Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Διαχειριστές της εξουσίας

«Λυπηθείτε τους πολιτικούς», τιτλοφορούσε Γερμανός, φιλόσοφος, άρθρο του. Υποστηρίζει ότι οι πολιτικοί είναι αξιολύπητοι. Κάνουν μια μίζερη και βαρετή ζωή. Υποδύονται ότι ασκούν εξουσία, ενώ στ’ αλήθεια ελάχιστα περνούν πια από το χέρι τους, αφού όλες οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται σε επίπεδο υπερεθνικό ή οικονομικό. Διαχειριστές είναι, δηλαδή, ούτως ή άλλως, οι πολιτικοί στο καιρό της παγκοσμιοποίησης.
Με τέτοιους έχουμε να κάνουμε. Ανώτατοι υπάλληλοι, διαχειριστές, διεκπεραιωτές σχεδίων. Άνθρωποι με δεμένα μάτια και χέρια, που εκτελούν εντολές. Πως να ενσκήψουν , πάνω από τα κοινωνικά προβλήματα, το σχέδιο χαραγμένο επί χάρτου απαιτεί λεπτούς και καθορισμένους χειρισμούς.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, θα πρέπει να δείχνουμε όλη μας την συμπάθεια, προς τους εργάτες εφαρμογής, που έχουν να φέρουν εις πέρας, ένα έργο που τους στερεί την χαρά της δημιουργίας
Οι απαιτήσεις μας θα πρέπει πλέον να περιορισθούν. Δεν κάνουν του κεφαλιού τους, άρα αυτό που θα πρέπει να μας ικανοποιεί, είναι εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν υπάλληλο, ικανότητα, εργατικότητα, γνώση του αντικείμένου εντιμότητα, παραγωγικότητα. Έναν υπάλληλο που μπορεί να φέρει σε πέρας το έργο που έχει αναλάβει, ένα έργο όμως που δεν το καθορίζουν οι ανάγκες της κοινωνίας, αλλά διεθνή κέντρα αποφάσεων.Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από τη σημερινή κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό. Όπως και από την προηγούμενη κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό. Για την αποδοτικότητα τους παίρνουν και μπόνους και οι μομφές που κατά καιρούς εξαπολύονται, ότι είναι διαχειριστές της εξουσίας, είναι η αναγνώριση για την προσπάθεια που καταβάλλουν...

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Χωρίς υπόκυκλους

«Να διαφυλάξουμε τα συμφέροντα μας». Μια συνεχής προτροπή σε όλους τους τόνους, σε όλα τα μήκη και πλάτη, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Συμφέροντα ατομικά, εθνικά, κομματικά, οικονομικά, κερκυραϊκά, οικογενειακά, της εταιρείας της ομάδας, του συλλόγου, του χωριού της γειτονιάς.
Αν ήξερα, ότι θα περνούσα μια ζωή διασφαλίζοντας συμφέροντα, θα την αρνιόμουν. Κύκλοι και υπόκυκλοι. Κύκλοι που εμπεριέχουν αλλά και εμπεριέχονται σε κάποιους άλλους, η ζωή μου σε κάποια περιφέρεια να φυλάει Θερμοπύλες.
Αντικρίζοντας σχηματικά την κατάσταση, σ’ αυτήν την διαρκή της κίνηση, ζαλίζεσαι. Οι αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις ενισχύουν το παρανοϊκό τοπίο. Να κλείσω τα μάτια, ή να αρχίσει τα ανοίγω σύνορα.
Η φυλακή είναι εδώ. Προσπαθώντας να διαφυλάξουμε τα όποια συμφέροντα μας, κτίζουμε τους χώρους διαμονής μας, νοητά κελιά, που στερούνται έξοδο. Τα συμφέροντα μας βρίσκονται έξω από τους κύκλους. Φαντάζομαι τον εαυτό μου, μια απειροελάχιστη κουκίδα στο κέντρο του κύκλου, τρισεκατομμύρια κύκλοι με αγκαλιάζουν θανάσιμα. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στο κέντρο μια απέραντης πεδιάδας με ελεύθερες διαδρομές, χωρίς υπόκυκλους.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Μια τρύπα στη γεωγραφία




Το είχα γράψει με άλλα λόγια τις προάλλες, θα το ξαναγράψω σήμερα, μήπως και αντιληφθούμε επιτέλους το μεγάλο πρόβλημα που μας έχει καθηλώσει σαν τοπική κοινωνία.
Έχουμε την ψευδαίσθηση, ότι αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. Σκιαμαχούμε διαρκώς αγνοώντας τις αιτίες κάθε φορά που δημιουργούν και οξύνουν τα προβλήματα. Τα τοπικά ζητήματα προσλαμβάνουν εθνικό χαρακτήρα. μαζευόμαστε γύρω απ’ αυτά και χορεύουμε τον χορό του πολέμου. Αντίπαλος μας, ποιος άλλος από τον κακό μας εαυτό. Το αποτέλεσμα; Η μακρά κατιούσα πορεία χωρίς ίχνος ελπίδας ανακοπής. Αν ξεμυτίσουμε για λίγο και περάσουμε τα χωρικά μας ύδατα, εκεί απέναντι στην «Εγνατία οδό», ίσως αντιληφθούμε, τα διαφορετικά μεγέθη. Τρομάρα μας. Μια τρύπα στη γεωγραφία ( για να θυμηθούμε και το «Διδυμότειχο μπλουζ») είμαστε.
Γι’ αυτό έγραφα σιγά – σιγά και ταπεινά σε μια παλλαϊκή άμυνα να μαζέψουμε τα συντρίμμια μας από τα κτυπήματα της νέας τάξης πραγμάτων και να κτίσουμε με διάθεση προοδευτική τις νέες συνθήκες διαβίωσης στον τόπο που μας ανήκει.
Το κυκλοφοριακό, η πολεοδόμηση, η καθαριότητα, η τουριστική κρίση, η ανεπάρκεια των υποδομών η εγκατάλειψη των μνημείων, η ανεργία, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η ακρίβεια και η φτώχεια, δεν είναι της αποκλειστικής μας ευθύνης. Η ευθύνη η δική μας βρίσκεται στην έριδα πάνω απ’ αυτά και στην ανυπαρξία κοινής στρατηγικής για τον περιορισμό τους.
………………………………………………………………………………………….
“Γίναμε παλιοσειρές, άλλη εποχή μας ανέθρεψε, η σημερινή μας φτύνει, μας διαψεύδει μας εκτροχιάζει. Επί της ουσίας δεν είμαστε καν παρόντες. Μια ανάμνηση είμαστε. Και μια ρωγμή. Στον καθρέπτη του χρόνου.”
………………………………………………………………………………………… Η ευθύνη μας, περιορίζεται στην αδυναμία μας να επιτύχουμε την πολυπόθητη κοινωνική συνοχή. Αυτή επί του παρόντος μπορεί να περιορίσει την ισοπέδωση. Και εμείς οι τυχεροί που ζήσαμε τις εμπειρίες μιας άλλης εποχής και ζούμε στο ξέφρενο ρυθμό του σήμερα, μας έμεινε η υπομονή για να αμυνθούμε.


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Τι φταίει το άλογο




Το πόσες χριστοπαναγίες άκουσα από διερχόμενους οδηγούς, που είχαν την ατυχία να βρεθούν πίσω από μια άμαξα γύρω στις δέκα το βράδυ, στο κέντρο της πόλης, δεν περιγράφεται.
Μια βόλτα με την άμαξα στην δεκαετία του 60, στους άδειους δρόμους από αυτοκίνητα, είχε την αξία της. Με τις αυθεντικές άμαξες και τους αυθεντικούς αμαξάδες, αυτούς που απαθανάτισε, ο ελληνικός κινηματογράφος με την Βλαχοπούλου και την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι απαράδεκτο απ’ όλες τις πλευρές, απορώ πως δεν έχουν διαμαρτυρηθεί φιλοζωικές οργανώσεις για την ταλαιπωρία και για το κίνδυνο που διατρέχουν τα ζώα, αλλά και οι αρμόδιοι φορείς για την ταλαιπωρία των οδηγών.
Σ’ αυτήν την πόλη δεν μπορείς να κυκλοφορείς με ποδήλατο με άμαξα ή με πατίνι η με τρενάκι. Να το πάρουμε απόφαση. Μόνο αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες επιτρέπονται.
Αλλά για να επανέλθουμε. Αν θέλουμε τις άμαξες, αυτές τέλος πάντων τις άμαξες που έχουμε, θα πρέπει να καθορισθεί ειδική διαδρομή και ειδική λουρίδα κυκλοφορίας. Αυτή η ταλαιπωρία και αυτό το απαράδεκτο θέαμα ούτε σε τριτοκοσμικές χώρες, με τις καμήλες και τους ελέφαντες δεν συμβαίνει.
Τι φταίνε τα άλογα; Φανταζόσαστε να έδειχναν και αυτά τέτοια συμπεριφορά όπως οι εκνευρισμένοι οδηγοί που όταν βρουν χώρο, έστω και ίσα ίσα τσιτώνουν τα γκάζια για να προσπεράσουν; Φανταζόσαστε να αφηνιάσει κάποια στιγμή το άλογο και να αρχίσει το ποδοβολητό τι έχει να γίνει;
Δεν χρειάζεται παραπέρα επιχειρηματολογία, όλοι λίγο πολύ έχετε βρεθεί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα της ντροπής. Δυστυχώς έχει υπερισχύσει η νοσταλγία και πνίγεται η αγανάκτηση και η διαμαρτυρία. Αυτό μέχρι που να συμβεί το κακό.






Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Χωρίς προορισμό




Πρώτη εργάσιμη Αυγούστου. Περπάτησα στο κέντρο της πόλης. Κόλαση. Που πάνε όλοι αυτοί;
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.
διαβάζοντας την τελευταία σελίδα αριστερά της ελευθεροτυπίας (2 – 8 – 2008) το άρθρο του συμπατριώτη μας Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. Είμαστε από τους τυχερούς απ’ αυτούς, που μπορούμε ακόμα να μην φεύγουμε για το πουθενά, . που την στάση την κάνουμε κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Παρηγορηθείτε:
Στη γλώσσα του σώματος χρωστάμε συμπεράσματα εκατό τοις εκατό αδιάψευστα, μεταξύ των οποίων και η διάγνωση του πανικού κατά τη μετακίνηση των πληθυσμών από τις πόλεις προς τα θέρετρα, όταν δίνεται το πράσινο φως για τις λεγόμενες διακοπές, με ορόσημο την παραδοσιακή 1η Αυγούστου, οπότε τα λιμάνια και τα αεροδρόμια κυριεύονται δι' εφόδου.ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ, οι σκηνές μαζικής αλλοφροσύνης που ξετυλίγονται στις προβλήτες του Πειραιά ή στα διόδια της Εθνικής περιγράφουν την απώλεια εκείνου που συνιστούσε κάποτε το κίνητρο για την καλοκαιρινή έξοδο και που δεν ήταν παρά το όνειρο ενός ιδεώδους προορισμού. Ομολογουμένως, το πλεονέκτημα μιας τέτοιας ευτυχισμένης επιθυμίας έπαψε να ισχύει γύρω στις αρχές τις δεκαετίας του '90. Εκτοτε, όπου κι αν κατευθύνεσαι, η ματαιότητα της επιστροφής καραδοκεί.ΣΑΝ ΝΑ λέμε ότι μέχρι πριν από είκοσι χρόνια, για όσους το θυμούνται, οι άνθρωποι πηγαίναμε όντως κάπου, κι αυτό γινόταν φανερό στις χειρονομίες μας, στις εκφράσεις των προσώπων και στην εντύπωση, επίσης, μιας ραθυμίας ή σιγουριάς που ερχόταν από προγενέστερες εποχές, λιγότερο αγχώδεις και πιο εγκάρδιες. Μας συνόδευε η ευεξία ενός αγαθού που έμοιαζε με ευρύτητα ψυχής και που το συντηρούσε η προσμονή της εκπλήρωσης οριακών συναισθηματικών υποσχέσεων, κάτι που ενθάρρυνε την έλξη για παραδείσιους τόπους με των οποίων την ηλιόλουστη φιλοξενία ο καθένας μας ερωτοτροπούσε νοερά απ' όταν ήταν παιδί. Τέλος, μας ενέπνεε η δυνατότητα να παραμείνουμε άνθρωποι μέσα σ' έναν συνωστισμό που, όχι σπάνια, αποδεικνυόταν συναρπαστικός. Η εξημέρωση των αντιθέσεων που συνέδεαν τον χρόνο της πόλης μ' εκείνον της υπαίθρου είχε ανατεθεί στους θεούς και στον αέρα αντηχούσε η ελπίδα ενός εικοσαήμερου που θα συγκρινόταν με την αιωνιότητα. ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ, σήμερα, δεν πηγαίνουμε κάπου αλλ' απλώς φεύγουμε από κάπου, συγκεκριμένα από εκεί όπου η ζωή κατέληξε αφόρητη. Η φυγή προς το πουθενά προδίδει τις συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που την προκάλεσαν, ενώ μια τυφλή και σχεδόν μοχθηρή νευρικότητα κορυφώνεται με την αναβίωση επεισοδίων από την εκκένωση της Ανατολικής Πρωσίας το 1944, εν όψει της εισβολής του σοβιετικού στρατού. Η απελπισία των οδηγών που σχηματίζουν ουρές με σπασμωδικές μανούβρες και κορνάροντας είναι μάρτυρας της ασφυξίας που απειλεί το λεκανοπέδιο. Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.

Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...