Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα έξω μακριά.




«Η ζωή μου είναι μια διαρκής παρουσία σε ένα ανοιχτό  παράθυρο», έγραφα την περασμένη εβδομάδα.  Απ΄ αυτή τη θέση ζω την αλήθεια που με απελευθερώνει.  Την ελευθέρια που σας έλεγα,  τη συνάντησα.
Έχουν παραλήπτη τα γραπτά;  Έχουν ανθρώπους που μας προσέχουν, οι άλλοι, οι άγνωστοι αναγνώστες, όταν θα αποκτήσουν ονοματεπώνυμο στα μάτια των αποστολέων, τότε και μόνο τότε θα γίνουνε συνένοχοι…
Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς, που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Έτσι συναντιούνται οι άνθρωποι,  μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο, μέσα από ένα κείμενο που μας άγγιξε και μας έκανε συνένοχους, όπως το παρακάτω:     
«Εκεί. Επιμένει. Ακόμη και σε γκρίζους διαδρόμους, πάνω από πατώματα με παλιό μωσαϊκό, περιτριγυρισμένο από τοίχους με μούχλα, το παράθυρο επιμένει να στέκει ανοιχτό. Ευτυχώς. Η ζωή που ζούμε και η ζωή που θέλουμε. Η ζωή μέσα απ' το παράθυρο και η ζωή έξω απ' αυτό. 
Μίζεροι όσοι δεν τ' άνοιξαν τα παράθυρα της ζωής τους, όσοι δεν έστειλαν το βλέμμα μακριά. Το εφήμερο έτσι κι αλλιώς το ξέρουμε, μοναδικοί απ' όλα τα ζώα του κόσμου, έχουμε επίγνωση του τέλους.  Αν δεν ονειρευτούμε, αν δεν στείλουμε το βλέμμα μακριά, έξω απ’ τους τοίχους και τα όρια, τι;
Ξέρεις πού είδα το μεγαλύτερο παράθυρο του κόσμου; Εξήντα μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της γης, στα ανθρακωρυχεία της Βόρειας Αγγλίας. Τεράστιο. Πώς αλλιώς θα συνέχιζαν να εργάζονται χωρίς αυτό το νοητό παράθυρο, οι εργάτες εκείνοι;

Ξυπνούσαν πριν το ξημέρωμα, ίδρωναν μέσα στη σκαμμένη γη μέχρι το βράδυ και τον ήλιο δεν τον αντίκριζαν ποτέ. Δούλευαν από 7 χρονών, κοιμόντουσαν σε κουκέτες, έξι, οχτώ άτομα μαζί και στα τριάντα πέντε πέθαιναν. Γιατί συνέχιζαν να ζουν; Είδα τα μεταλλικά τους πιάτα και κάτι στραβά λάτινα κουταλοπήρουνα με τα οποία έτρωγαν. Τις καφέ- γκρι σκληρές κουβέρτες τους, τα βαριά τους πανοφώρια. Όλα φθαρμένα, αντικείμενα ανθρώπων που απλά επιβίωναν. Γιατί συνέχιζαν να ζουν αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί υπήρχε το μεγάλο ανοιχτό παράθυρο έξω απ’ το οποίο ταξίδευαν ακόμη και κατά τη διάρκεια της δωδεκάωρης καθημερινής εργασίας τους στα έγκατα της γης.  
Γιατί από εκείνο το παράθυρο έβλεπαν τη γυναίκα, ένα θηλυκό μωρό που δεν θα κατέληγε στο ανθρακωρυχείο, όπως οι γιοι τους, τα ζεστά της στήθη, ένα ζεστό κοτόπουλο, ή μια Κυριακή με ήλιο. Για φαντάσου, μια Κυριακή με ήλιο, πού, στην Αγγλία! Και ήρθε εκείνη η Κυριακή με τις κοινωνικές επαναστάσεις και τα εργατικά κινήματα.
Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα έξω απ’ το παράθυρο, μακριά. Δεν είσαι μόνος σου. Υπάρχουν κι άλλοι, κοντά και μακριά, σαν εσένα. Κοίτα πίσω πόσοι πείνασαν, πόσοι βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, κρύωσαν. Κοιτούσαν όμως μακριά. Έτσι κρατήθηκαν. Η ανθρωπότητα πέρασε μεσαίωνα. Κι ύστερα έφτασε στο φεγγάρι. Με εκείνες τις ματιές έξω απ’ τα μεγάλα παράθυρα το κατάφερε. Μόνον έτσι.
Οι ματιές είναι καλύτερες όταν χωράνε πολλούς. Τι να το κάνεις τ’ όνειρο για έναν; Τουλάχιστον δύο απαιτεί το ταξίδι. Στις μεγάλες μάχες, στους πολέμους, στις κρίσεις σαν σήμερα, απαιτεί πολλούς. Πολλούς ανθρώπους, αληθινούς που σηκώνουν ξένα κι άδικα βάρη. Νά ‘ναι τ’ όνειρο σου το να προσπαθήσεις γι’ αυτούς μαζί και για σένα και να βλέπεις τις ζωές σας αλλιώς με το φως που θα σε λούζει απ’ το μεγάλο σου παράθυρο. Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα έξω μακριά, θα δεις να σε περιμένει το όνειρο με χέρια ανοιχτά και θα βρεις χώρο να τρυπώσεις.





Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα, ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μας




Πολύ αστυνομία σήμερα στους δρόμους της πόλης. Ξέχασα, υπήρχε ο φόβος μην θυμηθούμε τον Δεκέμβρη του 2008,  τότε που ξεσηκώθηκαν οι έφηβοι για την δολοφονία, σαν σήμερα, ενός συμμαθητή  τους.  Και ο φόβος σήμερα είναι  μεγαλύτερος, γιατί μαζί με τους εφήβους, θα πάνε και οι γέροι και οι άνεργοι και ο λαός,  ολόκληρος, ο εξαθλιωμένος και  ο πολύ πολύ θυμωμένος.   Ο Λαός που τότε δεν ακολούθησε τα παιδιά και σήμερα ζει αυτά που επακολούθησαν.  Στην επιστολή των  φίλων του δολοφονημένου Αλέξη, μεταξύ των άλλων, έλεγαν τότε στους μεγαλύτερους:    
Κάνουμε όνειρα μη σκοτώνετε τα όνειρά μας!
Έχουμε ορμή μη σκοτώνετε την ορμή μας.
ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ!
Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς.
Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα», παχύνατε, καραφλιάσατε, ΞΕΧΑΣΑΤΕ!
Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε.
Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους.
ΜΑΤΑΙΑ!
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε.
Δεν φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε!
Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Υ.Γ. Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα, ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μας

Εκείνα  τα παιδιά, που δεν πρόλαβαν να τους ελέγξουν το μυαλά, σήκωσαν πολλούς από τους καναπέδες,  δημιουργούντας  αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Αλέξης έγινε Σύμβολο της Νεολαίας. Ο Δεκέμβρης του 2008, ήρθε ύστερα από σαράντα χρόνια, από το Μάη του 1968 να συμβολίσει την αντίσταση, να δημιουργήσει προϋποθέσεις, να πάψουμε να είμαστε παθητικοί δέκτες, βουτηγμένοι στις πολυθρόνες και στην αποχαύνωση. Το έγκλημα ήταν προδιαγεγραμμένο. Κι εμείς όλοι συνένοχοι, αφήσαμε μια γενιά να βιώνει σαν εφιάλτη το μέλλον της. Αφήσαμε πολιτικούς, παπάδες, τραπεζίτες, εργολάβους, καναλάρχες και «δημοσιογράφους», να κάνουν παιγνίδι, στις πλάτες μας. Αφήσαμε την διαπλοκή να γίνει τρόπος ζωής. Παντού κλεψιά, αυθάδεια, αλαζονεία, μέσο, ψέμα, τηλεόραση που καλύπτει κραυγάζοντας. Τι κάναμε; Παρακολουθούσαμε αμήχανοι και άβουλοι.
Βλέποντας αυτά τα παιδιά   σκέφτομαι, όση καταστροφή και αν πίνουμε, δεν τέλειωσε ο κόσμος. Απέναντι μας γίνονται οι καθρέπτες που αποφεύγουμε, γίνονται η αντανάκλαση της νεότητας μας. Μας ανακαλούν στην τάξη των αισθημάτων, που πέρασαν πίσω από τις υποχρεώσεις. Γίνονται οι τύψες και η μετάνοια μας συγχρόνως.
Τέσσερα   χρόνια πέρασαν από την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και τη μεγαλειώδη εξέγερση των νέων. «Ο Δεκέμβρης 2008 ήταν μια συλλογική κατάθεση ονείρων και ιδανικών, μιας ολόκληρης γενιάς. Μπορεί να μην έδωσε απαντήσεις, έδειξε όμως το δρόμο. Τα πράγματα στη χώρα χειροτέρεψαν, οι αιτίες που προκάλεσαν το ξεσηκωμό, γιγαντώνονται. Ο Αλέξανδρος σηματοδότησε το υποσχόμενο Νέο, που δολοφονείται από τη διαφθορά και τον κυνισμό του Παλαιού. Εκεί ακριβώς, στο οδυνηρό μεταίχμιο, στεκόμαστε τώρα». Έγραφε ο Νίκος Ξυδάκης «Πίσω μας σωρεύονται ερείπια και σκάνδαλα, αποκαϊδια παρακμής. Μπροστά μας ανοίγεται η έρημος του πραγματικού, στρωμένη με φτώχεια και δυσχέρεια. Κι εμείς, στο χείλος, στο δυσοίωνο πέρασμα, σαστισμένοι και απαράσκευοι…» 
Ο Δεκέμβρης   του 2008 ήταν η σπίθα, η φωτιά... να δούμε πότε...

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Χιόνι όμως ...Λειώνει



Θα συνεχίσουμε… Όχι από εκεί που μείναμε, αυτή η ιστορία δεν έχει στάσεις,  δεν κάνει διαλείμματα,  λειτουργεί όσο και η ζωή, όσο και η καρδιά. Άντε λίγο πιο γρήγορα, λίγο πιο αργά, λειτουργεί όμως. Μια φορά να  σταματήσει,  θα είναι η πρώτη. Και η τελευταία.     
Χρειάζομαι και άλλες λέξεις,  όσο και να συμπυκνώνω δεν  αρκούν.  Μπορεί το παράπονο να  τα σκέπασε όλα, μπορεί να τα πλάκωσε  με  δέκα μέτρα χιόνι, χιόνι όμως, λειώνει. Κάποια στιγμή  έρχεται ο εαυτός μου, εκείνος ο αυστηρός,  γυμνός από δικαιολογίας   και ζητάει τα άδικα του.  Απελευθερωμένος από το βάρος, με το «Εγώ» να έχει γίνει χαλκομανία, τον στήνει στα δέκα μέτρα και τον πυροβολεί, τον άλλον, εκείνον τον  οπλισμένο με παράπονο,   τον θριαμβευτή της πρώτης μάχης, τον  καλά κρυμμένο στα βάθη της μοναξιά του.  «Ο πιο καλός μου φίλος κι ο πιο κακός εχθρός μου είναι ο εαυτός μου»
Φίλος και εχθρός σε μια αέναη σύγκρουση, με την υπερβολή να θριαμβεύει. Επιστρέφουμε... Στα όνειρα μου πέτυχα τα πάντα. Η ζωή μου είναι μια διαρκής παρουσία σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο, δεν θα μπορούσα να την περάσω χωρίς την υπόσχεση μιας άλλης. Εντάχτηκα σε μια κοινωνία και έμαθα τους κανόνες. Το πλήρωσα.
 
Κρατούσα μόνιμα μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, ποτέ μου δεν αντιλήφθηκα την κρυφή μου αδιαφορία. Παίζοντας το κεφάλι μου κορώνα γράμματα, αρνήθηκα να δω της ζωής το απαιτούμενο κουράγιο. Φοβόμουν για το τέλος και το προκαλούσα. Θλιβόμουν με το χάλι της κοινωνίας και το απέρριπτα. Τρόμαζα τη μοναξιά και την ακολουθούσα. Αναζητούσα το νόημα της ύπαρξης μου και τα αρνιούμουνα όλα. Αγνόησα τη δύναμη της ευαισθησίας και όλα τα καλά πέρασα ξώδερμα, ο έρωτας, η αλήθεια, το όνειρο, η ελπίδα, η παιδική αθωότητα. Ο εαυτός μου φοβισμένος είχε κουρνιάξει κάτω από το κοινωνικό ένδυμα.
Τώρα ζω την αλήθεια, που με απελευθερώνει, αυτήν  που αναζητούσα όλα αυτά τα χρόνια μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Την ελευθέρια που σας έλεγα,  τη συνάντησα. Στέκομαι απέναντι στο αποσπασματικό και στην παρένθεση,  αυτά που ήθελα στην πραγματική τους διάσταση ζω!
Δεν αρκεί μια καλή διαχείριση για να εξασφαλίσουμε ποιότητα ζωής. Δεν αρκούν οι τεχνοκράτες και οι λογιστές, για να μας οδηγήσουν στην άνοιξη. Χρειάζονται ανατροπές, ρήξεις και διαταράξεις, μα πάνω απ’ όλα χρειάζεται έμπνευση και φαντασία για να ζήσουμε αληθινά.
Η ζωή μου είναι μια διαρκής παρουσία στο παράθυρο. Μπορεί να ξόδεψα χρόνια περιμένοντας, άξιζε όμως τον κόπο.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Αρκούν δυο μάτια τέσσερις λέξεις και μια σιωπή



Μόνο του ήρθε το παράπονο.  Ακάλεστο. Για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μου.  Όχι, δεν μπήκε στον κόπο των λογαριασμών,  αγνόησε το πάρε δώσε της συναλλαγής των συναισθημάτων,  άλλωστε κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, το «Για πάντα» παραμένει ακλόνητο.  
Ήρθε  για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που   πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος. Και ξέρετε σ’  αυτές τις λεπτές ισορροπίες των συναισθημάτων, αρκούν δυο μάτια, τέσσερις λέξεις και μια σιωπή. Αυτές τις μέρες των απολογισμών, θα κάνω απεργία. Μαζεύτηκαν  μέσα μου πολλά. Έδωσα πήρα, κι όλα μπροστά μου μείνανε.  Όσο και να προσπάθησαν τα μαθηματικά να βάλουνε μια τάξη, η ψυχή ανένδοτη,  στύλωσε τα πόδια, έμεινε εκεί που πίστεψε. Και εκεί θα μείνει.  «Μεταξύ φωτιάς και Πάγου», που έγραφα το περασμένο καλοκαίρι,  μια διαβολεμένη νύχτα με πανσέληνο:     «Χάνεται κάτι όταν είναι δικό σου; Αυτό το «Σου», όταν απαρνιέται την κτητική του ιδιότητα και αφήνει μόνο την αντωνυμία, να νομίζει ιδιοκτήτρια, ποτέ δεν χάνεται. 
Απ’ αυτή την άποψη δεν υπάρχει απώλεια. Μπορεί ο χώρος να μην σε χωρούσε και το χορό να μην τον χόρεψες, το κράτησες όμως δικό σου, ακόμα και νύχτες μοναξιάς κάτω από ένα ουρανό που δεν έχει κανένα αστέρι. Ακόμα και σε δρόμους, που τρέχεις να συναντήσεις το χρόνο σου, το κουβάλησες μέσα σου. Γιατί τελικά είναι δικό σου, σάρκα σου και αίμα σου, Όνειρο που το ζεις και κανείς, μα κανείς δεν μπορεί να στο στερήσει». Έτσι λοιπόν σε συνέχεια του χθεσινού, «θέλω να μείνω μόνος», με το θέλω να επιβάλλεται από έναν εγωισμό  κόντρα σε επιθυμίες. «Θέλω να μείνω μόνος»  κόντρα στην επιδίωξη μιας ζωής,  να είμαι στο μαζί. Μπαίνω μέσα μου για να δω τι έχει επιζήσει... Χριστούγεννα! Τι να γεννηθεί μετά από μια τέτοια χρονιά, που μας έκλεψε και μας υποθήκευσε το μέλλον; Τι να γραφτεί στην επόμενη λευκή σελίδα; Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούνε στην πραγματικότητα.
 


.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Τι να γεννηθεί από έναν;



Τελειώνει ο χρόνος και μας τελειώνει. Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες και νύχτες, με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα,  σχεδόν  το ακινητοποιούν. Δεν περνάει  με τίποτα. Είναι και η βροχή… Και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από πολλά μαζεμένα μιας ζωής,  που την κυνηγούν οι μήνες. Βγήκα στη ταράτσα  του σπιτιού μου,  που δεν τη  στολίζουν πολύχρωμα λαμπιόνια  των ημερών. Απέναντι φωτισμένα  μπαλκόνια με χαρούμενη μουσική  απ’  τα κινεζικά φωτάκια που τραγουδούν χαζά, χριστουγεννιάτικους ρυθμούς της κατανάλωσης. Γελάω  με την εικόνα, για να μην αφήσω τη ζήλια  να εκδηλώσει καμία  αξίωση. «Θέλω να μείνω μόνος».  Επακόλουθο, μιας αμυντικής λειτουργίας, με τον εγωισμό να θριαμβεύει. Τη μάχη  απέναντι  σε όλους τους άλλους, που μου φταίνε,  πάντα με ένα πικρό παράπονο την κερδίζω, όπλο δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Η όποια φωνή αυτοκριτικής, που επιχειρεί να ψελλίσει  κάτι, πνίγεται εν τη γενέσει της.

Δεν έχει σημασία πως,  δυνατός ή ηττημένος, πικραμένος ή  χαρούμενος. Σημασία έχει ότι μ’  αυτά και μ’  αυτά,  κατάφερα να μείνω μόνος  εδώ στο κέντρο της ταράτσα μου, στο κέντρο   του κόσμου. «Μαζεύω ότι κομμάτια απόμειναν. Μέσα στα κομμάτια προβάλλονται στιγμές αναπαραγωγής ενός μυαλού, που δεν θέλει να αισθάνεται. Τίποτα. Κανέναν…»
Από εδώ στριφογυρίζοντας, γύρω από τον άξονα μου, αρχίζω να κτίζω τον τοίχο προστασίας μου. Κάθε πέτρα και παράπονο και πάντα μπροστά ένα «Εγώ», όπως αυτό του Καζαντζίδη:  Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος μου `γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος
Δεν ξέρεις τι `ναι μοναξιά καρδιά που κλαίει τη νύχτα όσα τραγούδια σου `γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχ΄ τα

Μια στιγμή αρκεί  για να  αλλάζει η ορμή,  να καεί με το οξυγόνο μιας αλήθειας,  που προηγήθηκε. Άναψα και κάηκα.
Και συνεχίζει το παράπονο να γκαζώνει,  να τα σκεπάζει όλα σαν δέκα μέτρα χιόνι. «Θέλω να μείνω μόνος», ούτε λαμπιόνια, ούτε αστέρια,  ούτε Χριστούγεννα. Τι να γεννηθεί από έναν μόνο του;


Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος

Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος. Όμως δεν είμαι και προφανώς δεν μπορώ να ζήσω πλούσια. Αυτό τις προηγούμενες δεκαε...