Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Η εκδίκηση του χρόνου

Για τα παιγνίδια του χρόνου ο λόγος και η στήλη θα φιλοξενήσει ένα διήγημα του γιου μου, που γράφτηκε πριν 11 χρόνια με αφορμή ένα διαγωνισμό διηγήματος που έκανε η ΔΗΜΟΠ. Στηρίζεται σε πραγματική ιστορία. Η δική μου συμμετοχή βοηθητική

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα.
Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στο δικό του κόσμο, έναν κόσμο που τον αντάμωσε στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Νεράιδες, ξωτικά και αερικά, Ίσκιοι Μώροι και Tζαμώροι, βρικόλακες, διαβόλοι και τριβόλοι, πλάσματα του καλού και του κακού, αποτελούσαν πλέον μέλη της οικογένειάς του.
Τα σπίτια του χωριού, εκτεθειμένα στους αέρηδες, νοιώθουν τα καιρικά φαινόμενα βαθιά στο πετσί τους. Στην ύπαιθρο ο χειμώνας είναι πιο σκληρός από τον χειμώνα της πόλης.
Έφυγαν και οι τελευταίοι θαμώνες από το καφενείο της πλατείας, ο κυρ Σπύρος όμως δεν ένοιωθε μόνος. Στον δικό του κόσμο είχε τους φίλους του, τον προστάτευαν και τους προστάτευε. Αερικό και αυτός, ήρωας μέσα στους ήρωες της φαντασίας του, θα συνέχιζε τις σκοτεινές επιτόπιες διαδρομές του, χωρίς να λογαριάζει τον χρόνο…


Εκείνο το βράδυ, σπάνιο για την περιοχή, η υγρασία δεν επισκέφτηκε το χωριό. Ο κυρ Σπύρος έβαλε όρο στη «Μπρίσκουλα». «Άλλη μια στροφή», είπε, «αύριο θα σηκωθώ στις 5». Μετά και την τελευταία στροφή, έφυγε βιαστικά για το σπίτι του. Το πρωινό λεωφορείο, που θα τον πήγαινε στην πόλη – δούλευε στη σακουλοποιία του «Δεσύλλα» – έφευγε στις 7. Δύο ώρες ήταν αρκετές για να ικανοποιήσει το πάθος του, μανιώδης κυνηγός, έπρεπε να δώσει παρουσία, σχεδόν κάθε πρωί στο «κατέβασμα» της μπεκάτσας.
Με το πρώτο «ντριν» του ρολογιού, πετάχτηκε από τον καναπέ της
κουζίνας και με νυσταγμένες κινήσεις φορτώθηκε την δίκανη «μπερέτα» του, ζώστηκε τη φυσιγγιοθήκη και ανηφόρησε στον απέναντι λόφο. Τέτοιο ήταν το πάθος του, που ακόμα και την συνήθεια του πρωινού καφέ την είχε μεταθέσει για τον γυρισμό.
Το φεγγάρι είχε πάρει επίκαιρη θέση, ολόγιομο και ζωντανό, θαρρείς πως είχε βγει ο ήλιος. Ο καθαρός καιρός αναδείκνυε όλη την λαμπρότητα του. Πέρασε τον τράφο περπατώντας με όλη εκείνη την συνωμοτικότητα που χαρακτηρίζει τα βήματα του κυνηγού, και βρέθηκε στην απέναντι πλαγιά. Οι πυκνοφυτεμένες κερκυραϊκές ελιές σκέπαζαν τον ουρανό, σχηματίζοντας ένα νοητό τόξο προστασίας. Προορισμός του η «Βίγκλα», εκεί ήταν το πόστο του. Δύο διαλεγμένες πέτρες στην γέρικη ρίζα μιας ελιάς τον περίμεναν κάθε πρωί, γύρω τους αποτσίγαρα και αδειανά φυσίγγια.
Η νύχτα ήταν κρύα, όσο όμως περπατούσε δεν το ένοιωθε. Ο ξηρός καιρός ήταν δώρο θεού σε μια περιοχή που μούλιαζε στην υγρασία. Αυτήν τη διαδρομή την έκανε από μικρό παιδί, μπορούσε και με κλειστά τα μάτια να φτάσει στον προορισμό του.

Εκατό μέτρα από το πόστο του, κοντοστάθηκε. Μία πελώρια ομπρέλα σκέπασε τον ουρανό. Τη γαλήνη της νύχτας τάραξε ένας παρατεταμένος κρότος, που όμοιο του δεν είχε ξανακούσει. Η παλιά φιλαρμονική σε πλήρη σύνθεση, ο θόρυβος της μπεκάτσας, μοναχικό βιολί μπροστά του. Δύο τεράστια φτερά άνοιξαν και έκλεισαν, φέρνοντας στο νου του τον Νουρέγιεφ, όταν μεσουρανούσε. Σταυροκοπήθηκε σαστισμένος. Στα χρόνια που κυνηγάει δεν είχε αντικρίσει ποτέ του τέτοιο θέαμα. Ένα τεράστιο πουλί, βγαλμένο από τα παιδικά παραμύθια, κάτι σαν αετός, φαίνεται κουράστηκε σε κείνο το κλωνάρι και άλλαξε θέση.
Ακόμη και στις πιο άγριες περιοχές του νησιού, σπάνια έκαναν την εμφάνισή τους τέτοιου είδους πουλιά. Ο κυρ Σπύρος, δεν μπόρεσε να πιστέψει στα μάτια του. Τα γεράκια, που μέχρι εκείνη την στιγμή, δέσποζαν βαλσαμωμένα σε εμφανή σημεία των σαλονιών των δεινών κυνηγών του χωριού, έμοιαζαν ασήμαντα μπροστά στην μεγαλοπρέπεια του δικού του αντιπάλου. Ανάμεσα στα κλαδιά τώρα ξεχώριζε ένας σκοτεινό όγκος, σε σχετικά μικρή απόσταση από το σημείο που ήταν αποσβολωμένος.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ, άλλωστε, το ένστικτο είναι εκείνο που μετράει, σ’ έναν δεινό κυνηγό. Έβαλε τα μονόβολα φυσίγγια στην μπερέτα του – τα είχε μαζί του μήπως και πέσει πάνω σε αγριογούρουνο, που είχε ρίξει ο κυνηγετικός σύλλογος στην περιοχή – δεν χρειάστηκε να σημαδέψει; και ένας αρχάριος θα μπορούσε να πετύχει διάνα. Του έριξε δύο «σμπάρα».
Ο θόρυβος που ακολούθησε κατά την διάρκεια της πτώσης, ήταν τα πιο ευτυχισμένα δευτερόλεπτα της κυνηγητικής του πορείας. Τα φτερά του μπερδεύτηκαν στα κλαδιά της ελιάς, το βάρος όμως ήταν μεγάλο και ακολούθησε την φυσική του διαδρομή. Το πουλί λαβωμένο, αλλά με πολλές δυνάμεις κυλίστηκε στο έδαφος. Δεν μπορούσε να πετάξει μακριά. Περπατούσε και πετούσε πάνω στα δίκτυα ελαιοσυλογής, περισσότερο με εκείνες τις δυνάμεις, που κρύβει ο κάθε ζωντανός οργανισμός όταν έρθει η δύσκολη στιγμή.
Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας», μεθυσμένος από το πάθος του, συνέχισε να γεμίζει το όπλο του και να ρίχνει. Αυτός και το τεράστιο πουλί σε μια μάχη άνιση. Ο κυνηγός όμως δεν μπορεί να σκεφτεί εκείνη την στιγμή. Το μυαλό του κάνει μηχανικά τις απαραίτητες κινήσεις, που χρόνια τώρα έχουν αποθηκευτεί στην μνήμη του, όπως του οδηγού που πατάει φρένο ή γκάζι ή συμπλέκτη.
Η τελευταία επαφή μια λυπημένη, θολή ματιά του θηράματος. Αυτός όμως ήταν εν βρασμώ ψυχής έτσι η λύπη δεν μπορούσε να τον αγγίξει, συνέχισε να ρίχνει. Για να ολοκληρώσει το έργο ξόδεψε πάνω από δέκα τουφεκιές. Το πουλί τσακισμένο από τα σκάγια, παράτησε κάθε μορφή αντίστασης. Περίμενε ανήμπορο τη χαριστική βολή. Από απόσταση αναπνοής δέχτηκε και το τελευταίο χτύπημα. Τα πόδια του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή το κρατούσαν περήφανο σε όλη την διάρκεια της μάχης, δεν άντεξαν. Για πρώτη φορά και τελευταία βλέπει τον κόσμο από κάτω, είχε συνηθίσει βλέπετε να καμαρώνει επάνω στις απάτητες ψηλές κορφές.
Ο κυρ Σπύρος πλησίασε διστακτικά, ακόμα και νεκρό ένα τέτοιο πουλί σου προκαλεί δέος. Άπλωνε και δεν άπλωνε το χέρι του, δεν είχε πιστέψει ότι ήταν αυτός ο νικητής. Όταν δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία, έκανε την αποφασιστική κίνηση. Ακριβώς εκείνη την στιγμή μια αστραπή, έκανε την νύχτα μέρα, φανερώνοντας όλο το μεγαλείο του ηττημένου. Ο κυρ Σπύρος τραβήχτηκε. Ακολούθησε μία από κείνες τις βροντές που όσες φορές και αν τις ακούσεις, πάντα σε τρομάζουν. Ο τρόμος, ήρθε μαζί με κάποιες ενοχές, που παρότι είχε τις δικαιολογίες εκείνη την στιγμή δεν μπόρεσε να τις εμποδίσει.

Οι πρώτες βρόχινες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν κατακόρυφα, δευτερόλεπτα απέμεναν για να ξεσπάσει η μπόρα. Αποκαμωμένος από την μάχη, και με το πάθος εξασθενημένο μαζί με τα υδάτινα χαστούκια δεκάδες ερωτηματικά του τρυπούσαν τον εγκέφαλο. Οι ιστορίες της γιαγιάς του, ανασύρθηκαν από τα συρτάρια της μνήμης του. «Ενόχλησα τον Θεό ή τον διάβολο;» ψιθύρισε «ποιος να το έστειλε ετούτο το παράξενο πουλί;»

Οι παιδικές δοξασίες ξαναζωντάνεψαν μέσα του. Ο Μώρος και ο Τζαμώρος που ήταν κλειδωμένοι στο μεγάλο κατώι του «Μπογιάγου», τα αερικά και τα ξωτικά, οι Ίσκιοι και οι Νεράιδες, ήταν εκεί και τον περιτριγύριζαν.
Η μανία του για το κυνήγι, ετούτη τη φορά δεν του βγήκε σε καλό. Σήκωσε το τεράστιο πουλί, και έτρεξε στο καλύβι του «Ντούγια» που ήταν λίγο πιο κάτω. Η βροχή είχε δυναμώσει. Παρέα τώρα με το μεγάλο του κατόρθωμα περίμενε να κοπάσει λίγο, για να επιστρέψει στο χωριό. Τις κακές σκέψεις που του βασάνισαν για λίγο το μυαλό τις διαδέχτηκε μια έντονη ανυπομονησία, βιαζόταν να πάει στο καφενείο του «Μαντούκη», που ανοίγει πρώτο για τους πρωινούς καφέδες, να διηγηθεί την περιπέτεια του και να δείξει με καμάρι το σπουδαίο κυνήγι του.
«Μπόρα ήταν και πέρασε», έδιωξε τους παιδικούς φόβους, και καμάρωνε πλέον για το κατόρθωμα του. Θα το βαλσάμωνε για να του θυμίζει εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές της δράσης του.
Η επιστροφή ήταν κουραστική. Το βρεγμένο πουλί έγινε ασήκωτο. Πέρασε «τα μαρτύρια του Χριστού» μέχρι να φτάσει στην πλατεία».
Το χωριό ακόμα κοιμόταν και το καφενείο δεν είχε ανοίξει. Παραξενεύτηκε . «Θα συμβαίνει κάτι στον καφετζή», σκέφτηκε. Κάθισε σε ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας και περίμενε την αυγή να ξεπροβάλει από το λιβάδι του «Ρόπα» που απλώνονταν μπροστά του. Άναψε ένα τσιγάρο, άναψε δεύτερο, μα η αυγή εκείνη την ημέρα δεν είχε σκοπό να βγει. Ούτε και ο εργάτες έκανα την εμφάνιση τους. Παράξενο. Το χωριό λες και είχε πεθάνει. Λες και μόνος αυτός με το σκοτωμένο του αετό (αυτό ήθελε να πιστεύει ότι ήταν, δεν είχε ξαναδεί αετό) ήταν σε εκείνο το μέρος. Κοίταξε το πουλί και το χάιδεψε. Αυτή τη στιγμή της ερημιά του θα προτιμούσε να είναι ζωντανό.
Με βιαστικά βήματα κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Το σκοτάδι και η ησυχία βασίλευαν. Λίγο πριν φτάσει στην εξώπορτα, η αγωνιώδης κραυγή από ένα νυχτοπούλι, που είχε την φωλιά του στο ερειπωμένο διπλανό τριώροφο, του επανέφερε όλες εκείνες τις κακές σκέψεις. Θανατοπούλι το λένε στο χωριό και καλό είναι να μην τ’ ακούσεις.
Επιτέλους έφτασε στο σπίτι του. Άναψε βιαστικά τα φώτα. Ο κούκος του ρολογιού στο σαλόνι, πρέπει να έχει τρελαθεί. «Χάλασε και αυτό» είπε, τρεις φορές κελάηδησε. Πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ. Το ξυπνητήρι! «Δεν μπορεί να χάλασε και αυτό». 3 ακριβώς! Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του. Όλα αυτά του συνέβησαν τα βαθιά μεσάνυχτα. Όλα αυτά σε ώρες απαγορευμένες για τις συνήθειες του χωριού.
Ποιος ήταν αυτός, που του οδήγησε το χέρι και έβαλε λάθος ώρα στο ξυπνητήρι; Ποιος τον οδήγησε στην ερημιά τα μεσάνυχτα; Γιατί ξέχασε το ρολόι του; Γιατί βρέθηκε στο δρόμο του αυτό το παράξενο πουλί. Γιατί την στιγμή που το άγγιξε έγινε χαλασμός κόσμου, ενώ ο καιρός όταν ξεκίνησε δεν προμήνυε τέτοια εξέλιξη;
Θέλει πολύ ο άνθρωπος να τρελαθεί;
Την άλλη μέρα ο κυρ Σπύρος έτρεξε στα μοναστήρια του χωριού, άναψε κεριά και κανδήλια, έκανε τάματα, μα τις συμπτώσεις δεν μπόρεσε ποτέ να τις κατανοήσει.
Τώρα στις σκοτεινές επιτόπιες διαδρομές του, τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, παρέα με τα παράλογα όνειρά του και τον αετό βαλσαμωμένο να δεσπόζει στο σαλόνι του σπιτιού του, πάνω από τα εικονίσματα και να έχει γίνει ο κύριος ο Θεός του, περνάει το υπόλοιπο του βίου του, δίνοντας ένα διαφορετικό χρώμα στην μονότονη ζωή του χωριού. Ότι συμβαίνει γι΄ αυτόν έχει μια εξήγηση. Μια εξήγηση που δεν την αναζητάει μέσα από την πραγματικότητα, αλλά την ψάχνει στο σκοτάδι, στις υπερφυσικές δυνάμεις, που καθορίζουν πλέον την ζωή του…

Αρμένης Νίκος
Μαθητής Λυκείου

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Το πρώτο του 10

Να ζήσουμε καλά, όχι καλύτερα, υποστηρίζει ο Έβο Μοράλες. Το να ζεις καλύτερα, σημαίνει ότι εκμεταλλεύεσαι ανθρώπινα όντα. Ότι λεηλατείς τους φυσικούς πόρους. Είναι εγωισμός και ατομικισμός. Σε αυτές τις υποσχέσεις του καπιταλισμού, δεν υπάρχει αλληλεγγύη, αλληλοσυμπλήρωση ή αμοιβαιότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προσπαθούμε να σκεφτούμε τρόπους, προκειμένου να ζούμε καλά, όχι καλύτερα. Το να ζεις καλύτερα είναι πάντα εις βάρος κάποιου άλλου. Το να ζεις καλύτερα οδηγεί στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Να ζήσουμε καλά η συλλογική ευχή. Να συνεχίσουμε το ταξίδι, όχι το μοναχικό, να κάνουμε παρέες, να ζήσουμε καλύτερα όλοι μαζί. «Μαζί ανοίγουμε, μαζί τον κλείνουμε τον χρόνο» έγραψε η Ελένη Γκίκα κάποια περασμένη πρωτοχρονιά…
Χορός με την σκιά μου, καθημερινός
Χωρίς εσένα
ούτε χορός
ούτε εαυτός
ένα άδειο σακί, μονάχα
σε μιαν έρημο
Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω
για να ζήσω’
να πω ότι έζησα κάποτε
και τώρα σε θυμάμαι
κι είναι σα να ‘σαι εδώ
Είσαι εδώ’
για να ανοίξουμε μαζί
κι αυτό τον χρόνο.
μπουκάλι
στον αιώνιο ωκεανό.
Μαζί θα ταξιδεύουμε…

Να ζήσουμε καλά, όχι καλύτερα, μαζί να ταξιδεύουμε όλοι μαζί. Και για μας που μεγαλώσαμε και αρχίζουν τα πόδια μας να διαμαρτύρονται στην κατηφόρα, από την συνομήλικη, του ραδιοφώνου, ένα τελευταίο για το ταξίδι… «Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν, πειρατές επιπόλαιοι, χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στο χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος ! Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και χει το ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή, άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρο σου. Αμέσως. Και που είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πως το κρατάς ακόμα κόκκινο;»

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...