποτέλεσμα της αγίας απάθειας, και της αδιαφορίας μπροστά στα καυτά προβλήματα που μας μαστίζουν.
Φυσάει και η υγρασία πέρα των ορίων. Συνηθισμένος καιρός για τα κόκαλά μας. Θα έλεγα και για το μυαλό μας, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσω τα πράγματα. Η υγρασία φταίει και όχι η μαλακία. Δεν έχω τι να γράψω σήμερα. Η αγανάκτηση με οδηγεί στη σιωπή. Τα έχουμε πει χίλιες φορές. Τι να λέμε τώρα.
«Κιτρινίζω, μου φαίνεται, απόψε. Βαριά τα ναρκωτικά της πληροφόρησης. Η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας υπό το φως επιφανών αναλυτών του τίποτα. Πλανόδιων τσιρκολάνων της άποψης και της παρέμβασης. Ευτελισμένες λέξεις, κακοποιημένες έννοιες.»
Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί. Σε σας το λέω, που σας έχει σκεπάσει η υγρασία. Δεν βαρεθήκατε να εντοπίζετε προβλήματα; Δεν βαρεθήκατε τη γκρίνια; Αν έχετε αποφασίσει να πεθάνετε παρακολουθώντας, επιφανείς αναλυτές του τίποτα που «όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν» τουλάχιστον μη φωνασκείτε…»
Σήμερα ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης, για τον μονόδρομο του αγώνα. Και όλα αυτά χωρίς να περιμένουμε τους άλλους.

Ανταλλάσοντας νοσταλγίες

Αφορμή ένα παιγνίδι μνήμης. Γιατί δεν σβήστηκε εκείνη η στιγμή, στην αρχή της ηλικιακής αρίθμησης; Ναι, θυμάμαι εκείνη την εικόνα στο πανηγύρι, με τη ματιά ενός παιδιού, με το συναίσθημα και τα χρώματα ενός παραμυθιού. Με την μαγεία της αθωότητας, με μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα. Ένα παλαιότερο σήμερα, που επανέρχεται, όταν ανταλλάσσονται νοσταλγίες. Το επανέφερε η “όμορφη πόλη” του Θεοδωράκη, που παίζεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα
Θα συνεχίσω τη διαδρομή, στην Οδό Ονείρων, με την βεβαιότητα ότι οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να αποτυπώσουν το όνειρο.

Θα συνεχίσω όμως, ρίχνοντας λάδι στην φωτιά της ψυχής μου, που έχει ανάγκη απ’ αυτή τη μαγική διαδρομή.
Ο δικός μου δρόμος είχε πόρτες ανοιχτές, φωνές, χαρές, αστεία χωρίς παρεξηγήσεις, Α! είχε και παγωτατζή με το ποδήλατο, τον Αλέκο. Eίχε αρώματα από φρέσκο ψωμί, από καθαρό χώμα, από τριανταφυλώνες και νεραντζιές, από γιασεμί και καμέλιες. Είχε τις γυναίκες στα πεζούλια να γνέθουν και να πλέκουν. Είχε καραγκιόζη πίσω από το άσπρο σεντόνι. Είχε πολλά παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιγνίδια. Είχε γλέντια, χορούς και μουσική, πολύ μουσική. Kατά τύχη ήταν η ίδια μουσική που ακούγονταν και στην «Οδό Ονείρων».Ο δικός μου δρόμος είχε Έρωτες Θεούς να μας συντροφεύουν και να μας σημαδεύουν με γλυκές πλέον αναμνήσεις.
Είχε και εικόνες που θυμάμαι μόνο, όταν κάποιο σημερινό απομεινάριο μου τις θυμίσει.Το ταξίδι στην οδό ονείρων συνεχίζεται…
Ο δρόμος μου, παραμένει φωτεινός, ευτυχώς δεν το σκίασαν οι πολυκατοικίες, ο ήλιος τον φωτίζει ακόμα, οι άνθρωποι είναι αυτοί που έφυγαν, τον αφήσαν μόνο του, χωρίς παιδιά χωρίς λαλιά.
«Πάω να πω στον ουρανό,/ πάω να πω στα σύννεφο/το πουλί δεν πιάνεται, /το πουλί δεν χάνεται/ πάνω απ’ τον ουρανό/μέσα από τον άνεμο άνθισε χρυσάνθεμο /πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί/ σκοτωμένο που λαλεί.
Και για τον επίλογο, που δεν σημαίνει το τέλος αυτής εδώ της μαγικής διαδρομής πάλι ο δημιουργός έχει το λόγο:
Εδώ τελειώνει η μουσική για την Οδό Ονείρων.
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα που μου δανείσατε εσείς οι ίδιοι μια βραδιά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα…

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει

Θεωρητικά και ένα ευρώ το μήνα παραπάνω, θεωρείται αύξηση στο μισθό, θεωρητικά, ουσιαστικά; Η κρίση μας ακινητοποίησε. Μέσα στη διάχυτη βουβαμάρα εγκλείεται φόβος. Φόβος για το παρόν, φόβος για το μέλλον. Μπορεί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να ήταν σκληρά για την ελληνική κοινωνία, κάθε μέρα όμως που ξημέρωνε ήταν καλύτερη από την προηγουμένη . Σήμερα δεν γνωρίζουμε πού μας βγάζει ο δρόμος,αισθανόμαστε ανήμποροι να προγραμματίσουμε στοιχειωδώς τη ζωή μας . Αισθανόμαστε να μας πλακώνει το παρόν. Έτσι γυρίζουμε συχνά πίσω είτε εξωραΐζοντας είτε δαιμονοποιόντας το παρελθόν. Ζούμε ένα μεσοδιάστημα, Το παλιό τελείωσε το καινούριο είναι ασχημάτιστο, δύσκολοι καιροί
Τίποτα δεν συμβαίνει. Παράλυση. Είναι λογικό. Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες περιόδους. Ό,τι κινηθεί, όταν κινηθεί, θα είναι σε άλλη κατεύθυνση.
Το σημερινό μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού απέτυχε πρώτο. Το μοντέλο που θέλει την κοινωνική οργάνωση να έχει χώρο μόνο για τους “ταλαντούχους”, τους “καπάτσους”, τους “έξυπνους” και τους “καινοτόμους”, όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου, πτώχευσε πρώτο. Οι μισοί είναι φυλακή και οι υπόλοιποι σε διακανονισμό με τις τράπεζες για να σώσουν τα σπίτια τους.
Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες πρώτα απ΄ όλα μεριμνούν για τους ανυπεράσπιστους. “Καμία χλιδή δεν έχει ούτε ένα ζωντανό αιμοπετάλιο από εκείνα που βρίσκεις “τρεχούμενα” και σε αφθονία μέσα στην αγάπη δυο ανθρώπων. Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει και προσπαθεί να κρατηθεί κανιβαλίζοντας όσους “περισσεύουν”. Μέχρι να αντιστραφεί αυτό, δεν θα υπάρχουν ειδήσεις. Τουλάχιστον όχι καλές.”

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Επί της διαδικασίας


«Ξημερώνει και εγώ ονειρεύομαι: Ω, να γινόταν μια συνεδρίαση ακόμα για να καταργηθούν όλες οι συνεδριάσεις». Δεν άντεξε και έφυγε νωρίς, ο μεγάλος Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι.
Μετά από τόσες συνεδριάσεις, τόσες εκλογικές αναμετρήσεις, τόσες χαμένες ώρες σε ασκήσεις επί χάρτου, κουράστηκα να δίνω εξηγήσεις. «Άμα πρέπει να εξηγείς, το έχεις χάσει το παιγνίδι. Έχει χαθεί εκείνη η μαγική χημεία που ήξερα τι ήθελες πριν το θελήσεις. Που γνώριζες τι σκεφτόμουν πριν το σκεφτώ.  Σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο, στεγνώνει ο λαιμός μας, ανεβαίνει η πίεση και το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Μια τρύπα στο νερό.


Θυμάμαι από τα χρόνια της μεταπολίτευσης εκείνο το περιβόητο «επί της διαδικασίας». Ώρες, μέρες και χρόνια χαμένα για την τήρηση των περιβόητων διαδικασιών. Το αιώνιο πρόβλημα των συνεδριάσεων οι διαδικασίες, αν καταφέρναμε τελικά να συμφωνήσουμε, κάναμε και μια ψιλή κουβέντα για τα βασικά θέματα της ημερήσιας διάταξης.
Πέρασαν τα χρόνια, έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Οι διαδικασίες όμως εκεί σταθερές, εμπόδιο σε κάθε συζήτηση επί της ουσίας. Δεν ξέρω αν είναι μειονέκτημα της δημοκρατίας όλα αυτό το σύμπλεγμα των διαδικασιών, για κείνο που είμαι σίγουρος, ότι με πρόσχημα της τήρησή τους, κρύβεται πολύ υποκρισία. Τηρούμε τις διαδικασίες, έχοντας καβάτζα το αποτέλεσμα, ένα αποτέλεσμα καθορισμένο, σ’ ένα παιγνίδι πέρα για πέρα σικέ.
Ξέρεται πόσοι φελλοί επωφελήθηκαν από τις ευεργετικές συνέπειες διαδικασιών. Ξέρετε, πόσοι ικανοί σήμερα ιδιωτεύουν, που τόλμησαν να τις παραβούν;
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως εκείνες οι ομηρικές μάχες επί της διαδικασίας να ήταν μάχες επί της ουσίας. Οι νικητές της διαδικασίας, ήταν τελικά οι νικητές της ουσίας.
Χωρίς διαδικασίες βέβαια θα ήταν αδύνατη η λειτουργία της δημοκρατίας, για να είναι όμως εντάξει με τον εαυτό της θα πρέπει, να πετάξει και να αντικαταστήσει πολλές απ’ αυτές, που σήμερα κλέβουν χρόνο δημιουργούν αγκυλώσεις και θέτουν φραγμούς στην ελεύθερη έκφραση των πολιτών.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύ λόγος για δημόσια διαβούλευση, για το καλό μας άλλοθι, κάτι δηλαδή σαν εξέλιξη εκείνων των ατερμόνων συνεδριάσεων που στο τέλος οι προτάσεις της εισήγησης της καθοδήγησης, ήταν στην ουσία και αποφάσεις.
«Ξημερώνει και εγώ ονειρεύομαι: Ω, να γινόταν μια συνεδρίαση ακόμα για να καταργηθούν όλες οι συνεδριάσεις».




Σαν σήμερα...

Από κάποια Δευτέρα ξεκίνησα την αφαίρεση στο λόγο. Δευτέρα σήμερα, μη δίνετε σημασία.Επαναφέρω κάποια θυμωμένα κείμενα για να ξεθυμώσω. Πριν 10 χρόνια το παρακάτω, τέτοια εποχή. Έκανε κρύο... σαν σήμερα...
Που να το φανταστώ, όταν πιτσιρικάς στα κομματικά αχτίφ προσπαθούσαμε να βρούμε επιχείρημα εναντίον της τότε ΕΟΚ, εκείνα τα επιχειρήματα σήμερα, απέναντι στην εικόνα της διαλυμένης Ευρώπης, θα φάνταζαν ατράνταχτα. Ακόμα και οι υπεύθυνοι του τομέα διαφώτισης μπροστά στη κυριαρχία του καπιταλισμού και τον επιθανάτιο ρόγχο του «υπαρκτού σοσιαλισμού», κρατούσαν αποστάσεις .
Η Ευρώπη των λαών, αφού μετασχηματίστηκε σε Ευρώπη των αγορών, τώρα καταλήγει σε Ευρώπη της απόγνωσης και του μίσους.
Και δεν φτάνει αυτό, εδώ στην μικρή μας πόλη, ορατότης μηδέν.
Η εικόνα της πολιτικής σ’ αυτό τον τόπο δεν σκιαγραφείτε ούτε με το μαύρο.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας, και ένα ακροατήριο του πόνου.
Για το Λαό ούτε λόγος, την κυριαρχία του την εξαγόρασε με δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Τι να πεις και σε ποιο να τα πεις. Να τρίψω τα χέρια μου από ικανοποίηση επειδή ξέμειναν από αντίπαλο και τσακώνονται μεταξύ τους;

Η λογική της διαχείρισης μόνο μιζέρια αναδύει

“Όλα ένα μέσος όρος. Πώς να αντλήσεις αισιοδοξία από τα καμένα; Τα καμένα χαρτιά δεν ανακυκλώνονται πλέον. Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή υπό τις παρούσες συνθήκες. Η λογική της διαχείρισης και μάλιστα σε περίοδο κρίσης μόνο μιζέρια αναδύει.”
Το έχω γράψει πριν τέσσερα χρόνια επιμένω...
Οι οραματικές θέσεις της αριστεράς σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο, παρατηρούμε σήμερα να έχουν βουλιάξει στην λάσπη της πεπατημένης. Παρασυρμένη από το ρεύμα, της προηγούμενης κατάστασης, στροβιλίζεται με το κεφάλι χαμηλά, χάνοντας κάθε σημείο προσανατολισμού.
Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Θα μπορούσαν αν το όραμα που εκφράστηκε πριν αναλάβει θέσεις ευθύνης , ήταν απαλλαγμένο από σκοπιμότητες. Εν προκειμένω, ο σκοπός ήταν η πάση θυσία εκλογική νίκη. Αν η συνέχεια, ακολουθούσε το δρόμο των προσδοκιών, θα επικροτούσαμε την τακτική, κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε και απέδειξε το προσχηματικό του οράματος. Έλλειπε, πέρα από την φαντασία, αυτό που λέμε “επαναστατικό”, αυτό που λέμε "ριζοσπαστικό" που θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά στις παρούσες δύσκολες συνθήκες.



Το εύλογο ερώτημα είναι, ποίοι είναι αυτοί που πραγματικά μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αυτοί που κατά καιρούς το πέτυχαν, βρίσκονται στο πάνθεον της ιστορίας.
Στις σημερινές διεργασίες, που έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, μπορώ να ξεχωρίσω κάποιους, που από την φύση τους και την ιδιοσυγκρασία τους, δεν μένουν στάσιμοι. Είναι αυτοί, που ο αυθορμητισμός τους, τους οδηγεί σε μια συγκεκριμένη στάση, αποτέλεσμα ιδεαλιστικών κινήτρων. Αυτοί οι πολίτες που δεν τα πάνε καλά με τα μαθηματικά, που στη ζωή τους δεν έμαθαν να υπολογίζουν και να αποβλέπουν, που δεν έμαθαν να συναλλάσσονται και να επιδιώκουν ανταλλάγματα, αυτοί οι "ασταθείς" πολίτες, που διαθέτουν φαντασία και όραμα μπορούν σε μια δεδομένη στιγμή να κάνουν την διαφορά.
Η κοινωνία μας έχει κατακλυσθεί από μέτριους λογιστάκους, κακούς διαχειριστές κοινοχρήστων, φτηνούς διεκδικητές συμφερόντων, ισορροπιστές και γεφυροποιούς, συντηρητικούς και αδέξιους υπαλλήλους της εξουσίας. Μέσα σ’ αυτό το χλωμό τοπίο οι αυτόφωτοι απρόβλεπτοι, ρομαντικοί κρατούν μια σπίθα αναμμένη, που μπορεί όταν δοθεί η ευκαιρία να πυροδοτήσει εξελίξεις που σήμερα φαντάζουν μακρινές.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι του προβληματισμού και της έρευνας, μου μετακινούνται διαρκώς, που είναι συνεχώς ανικανοποίητοι που αυτοσαρκάζονται, που συγκρούονται χωρίς να υπολογίζουν καρέκλες και αξιώματα. Αυτοί οι μόνιμοι ταξιδευτές στην διαρκή αναζήτηση της Ιθάκης, είναι αυτοί που πάντοτε έδιναν και θα δίνουν γεύση στη ζωή μας.

Θα αφαιρέσω τη στιγμή. Θα κρατήσω τη ζωή

Που είχαμε μείνει; Ρωτάμε συνήθως μετά από κάθε διακοπή, και δεν περιμένουμε την απάντηση, γιατί απλούστατα δεν θέλουμε να συνεχίσουμε ...