Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Να κοιτάξουμε μπροστά

Και συνεχίζουμε με το χρόνο, που μας βαραίνει, με το χρόνο που τρέχει, με το χρόνο που αργεί. Φέτος δε θα απολογίσουμε. Μια σταθερή καθοδική πορεία. Να μην επαναλαμβάνουμε. Ο χρόνος που πέρασε, χειρότερος από τον προηγούμενο, όπως ακριβώς τον περιμέναμε.

Κάποιους η νοσταλγία τους βυθίζει στη θλίψη. Είναι αυτοί που παραβλέπουν το χρόνο, ακινητοποιημένοι στο παρελθόν, δίνουν στα γεγονότα μια συνέχεια, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι εκείνοι που ήταν τότε, είναι αυτοί που είναι σήμερα.

Όχι δεν νοσταλγώ και δεν επιθυμώ κάτι ξανά. Μόνο να θυμηθώ προσπαθώ. Και είναι ο χρόνος που σε οδηγεί αναγκαστικά στις αποθήκες. Εκεί που έχουν στοιβαχτεί χιλιάδες εικόνες, έτοιμες να σου καλύψουν το κενό. Πολλές φορές γυρίζω πίσω. Από το πρόσφατο παρελθόν, μέχρι τα χρόνια της νεότητας μου. Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Μόνο τη μνήμη μου εξασκώ. Οι μεταφερόμενες εικόνες από τα βάθη του δικού μου χρόνου, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Με εκπλήσσουν ευχάριστα. Γίνονται ένα καινούργιο κομμάτι εμπειριών, με πρόσφατες ημερομηνίες.

Το τελευταίο κείμενο του 2017, σχεδόν πάντα με την ίδια ευχή. Να φύγει, να φύγει! Να φύγει, να μας απελευθερώσει και αυτό από το βάρος του.

Για μας που κάνουμε όνειρα για του χρόνου, πώς να σημειώσουμε την ήττα μας σ’ αυτό το αχανές τοπίο της λησμονιάς;
Μπορεί οι εκβολές του χρόνου που μας αποχαιρετά να γεμίζουν επικίνδυνα τις πηγές του νέου χρόνου. Μπορεί το μεταφερόμενο υπόλοιπο να γεννά βουνά και να αποτρέπει προσδοκίες. Μπορεί οι ευχές, να πέρασαν στην εθιμοτυπία… Δεν μπορεί, όμως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράφουμε ανούσιες λέξεις, βγαλμένες από τα κλισέ του «πρέπει».
Ο χρόνος δεν μετράει για όλους το ίδιο, σε μερικούς αρκούν οι ισολογισμοί των λογιστών. Αρκεί το συν των υλικών για να είναι ευτυχισμένοι. Ο λόγος γι’ αυτούς που κρατάνε άρρηκτους τους δεσμούς με την παιδική αθωότητα και με μια σπίθα μπορεί ακόμα να πάρουν φωτιά, όχι για να καούν αλλά για να φωτίσουν.
Είναι η πρώτη φορά, που τα γεγονότα ξεπέρασαν συμβολισμούς. Με λέξεις πέρυσι έκλεινα το χρόνο, σε μια προσπάθεια να κάνω ευκολότερο το πέρασμά του. Ευτυχώς τίποτα δεν τον σταματά. Περνάει αφήνοντας σημάδια εμφανή και μη. Νομίζετε ότι θα κερδίσετε με τις καθυστερήσεις; Ούτε κλάσμα του δευτερολέπτου.
2018 ! Να κοιτάξουμε μπροστά με μάτια ορθάνοικτα, έρχονται γεγονότα. Να ζήσουμε καλά, όχι καλύτερα. Το να ζεις καλύτερα είναι πάντα εις βάρος κάποιου άλλου. Να ζήσουμε καλά η συλλογική ευχή. Να συνεχίσουμε το ταξίδι, όχι το μοναχικό, να κάνουμε παρέες, να ζήσουμε καλύτερα όλοι μαζί. Καλή χρονιά !




Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Με αυξημένο βαθμό δυσκολίας

Με μειονέκτημα, αλλά είμαστε ακόμα στην αρχή. Όλος ο χρόνος μπροστά μας. Και ό,τι ήρεμο, δεν είναι πάντα όμορφο και εύκολο να διαχειριστεί. Πνίγει!
Στο τέλος και στην αρχή. Είναι οι ευκαιρίες που μας δίνει ο χρόνος, να ξαναπροσπαθήσουμε. Ίσως αυτό να είναι το δώρο του. Θα συμφωνήσω, με μείον ξεκινάμε. Και το μείον αποτέλεσμα είναι, το θέμα είναι πως το αντιλαμβανόμαστε. Δε λέω έχει μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας, η πορεία όμως γίνεται πιο ελκυστική.
Η νίκη, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, δικαιολογημένα φέρνει ξέφρενους πανηγυρισμούς. Όχι με συν ούτε καν με μηδέν. Κουβαλούσαμε την ποινή λες και είχαμε υποπέσει στο προπατορικό αμάρτημα. Φορτωμένοι συμβιβασμούς, σε μια εύθραυστη ισορροπία, που να πάμε; «Όταν αποφεύγουμε το θάνατο, την πάντα μεταβαλλόμενη φύση των πραγμάτων, αναπόφευκτα δραπετεύουμε από τη ζωή». Με τρόπο απόλυτο ο Μ Σκοτ Πεκ σκιαγραφεί τη μεγάλη αρρώστια των ανθρώπων, την εμμονή στο παρελθόν και στις οικείες καταστάσεις. Την εγωιστική προσήλωση στις παλιές πληγές. Την υποταγή στα παλιά τραύματα. Το φόβο του θανάτου κατά συνέπεια το φόβο της ζωής. Διότι κάθε γέννηση προϋποθέτει ένα θάνατο.

Με μείον ξεκινάμε. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Η αφαίρεση δεν τελειώνει στα χαρτόκουτα, με τις παλιές φωτογραφίες. Πρέπει να ξεριζώσει και μέρος εκείνου του πλαστού εαυτού, που καλοπιάναμε όλα αυτά τα χρόνια. Να του αφαιρέσουμε τη ψευτιά για να τον βρούμε. Απ’ αυτό το σημείο, μπορούμε να ξεκινήσουμε με ασφάλεια. Να βρούμε τον εαυτό μας για να μπορέσουμε και να τον χάσουμε. Έτσι θα βρούμε τον έρωτα, την αλήθεια, την αγάπη. Για να νικήσεις το χρόνο, απαιτείται μια γέννηση και ένας θάνατος, θάνατος, του πλαστού και ψεύτικου εαυτού μας, για να αναδυθεί ο αληθινός.
Με μείον, χωρίς δεύτερη σκέψη, με απώλειες, που χρόνια προστατεύαμε γιατί φοβόμαστε το τσαλάκωμα, δειλιάζαμε μπροστά στη συντριβή. Με μείον για να απαλλαγούμε από τα βάρη στα πόδια, να βγάλουμε φτερά και να πετάξουμε.
Για να έρθει ο καινούργιος χρόνος, ο παλιός θα πρέπει να εκπνεύσει. Καλά Χριστούγεννα.



Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Και που να βρω τη θέση μου, σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί;

Γύρισα πίσω, ξαναδιάβασα όλα τα προηγούμενα «της πρώτης φοράς αριστερά». Το κόκκινο της φωτιάς που χαρακτήριζε τις φωτογραφίες που τα συνόδευαν, κόκκινο της φωτιάς έμεινε. Κόκκινο το ποτάμι, και το καράβι και το τραίνο και το ηφαίστειο και το φουστάνι που φορούσε κόκκινο . Και η αριστερά, που τόσο υμνήθηκε λίγο πριν αναλάβει την εξουσία, «αριστερά» όπως η καρδιά. Ίσως να χρειάζομαι κι άλλο χρόνο. Πώς να συνεχίσω να γράφω σε μια στήλη στην «τελευταία σελίδα» και μάλιστα αριστερά, σβήνοντας ότι προηγήθηκε; Ήρθαν όλα τόσο γρήγορα, ανατράπηκαν όλα τόσο ξαφνικά. Με ξεπέρασαν. Και το κυριότερο, αυτό το διάστημα της απουσίας, δεν υπήρξε μια αλήθεια, να με πάρει από το χέρι. Μέσα σε ένα σύννεφο αμφιβολιών τι να γράψεις και τι να πεις.
Ύστερα ήρθε η σιωπή και η απαίτηση κάποιου χρόνου, που θα μας επιτρέψει να βρούμε πάλι κάποιες σταθερές, άλλωστε όταν μπήκαμε στη διαδικασία του ονείρου, κανένας δεν μας εγγυήθηκε. Κατέληξε σε εφιάλτη, συμβαίνει κάποιες φορές στα όνειρα. Πάμε στο επόμενο με την ελπίδα να είναι καλό.

Από αυτό το σημείο της ήττας και της απογοήτευσης ξεκινάω, χωρίς να παίρνω ούτε λέξη πίσω από αυτές που γράφτηκαν πριν η «αριστερά» γίνει εξουσία. Ξεκινάω ιχνηλατώντας, σπρώχνοντας με τα χέρια μου το σκοτάδι, στην προσπάθεια να ανακαλύψω το χρόνο εκείνον τον ελάχιστο, της επιστροφής στον τόπο του εγκλήματος. Φαντάζομαι… βουτιές τριάντα δευτερολέπτων - τόσο αντέχω - είναι αυτές οι επισκέψεις, σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο, που με τραβάει σχεδόν πάντα, για μια τζούρα από την περήφανη απουσία μου. Πολλές βουτιές όμως…
Λέτε κάπου εκεί ανάμεσα να βρίσκεται η θέση μου; Κάπου εκεί ανάμεσα να έχω στήσει τη ζωή μου; Κάπου εκεί ανάμεσα, σε μια λεπτή γραμμή που δεν χωράει καμία καρέκλα, ίσα ίσα τα πόδια μου, στυλωμένα από πείσμα και υπομονή. Και όταν κάνει το πρώτο βήμα, το άλλο περιμένει απέξω, έτοιμο να πατήσει γερά για να δώσει το τέμπο στη μεταβολή.
Και που να βρω τη θέση μου, μέσα σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί;
Πολύ λίγους ενδιαφέρουν αυτά που γράφω τελευταία. Και εγώ τι θέλω ένας δηλωμένος άθεος με την πολιτική, να μπαίνω σε λασπωμένα χωράφια...
 





Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Έχει ηλικία η γραφή

Από φόβο είναι η αντίδραση και ας επιχειρηματολογούμε για το αντίθετο. Μπορεί η κάθε ηλικία να έχει τις χάρες της, στην δική μας, όμως έχει επικαθήσει ένας αχρείαστος φόβος, που όσο και να προσπαθούμε να τον κρύψουμε, έρχεται δια ασήμαντον αφορμή να μας υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος τελειώνει. Την εξήγηση τη βρήκα στο βιβλίο του 'Ιρβιν Γιάλομ, “ Στο κήπο του Επίκουρου”. Είναι ο φόβος του θανάτου, που από μια ηλικία και ύστερα, χωρίς, να το συνειδητοποιούμε, γεγονότα που στα χρόνια της νεότητας μας περνούν απαρατήρητα, στην ηλικία μας αποκτούν μια άλλη διάσταση στην καθημερινότητά μας .
Και το είδος της γραφής δε μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο. Έχει ηλικία η γραφή; Από το εφήμερο του ρεπορτάζ στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας, έφτασα να γυρεύω απεγνωσμένα λέξεις, για να φυτέψω κάτω απ' το δέρμα μήπως και τους παρατείνω για λίγο τη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου τελικά, που δίνει και στις λέξεις την ηλικία  τους κάθε φορά που θέλουν να πουν κάτι.
«Ένα ελεύθερο θέμα για σήμερα», όπως μας έλεγαν στο σχολείο, ανάλογα τη διάθεση και τα ερεθίσματα από το παγκόσμιο χωριό και πάνω απ’ αυτό. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ;
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.
Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων; Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.
Για τον χρόνο και σήμερα. Για το χρόνο που το μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Το χρόνο δεν τον μετράμε πλέον με κεριά γενεθλίων. Το χρόνο τώρα τον μετράμε με απουσίες».
Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο».
"Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια".




Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Εγώ με το μέρος του παιδιού είμαι

«Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς.» Μάνος Χατζιδάκις για την δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά, από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα, που είχε πυροβολήσει και σκοτώσει τον δεκαπεντάχρονο και αθωώθηκε.
Πάλι Δεκέμβρης ήταν, «Αγίου Νικολάου». Ένα νέο παιδί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έπεφτε νεκρό από σφαίρα ιδικού φρουρού στα Εξάρχεια. Ένα προαίσθημα με οδηγεί, σε εκείνες τις μέρες του 2008. Μια σπίθα ήταν αρκετή για να λαμπαδιάσει η οργή. Μια οργή που σωρεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μίσος, που φώλιαζε, για μια γενιά πολιτικών που θεωρούν την αυθαιρεσία κανονικότητα. Για τα σκάνδαλα που κουκουλώνονται. Ένας κόσμος απαξιωμένος, μια γενιά προδομένη, που δεν περιμένει τίποτα απ’ αυτούς που έχουν την υποχρέωση να την στηρίξουν, μια γενιά που δεν έχει πλέον σύμμαχο την αλληλεγγύη. Ο φόνος υπαρκτός και συμβολικός. Η εκδίκηση, δεν έχει χρώμα, δεν έχει κόμμα, δεν έχει ιδεολογία. Τροφοδοτείται από τη συλλογική μνήμη.
Θυμάμαι το Νοέμβριο του 1980. Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας. Μαζική διαδήλωση. Η εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου, 21 ετών, πέφτει νεκρή, χτυπημένη από τα κλομπ των αστυνομικών, ενώ ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής, 26 ετών, σκοτώνεται από πυροβόλο όπλο. Πάλι Νοέμβριος στην επέτειο του Πολυτεχνείου το 1985, κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας σκοτώνει τον μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στα Εξάρχεια. Η σφαίρα βρίσκει τον δεκαπεντάχρονο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ο φόνος του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, από σφαίρα του ειδικού φρουρού στα Εξάρχεια ήταν η σπίθα σε μια χώρα που όπως σωστά υπογραμμίζει η Μαρία Κατσουνάκη «…Είμαστε μια χώρα που πενθεί. Είμαστε ένας λαός απογοητευμένος, διαψευσμένος, οργισμένος. Πολύ οργισμένος. Ανέχεται όλο και λιγότερο, αντέχει όλο και λιγότερα. Τώρα, χτύπησε ο συναγερμός. Όλοι τον ακούν αλλά κανείς δεν μπορεί, πλέον, να σημάνει τη λήξη του...»
Άναψε η σπίθα ανάμεσα στα δυο διαχρονικά στρατόπεδα οι έχοντες και οι μη έχοντες σε θέση μάχης
Και πάλι ο ο Μάνος Χατζιδάκις, γνωστός για τις δεξιές πολιτικές πεποιθήσεις του, είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό "Τέταρτο" με τον τίτλο "Μια μοβ σκιά Μαΐου" ένα συγκλονιστικό προφητικό κείμενο. Εκεί υπογράμμιζε ότι αρνείται να δει τον εχθρό στο πρόσωπο των "παιδιών των Εξαρχείων" και σημείωνε ότι η Αστυνομία έφτασε "να εκπροσωπεί ό,τι χολεριασμένο και άρρωστο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος για να προστατέψει μ' έναν ακάθαρτο μανδύα τις έννοιες έθνος, πατρίδα, σπίτι, εκκλησία, κράτος και οικογένεια. Έννοιες ιερές, που έγιναν πανάθλιες απ' όσους ανέλαβαν με αυθαιρεσία ανάξια να τις φρουρήσουν. Κι εκείνος ο στίχος - του Νίκου Καρούζου- από τα βάθη του μέλλοντος: «Να μεγαλώνει / η φωτιά να μεγαλώνει / να γίνεται ολοένα ψηλότερη / εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη»...
Όσο η βία θα κρύβεται κάτω από τον μανδύα της νομιμότητας, οι νέοι γιατί μόνο νέοι μπορούν, θα απονείμουν την δική τους δικαιοσύνη. Προφητικά ο Ρούσος Βρανάς έγραφε στα «Νέα»
«Ο τρόπος παραγωγής είναι μια νόμιμη βία. Η εξουσία είναι μια νόμιμη βία. Η Αστυνομία είναι μια νόμιμη βία. Η φυλακή είναι μια νόμιμη βία. Η Δικαιοσύνη είναι μια νόμιμη βία. Η ανεργία είναι μια νόμιμη βία. Το ταμείο ανεργίας είναι μια νόμιμη βία. Η κερδοσκοπία είναι μια νόμιμη βία. Το χρηματιστήριο είναι μια νόμιμη βία. Οι τράπεζες είναι μια νόμιμη βία. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μια νόμιμη βία. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια νόμιμη βία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια νόμιμη βία. Κι όσο αυτή η νόμιμη βία θα ονομάζεται δικαιοσύνη, τόσο η δικαιοσύνη των νέων θα ονομάζεται βία».
Φυσικά και δεν συμφωνώ με τις καταστροφές, το κάψιμο των αυτοκινήτων, των καταστημάτων, το πλιάτσικο που ακολουθεί. Όσο όμως παρακολουθώ τα γεγονότα από την τηλεόραση σκέφτομαι ότι δεν δικαιούμαι να ομιλώ…

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Η κρίση λειτουργεί διχαστικά

Αυτός ο λαός τελικά δείχνει μια αξιοζήλευτη αντίδραση απέναντι στη λογική. Τι πιο λογικό αυτή η βαθιά κρίση να μας ενώσει. Κόντρα εμείς και απέναντι στη κρίση, Πάνω απ΄ όλα το τομάρι μας. Και η κρίση μας διχάζει για να επιβεβαιώσει τη μοναδικότητα. Το παρακάτω από ένα παλαιότερο κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου.
Την είχε διατυπώσει ένας γενναίος Γερμανός λουθηρανός πάστορας, ο Μάρτιν Νίμελερ.
Τα λόγια του έχουν παραφρασθεί χιλιάδες φορές. Το πνεύμα τους, όμως, είναι αυτό:
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν φυλάκιζαν ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος.
Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν καθολικός.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.”
Η σοβαρή κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωχριά μπροστά στο διχασμό της ίδιας της κοινωνίας. Και ενώ η φτώχεια καλύπτει όλο και μεγαλύτερα τμήματα, η αντίθεση συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς. Θα περίμενε κανείς ότι η γενικευμένη κρίση θα μπορούσε να λειτουργήσει ενωτικά, να δημιουργήσει μια αλυσίδα αλληλεγγύης, να εκφράσει την συλλογική αντίθεση απέναντι στο σαθρό σύστημα που δημιούργησε την κρίση και όχι να ενισχύει τις διχαστικές τάσεις μέσα στον Λαό.
Αν ανατρέξουμε στα βάθη της ιστορίας αυτού του τόπου και μέχρι τον πρόσφατο διχασμό του εμφυλίου, ίσως δικαιολογήσουμε αυτήν την παράλογη στάση που μας διακρίνει, απέναντι στο κοινό πρόβλημα.
Παραθέτω ένα κείμενο από τα Σικελικά του Θουκυδίδη, εξιστόρηση της απόπειρας κατάκτησης της Σικελίας από τους Αθηναίους, το 415 π. Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η οποία έληξε με πανωλεθρία των Αθηναίων.

«Μόλις ξημέρωσε, με τον Νικία επικεφαλής, ο στρατός ξεκίνησε να φύγει. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι τους, επιτέθηκαν ρίχνοντας βέλη και ακόντια. Οι Αθηναίοι βιάζονταν να φτάσουν σε ένα ποτάμι, τον Ασσίναρο, όχι μόνο για να αποφύγουν τα απανωτά πλήγματα που δέχονταν από το ιππικό και το πεζικό των εχθρών, ελπίζοντας ότι θα βρουν ασφαλές καταφύγιο πέραν του ποταμού, αλλά κυρίως για να ξεκουραστούν και να πιουν νερό. Μόλις έφτασαν στο ποτάμι, άρχισαν να πέφτουν μέσα, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον και ο καθένας προσπαθούσε να διαβεί αυτός πρώτος το ποτάμι – αλλά δεν μπορούσαν μιας και οι εχθροί που ακολουθούσαν τους είχαν πλησιάσει. 
Οι Αθηναίοι, αναγκασμένοι να προχωρούν όλοι μαζί, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον και ο ένας πατούσε τον άλλον. Πολλοί έπεσαν πάνω σε δόρατα και πέθαναν, ενώ άλλοι πνίγηκαν και παρασύρθηκαν από το νερό. Οι Συρακούσιοι, έριχναν βέλη πάνω από την απότομη όχθη του ποταμού, ενώ οι Αθηναίοι για το μόνο που νοιάζονταν ήταν να πιουν όσο περισσότερο νερό μπορούσαν και όλο και μαζεύονταν περισσότεροι σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον. Οι σύμμαχοι των Συρακουσίων από την Πελοπόννησο κατέβηκαν και άρχισαν να σφάζουν αυτούς που ήταν στο ποτάμι και έπιναν νερό. Το νερό όμως ήταν ήδη βούρκος και παρόλο που ήταν γεμάτο λάσπη και είχε κοκκινίσει από το αίμα, αυτοί όχι μόνο συνέχιζαν να πίνουν αλλά και να τσακώνονται μεταξύ τους»

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Κίνημα αλλαγής

Από αλλαγή σε αλλαγή βαδίζουμε προς τα πίσω. Μόνο εκείνες τις φωτογραφίες από τις σοκολάτες καταφέραμε ν’ αλλάξουμε αγαπημένη μου φίλη του ραδιοφώνου.
Για να πω την αλήθεια εγώ ποτέ δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τη συλλογή… “Αυτό το κεραυνοβόλο μας στοιχίζει τελικά. Πώς να πάει μπροστά το καράβι με ναύτες χωρίς βιογραφικά χωρίς ταυτότητα. Θα βουλιάξει. Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, κουβαλούν την ιστορία τους και την ιστορία των προγονών τους. Σε ανύποπτο χρόνο, τα ξεβράζει η ιστορία και τότε τρέχουμε να μαζέψουμε θύελλες. Όχι μόνο βιογραφικά και γενεαλογικό δέντρο, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει το καθίκι ο προπάππους ή η μέγαιρα η προ προ γιαγιά.”
Κάθε φορά το λέω και καμιά φορά δεν το κάνω, έτσι θα πάει αυτή η ιστορία, με την προσδοκία ότι αλλάζουμε, μέχρι να έρθει η διαβεβαίωση ότι δεν αλλάζουμε τελικά.“Αυτό το ταξίδι με τους άγραφους ναύτες δεν έχει προορισμό, δεν υπάρχουν λιμάνια μια πορεία μόνο πότε στη γαλήνη και πότε στην τρικυμία. Αφού το ρίξαμε στην τύχη τι περιμένουμε…Kαι ποιος ξέρει να μοιράσει τον εαυτό του σωστά; Δεν είμαστε τράπουλα να μας σημαδέψουν οι αχρείοι. Ένα λευκό χαρτί είμαστε που ανεμίζει πότε στα χέρια των παιδιών και πότε στου ανέμου τις ακραίες συμπεριφορές.
Όποιος περνάει γράφει πάνω μας. Τις λέξεις του, τις επιθυμίες του, τις ήττες του. Και κάθε βράδυ κλεινόμαστε στο δωμάτιο και διαβάζουμε στα χέρια μας τη μοίρα των άλλων, ενώ στα πόδια μας λαχταράτε παλιά ταξίδιαΘυμάστε όταν είμαστε πιτσιρίκια, που φτιάχναμε διάφορες χαζές συλλογές με χαρτάκι τα οποία βρίσκαμε στις σοκολάτες και μετά συγκρίναμε τη δική μας συλλογή με του άλλου παιδιού, κι άμα εκείνο είχε κάποιο χαρτάκι που θέλαμε, το ρωτούσαμε; – Αλλάζουμε; Πόσα «αλλάζουμε» δε ρωτήσαμε! Μπήκε κανένας στη θέση μας;


Αρκεί να υπάρξουν πολλά παιδιά στο μέλλον...

Παρά την παγκοσμιοποίηση και την κυριαρχία των αγορών. Παρά την οικονομική κρίση και τη φτώχεια που μαστίζει τους λαούς… τα
δέντρα παραμένουν όρθια. Ο ήλιος συνεπής ακόμα και στα δευτερόλεπτα αναβοσβήνει και ο ουρανός, όσο και αν προσπαθούν δεν θα ξεχάσει το γαλάζιο. Στο τέλος ούτε και άνθρωποι να μου το θυμηθείτε… Έχει ενδιαφέρον η διήγηση από τον ΄Ιταλο Καλβίνο, για κάποιον συλλέκτη άμμου, που απογοητεύθηκε όταν απομόνωσε το υλικό από τη φυσική του θέση.

Είναι κάποιος που κάνει συλλογή από άμμο, ταξιδεύει στον κόσμο, και όταν φτάνει σε μια θαλάσσια ακτή, στις όχθες ενός ποταμού ή μιας λίμνης, σε μια έρημο, σε έναν ρεικότοπο, μαζεύει μια χούφτα άμμου και την παίρνει μαζί του. 
Στην επιστροφή, τον περιμένουν τοποθετημένα στη σειρά σε μεγάλα ράφια εκατοντάδες γυάλινα μπουκαλάκια, μέσα στα οποία η λεπτή γκρίζα άμμος της λίμνης Μπάλατον, η πάλλευκη του Κόλπου του Σιάμ, ή εκείνη η κόκκινη που η ροή του Γκάμπια αποθέτει χαμηλά στη Σενεγάλη, ξεδιπλώνουν την όχι μεγάλη γκάμα των ξεθωριασμένων χρωμάτων τους, αποκαλύπτουν μια ομοιογένεια που θυμίζει την επιφάνεια της σελήνης, παρά τις διαφορές του μεγέθους των κόκκων και της υφής τους, από τη λευκή ή μαύρη χαλικοειδή πυκνότητα της άμμου της Κασπίας που λες και είναι ακόμα βουτηγμένη σε αλατισμένο νερό, ως τις επίσης λευκές και μαύρες μικροσκοπικές πετρούλες της Μαρατέα, ή το λεπτό κατάλευκο αλεύρι με τα βιολετιά στίγματα του Κόλπου της Χελώνας, κοντά στο Μαλίντι της Κένυας.Ιδού που επιστρέφοντας από ένα ταξίδι, προσθέτει καινούργια μπουκαλάκια δίπλα στα άλλα, και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως, χωρίς το λουλακί της θάλασσας, η λάμψη εκείνης της γεμάτης θραύσματα κογχυλιών παραλίας έχει χαθεί, πως από την υγρή ζέστα των ξεροπόταμων της ερήμου δεν έμεινε τίποτα στη συλλεχθείσα άμμο, πως, μακριά από το Μεξικό, η ανακατεμένη με λάβα άμμος του ηφαιστείου Παρικουτίν, είναι απλώς μια μαύρη σκόνη που μοιάζει να βγήκε από τζάκι. Προσπαθεί να ξαναφέρει στη μνήμη του την αίσθηση εκείνης της παραλίας, εκείνη τη μυρωδιά του δάσους, εκείνη τη λάβα, αλλά είναι σαν να κουνάει απλώς λίγη από εκείνη την άμμο στο βάθος της ετικεταρισμένης μπουκάλας. 
Παλαιά στα παραμύθια που μας έλεγαν, υπήρχε πάντοτε κάποιος κεντρικός ήρωας που τον θαυμάζαμε και τον αγαπούσαμε. Ήταν ένα πρόσωπο κι ας ήταν βγαλμένο από τα παραμύθια. Είχε όνομα. Τα σύγχρονα παραμύθια έχουν ήρωες χωρίς όνομα μιας και η λέξη οικονομικό συμφέρον είναι τόσο ψυχρή για να συγκινήσει την καρδιά ενός μικρού παιδιού. Απ’ ό,τι φαίνεται η παγκοσμιοποίηση δεν θα μπορέσει να ισχύσει για τον κόσμο των παιδιών που θέλουν όνομα για τους ήρωες των παραμυθιών τους. Κι αυτό είναι μια ελπίδα. Αρκεί να υπάρξουν πολλά παιδιά στο μέλλον. Πιο πολλά από τον παιδικό πληθυσμό όλης της γης.





Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Δεν είναι εύκολο να βλέπεις τη μεγάλη εικόνα

Είναι μια περίοδος αναμονής. Σε πυκνό χρόνο η ελληνική κοινωνία έζησε πολλά και το πιο σημαντικό, πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση. Γκρεμίστηκε ο πάλαι ποτέ δικομματισμός, καλλιεργήθηκαν ελπίδες αλλά και διαψεύστηκαν προσδοκίες, αναθεωρήθηκαν προγραμματικές δεσμεύσεις και η ζωή συνεχίζεται χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αλλάξει η εικόνα ενός συστήματος που η ελληνική κοινωνία στο σύνολο το έχει αποδοκιμάσει. Και είναι αυτό το σύστημα που μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να ανταποκριθεί ούτε στοιχειωδώς στις πραγματικές ανάγκες του Λαού.

Σήμερα παρατηρούμε μια αριστερή κυβέρνηση στο ρόλο του διαχειριστή της εξουσίας χωρίς ουσιαστικά να ασκεί πολιτική. Και πως θα μπορούσε άλλωστε, από την στιγμή που επιχειρεί με τα ίδια υλικά ενός φθαρμένου συστήματος; Η ήττα, περιμένει στην στροφή.
Εκεί που κλείνω απαισιόδοξα έρχεται η επόμενη λέξη να ανοίξει μια χαραμάδα.
Ένα κομμάτι της ζωής μας και αυτή η οικονομική κρίση, που θα τελειώσει κάποτε χωρίς κανείς να γνωρίζει την επόμενη μέρα. Μπορεί η ιστορία να επαναλαμβάνεται, ο χρόνος όμως δεν γυρίζει πίσω. Τα γεγονότα, όσο και αν μοιάζουν μεταξύ τους σε άλλο χρόνο είναι άλλα. Και αυτή η κρίση που αποτελεί ένα κομμάτι του παρόντος μας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια κουκίδα στις πολλές που συνθέτουν τη ζωή μας . Κάποια στιγμή θα μπει στο φάκελλο της ιστορίας μας, θα ταξινομηθεί και θα περιμένει μέχρι να συμπληρωθεί και να κλείσει...
Ο,τι ζήσαμε πριν την κρίση τα ζήσαμε,ακόμα και αν αποκτήσουμε την αγοραστική δύναμη που είχαμε, η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική. Τίποτα δεν αφήσαμε στη μέση, αυτή είναι η ζωή μας και συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με στιγμές καλές και κακές και μέσα στη κρίση. Καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολο για το καθένα να βλέπει την μεγάλη εικόνα.. Δεν είναι εύκολο να χάνεται στην απεραντοσύνη του ουρανού και να μονολογεί μια κουκίδα είναι γη και μεις ούτε κουκίδα και ταυτόχρονα να γίνεται ο ίδιος ουρανός.



Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει

Όσο  οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της επικαιρότητας, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό  από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαλλαγούμε από τον θύτη, με τα θύματα όμως; Πώς να υπάρξουν ανατροπές, όταν το μεγάλο σώμα του κοινωνικού ιστού, παραμένει σταθερό σε νοοτροπίες, παρελθόντων ετών; Ο,τι λέμε και ό,τι κάνουμε, υπαγορεύεται από μια σκοπιμότητα, κληρονομιά των χρόνων της επίπλαστης ευμάρειας και της εικονικής πραγματικότητας που προηγήθηκαν.

Αυτό περιμένουμε τελικά, τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και τα σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε ατομικά. Μας κατακερμάτισαν και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή.

Μάταια ψάχνω κάποιες λέξεις.   Δεν υπάρχουν τέτοιες,   που να μπορούν να κλείνουν τους δρόμους, τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν. Εμείς μένουμε να σχολιάζουμε.  Εκ του ασφαλούς δε λέω, όμως μέχρι εκεί. Τώρα δεν έχω άλλες. Και οι ίδιες χάνουν την αξία τους, αν επαναληφθούν.

Μόνο στο χρόνο ελπίζω.  Και στο φως.  Ας μην  μείνουμε  άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε. “Ας είναι αυτά τα τελευταία  λόγια σε μια ζωή  που μας διέψευσε. Πολύ μουντάδα  και αυτό το ξεπλυμένο κόκκινο χώμα,  που άφησε τη φυσική του θέση,  και ταξίδεψε στον ουρανό για να μας κρύψει τον ήλιο, που θα πάει,  πάλι στο χώμα θα βρεθεί.

Τελικά η μάχη που δώσαμε και χάσαμε δεν μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα ν' αντέξουμε την ήττα. Άλλο είναι γενναίοι και ηττημένοι και άλλο ηττημένοι δειλοί και προδομένοι...



Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

"Η Λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές"


Το ανακάλυψα εσχάτως, ένα κείμενο που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις τον Αύγουστο του 1984 για ένα Συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε στην Κάρπαθο, οργανωτής του Συμποσίου το Αιγαίο Κέντρο Ελληνικής Φιλοσοφίας.
Μερικά αποσπάσματα και όσοι δεν το έχουν διαβάσει τρέξτε: Η Λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές, ο τίτλος
Θέλω να φλυαρήσω αλλά οικοδομημένα, σε μιαν αυθαίρετη - αν θέλετε - διαδρομή συλλογισμών και συμπερασμάτων, όπου οι λέξεις που θα μεταχειριστώ, θα μιλάν για τις λέξεις που δεν τολμώ να μεταχειριστώ και που, τέλος, δεν πρόκειται να ολοκληρώσουν ένα θέμα, ένα κείμενο, που να φωτίσει εσάς που θα μ' ακούσετε περισσότερο απ' όσους δεν μ' ακούσουν...
.........................................................................................................................................
Γιατί μ' ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι' αυτές.
Εδώ πρέπει ν' αποκαλύψω πως όταν οι λέξεις έρχονται σ' επαφή μ' αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ' όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου. 
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι' αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν' αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός. 
Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ' απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση - που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν' αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις
.........................................................................................................................................
Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία...
........................................................................................................................................
Ο μελωδός είναι ο ιεροφάντης των Θεών, ο εκπρόσωπος των ανθρώπων, που μεριμνά ασκούμενος να εκμαιεύσει και να εκφράσει την ευαισθησία του καιρού, κι όχι να κολακεύσει τις συνήθειες καιρών μα και μαζών. Γι' αυτόν, ένα τραγούδι είναι ιερό κείμενο που περιέχει τας γραφάς, τας εντολάς μα και τα μέλλοντα. Κι ύστερα μεθυσμένος θ’ αποθάνει. Σαν τον Λι Πο, που ζητούσε ν’ αγκαλιάσει ένα φεγγάρι μέσα στο Κίτρινο Ποτάμι. Και πνίγηκε...
......................................................................................................................................... Αυτά για τις λέξεις και για τις ιδιότυπες «ερωτικές» συνήθειές τους .. Άλλα δεν έχω να σας πω, προς το παρόν. Ίσως ξαναμιλήσουμε, αν δεν βυθιστώ κι εγώ ζαλισμένος σε κάποιο κίτρινο ποτάμι, προσπαθώντας ν' αγκαλιάσω ένα φεγγάρι.”



Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Οι αλήθειες που δεν λένε την αλήθεια

Σε χιλιάδες κείμενα που έχω γράψει όλα αυτά τα χρόνια, έχω διασπείρει αλήθειες με τρόπο, που να μη λένε την αλήθεια.
Με απασχολεί έντονα τελευταία. Δε γράφω αυτά που θέλω. Μια ελάχιστη αλήθεια βλέπει το φως και γίνεται άλλοθι για εκείνα που σκεπάζονται επιμελώς από σιωπή. Ένα μικρό μέρος εξομολόγησης, τεχνηέντως διατυπωμένο, ώστε να βγάζει την επιθυμητή εικόνα. Η καθημερινή μάχη με τον εγωισμό μου, δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμα και τις μέρες που φαίνεται τσακισμένος, σκοπιμότητες εξυπηρετεί.
Πολλές φορές υπάρχει έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού, για να ενισχύσει πρωτίστως την αμυντική λειτουργία. Παίρνουμε την ευθύνη να τα ψάλουμε στον εαυτό μας, υπερβολικά τις περισσότερες φορές, για να μη δώσουμε σε καμία περίπτωση το δικαίωμα να μας κρίνει κάποιος άλλος. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη τη μεγάλη για να αποφύγουμε και την πιο μικρή.
Κάνω προσπάθειες και έχω κερδίσει κάποια μέτρα. Υπάρχουν στιγμές δύναμης ή αδυναμίας, που πετάγονται κάποιες λέξεις προς τα έξω, μεταφέροντας μέσα μου αέρα ελευθέριας. Τις περισσότερες φορές αποσπασματικά και σε χρόνους ανώδυνους.

Εμείς, που έχουμε αρνηθεί την εξομολόγηση, με την θρησκευτική έννοια του όρου, επιχειρούμε αποσπασματικά, αφού βεβαίως επιλέξουμε το δέκτη, να βγάλουμε κομμάτια της ψυχής απ’ το μπαούλο και να ράψουμε κουστούμια. Διαφορετικά κουστούμια, ταιριαστά στους φίλους που θα τα φορέσουν, ώστε να δείξουν κατανόηση.
Μόνο αυτό με παρηγορεί, που μέχρι σήμερα δεν κατάφερα να πάω παραπέρα, από ένα μέσο όρο που απεχθάνομαι. Βλέπετε κάθε κείμενο έχει διαφορετικούς αποδέκτες.
Όχι δεν φταίει ο πυρετός… κατάλοιπα μιας γενιάς που ανεμίζει τα λάβαρα του παρελθόντος, πνιγμένη στην ανασφάλεια και στον εγωισμό είναι η αιτία.
Όχι δεν είναι ακραία... δημιουργικές ενοχές ενός εκδρομέα του ’70 είναι, που προσπαθεί, με λέξεις να επικοινωνήσει, αλλά μέχρι σήμερα γίνεται αποκλειστικός φορέας του αυστηρά προσωπικού… δηλαδή της μοναξιάς του.”
Δεν γράφω αυτά που θέλω. Από μόνη της  όμως η παραδοχή με πήγε σήμερα, ένα βήμα παραπέρα.  Που ξέρεις...


Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Είναι τα χάλια μας διαχρονικά

Όταν δεν έχω τι να γράψω γυρίζω πίσω, σε κείμενα που έγραψα πριν πολλά χρόνια. Είναι σαν να τα είχα γράψει χθες, δεν είναι τα κείμενα μου διαχρονικά, είναι τα χάλια μας.
Είναι ο τόπος τελικά ο μίζερος, που όλα τα κάνει να μοιάζουν ίδια. Πώς να πας μπροστά σε δυο μέτρα γης, άλλο ένα βήμα και κει πλέον δεν περπατάς κολυμπάς. «Σιγά, για νέο μας το λες»; κάπως έτσι υποψιάζομαι αντιδρούν οι αναγνώστες σε καταγγελίες της στήλης. Όλα αυτά που γράφονται τα γνωρίζουν, δεν εντυπωσιάζονται από τα τεκταινόμενα. Εδώ θα μου πείτε έχουμε συνηθίσει τις σφαγές, μαθαίνουμε για πόλεμο λίγο πιο έξω απ΄ την πόρτα μας και ούτε που ιδρώνει το αυτί μας. Εκατοντάδες οι νεκροί το περασμένο Σαββατοκύριακο και η είδηση περνάει στα ψιλά, ρουτίνα έγινε το άδικο και ένα θεός πάνω απ’ αυτό, που να προλάβει.
Σιγά τώρα μη μας πτοήσει η διαπλοκή, τα ψέματα στην πολιτική, μάθαμε να ζούμε στη βρωμιά και τα αντανακλαστικά μας αντιδρούν μόνο σε ότι μας θίγει προσωπικά.
“Εμείς που ξεκινήσαμε την εκδρομή πριν 30 χρόνια γίναμε οι απόλυτοι φορείς του αυστηρά προσωπικού, δηλαδή της μοναξιάς. Κάναμε τις πληγές μας λέξεις και το συζητάμε, με ταλέντο δε λέω, αλλά και μπόλικο αυτοσαρκασμό. Πέρασε από τα χέρια μας η ιστορία. Ανατραφήκαμε με όνειρα με ιδανικά, με μύθους, μπαλόνια τεράστια που έσκασαν μπροστά στα μάτια μας και μας κούφαναν.”
Σιγά για νέο μας το λες; Κανείς δεν σηκώνεται από την θέση του πλέον κανείς δεν εντυπωσιάζεται. Αέρας γίνονται οι φωνές, εκπίπτουν οι καταγγελίες.
Όσο για τους ονειροπόλους, φαντάζουν πλέον είδος μουσειακό. Ακινητοποιημένοι στο χρόνο σαν να πέρασε από πάνω τους η λάβα. Παρείσακτοι της σύγχρονης κοινωνίας, που όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει στο βωμό του κέρδους.
Σιγά για νέο μας το λες; Τα ρεπορτάζ κατ΄ αποκοπή σε θίξανε; Με το δίκιο τους οι αναγνώστες με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Όταν τα απολιθώματα ξαναζωντανέψουν τότε μπορεί να απαιτήσουν ένα καινούργιο νόημα για τη ζωή.


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Εργασιακή ψευδαίσθηση

Πριν τρία χρόνια  έγραφα  «Γεμίσαμε  πενταμηνίτες !» Και συνεχίζουμε. Νέοι άνθρωποι πτυχιούχοι, στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί.   Άνεργοι και με την βούλα, στην υπηρεσία  ενός άθλιου συστήματος, που  τους χρησιμοποιεί  για να μειωθούν τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας.   Κατοχική εικόνα συσσιτίου. Στην ουρά για μια μικρή μερίδα εργασίας, όπως ένα πιάτο φαΐ.
Όσο όμως και να αλλοιωθούν  τα νούμερα, το βλέμμα,  η αγωνία, η απελπισία, η αγανάκτηση, ο πόνος, ο φόβος πώς να κρυφτεί;  Οι προσλήψεις αυτού του τύπου,  δυστυχώς   δεν αποτελούν μέρος εκτάκτων αναγκών, τείνουν να παγιωθούν, προετοιμάζοντας  το έδαφος για την επόμενη μέρα.

Προετοιμάζουν όλα αυτά τα παιδιά  ψυχολογικά, ύστερα από μια  μακρά περίοδο ανεργίας,  να νοιώθουν και ικανοποιημένοι, που εργάζονται έστω και προσωρινά. Τώρα αν  πληρώνουν αυτό το βρώμικο ψωμί  από την τσέπη τους, λίγη σημασία έχει.
Ο Άνεργος δεν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του. Έχει χάσει το χρόνο και τον τόπο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Έχει χάσει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του. 
Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης. Γι αυτό λοιπόν αυτές τις ώρες που γινόμαστε μάρτυρες τραγικών καταστάσεων, ας δείξουμε το δέοντα σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, βοηθώντας με όποιο τρόπο μπορούμε, σε μια προσπάθεια να απαλύνουμε τον πόνο, που δημιουργεί ο εκφυλισμός του συστήματος. Το πάλαι ποτέ πελατειακό κράτος, το κατάργησε η ανάγκη, δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια συναλλαγής.
Πρώτη φορά έν καιρώ ειρήνης οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν τέτοια αντιμετώπιση. Πρώτη φορά τέτοια απαξίωση. Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες. Και αυτή η  Κυβέρνηση που πριν γίνει κυβέρνηση συμφωνούσε με τα παραπάνω,  πως κατάφερε  μέσα σε τόσο λίγο χρόνο  να προσαρμοστεί σε  όλα αυτά που η ίδια πολεμούσε;    
Οι συμβάσεις των λίγων μηνών, πεντάμηνες τρίμηνες οκτάμηνες, προκαλούν θλίψη.     Και προκαλούν θλίψη  για όλον αυτόν τον κόσμο  που βιώνει την ανεργια  και έχει την  ψευδαίσθηση, πως  δουλεύει. Στην επόμενη στροφή  θα το συνειδητοποιήσουν. Και πάλι  άνεργοι.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Και είναι ο χρόνος μια ευθεία

Θα συνεχίσουμε τη μοναχική πορεία γιατί οι «μικρές στιγμές των ανθρώπων και των εξαιρετικών συναισθημάτων» πρέπει να καταγράφονται.
Αρχίζω το ξεσκαρτάρισμα. Πετάω τ’ άχρηστα χωρίς το φόβο του κενού.
Κατά καιρούς απ’ αυτήν εδώ τη στήλη, έχω γράψει για την αναποτελεσματικότητα της γραφής. «Και που τα γράφω… με γράφουν». Και απελπίζομαι. Ενώ είμαι έτοιμος να παραδοθώ στη φτηνή εικόνα της εποχής, στην κυριαρχία της τηλεόρασης, στο πολιτιστικό μεσαίωνα που βιώνουμε, έρχονται κάποιες λέξεις σοφά συνδεδεμένες, για να με κάνουν να λύσω την σιωπή και να μου δώσουν τις απαραίτητες ανάσες γι’ αυτήν την μοναχική ανηφορική πορεία.
Θα συνεχίσουμε και ας μας γράφουν και ας αδιαφορούν, και ας προτιμούν τον ξεκούραστο τρόπο παρακολούθησης μιας άλλης ζωής μέσα από την τηλεόραση.

Στο κυνήγι της ασφάλειας για μια ζωή, που νομίζουμε ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, ζούμε το χρόνο που μας αναλογεί, παλεύοντας καθημερινά με τα κύματα της ανασφάλειας Και είναι ο χρόνος μια ευθεία. Και εμείς επιταχύνουμε διαρκώς, για να χαθούμε απ’ τον αληθινό μας εαυτό , τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της πραγματικής ζωής.

Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε όλοι μας, μια λευκή γραμμή «μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα». Και τίποτα δεν έκανα. Διότι και τίποτα δεν είναι για να μείνει. Ολόκληρη ζωή για γέλια και για κλάματα με άγχος όμως και αυτό είναι το τραγικό. Και ύστερα... ο χρόνος όταν βρει ευθεία, χωρίς εκπλήξεις και αδιέξοδα, τρέχει, τρέχει χωρίς σταματημό. Σε νανουρίζει στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας και όταν ξυπνήσεις από τον ύπνο του δικαίου, ψάχνεις τοίχο για να τσακίσεις το κεφάλι σου.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Και πάλι ΠΑΣΟΚ


Το κείμενο γράφτηκε πριν 6 χρόνια, το “ΠΑΣΟΚ με έχει κλέψει” ο τίτλος, επανέρχεται εν' όψιν των εκλογικών διαδικασιών για την συγκρότηση του καινούργιου φορέα της κεντροαριστεράς. Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής για την ανάδειξη αρχηγού απλώς επιβεβαιώνουν, ότι σ΄ αυτή τη χώρα “όλοι ΠΑΣΟΚ είμαστε”.

«Αφού δεν είσαι ΠΑΣΟΚ γιατί τόσο ενδιαφέρον;» Αρκετά τα μηνύματα των αναγνωστών. Είναι δικαιολογημένο να με απασχολεί αγαπητοί άγνωστες, ένα κόμμα που αισθάνομαι να με έχει κλέψει. Και με έκλεψε σε μια εποχή που έκανα όνειρα. Τα όνειρα μου έκλεψε και την τιμή της πολιτικής, που την είχα σε υπόληψη.
Έχω υποστηρίξει και παλαιότερα ότι το ΠΑΣΟΚ, αποτελεί τον πιο ενδιαφέροντα πολιτικό χώρο, ένα κόμμα που κατόρθωσε στην αρχή με συνθήματα και στη συνεχεία με την εξουσία που διαχειρίζεται μέχρι σήμερα, να εγκλωβίσει δυνάμεις από την δεξιά μέχρι και την αριστερά.
Όσο η λέξη «σοσιαλιστικό» θα επιβεβαιώνει την απατή, μιας κοινωνίας που πίστεψε, εγώ θα γράφω για το ΠΑΣΟΚ με το δικαίωμα που έχει ο κάθε προδομένος πολίτης, αυτής της χώρας, που έζησε και ζει ένα καθεστώς. Αλλά και γι’ αυτούς που βρίσκονται στις τάξεις του και αποφεύγουν να κοιταχτούν στον καθρέπτη. Το κίνημα τους που δεν έγινε ποτέ κόμμα, έκανε τις συγκρούσεις συναλλαγές, στρογγυλοποίησε τις γωνίες και αγίασε τα μέσα με το σκοπό, που δεν ήταν άλλος από την εξουσία.
Μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι και με ανακυκλώσιμα υλικά μπορεί να φτιάχνουν εξ αρχής καινούργια προϊόντα, αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί στο ΠΑΣΟΚ, που αποτελείτε από υλικά, εχθρικά προς το περιβάλλον, δεν καίγονται δεν λιώνουν δεν αποσυνθέτονται, έχουν όλες τις προϋποθέσεις να βρικολακιάσουν και να ταλαιπωρούν το πολιτικό σύστημα και τον Λαό για πολλά χρόνια ακόμα.
Αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες, τα παιδικά μου χρόνια ευθύνονται τελικά γι’ αυτό όψιμο ενδιαφέρον, εκείνα τα περιβόητα παιδικά χρόνια που βάζουν στα ποδιά μας αλυσίδες καταδίκου και στους ώμους μας φτερά δαίμονα.
Και μην μου φέρεται πάλι το δεξιό μπαμπούλα για να κάνουμε συγκρίσεις. Αυτό το παραμύθι όταν το λέει ο λύκος, εκείνος, της κοκκινοσκουφίτσας, δεν μας συγκινεί πλέον





Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Πως θα είμαστε όλοι αν είμαστε ελεύθεροι

Αν όλη αυτήν την ενέργεια που ξοδεύεται στο φαίνεσθαι την ξοδεύαμε στις πραγματικές ανάγκες που αντιμετωπίζουμε γενικά και προσωπικά θα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Δυστυχώς τεραστία κοινωνικά προβλήματα, μένουν απλές αναφορές, χωρίς καμία κριτική προσέγγιση. Χωρίς επεξεργασία τέτοια, που να οδηγεί έστω και σταδιακά στην αντιμετώπιση τους. Απεναντίας σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος σε πράγματα ασήμαντα, που η διάρκεια ζωή τους περιορίζεται τις περισσότερες φορές μέχρι να πάρει την θέση τους το επόμενο ασήμαντο, που για ορισμένο τηλεοπτικό χρόνο θεωρείτε σημαντικό. Αλλά και πολλά σημαντικά, η σύγχρονη κοινωνία έχει μια τρομερή ικανότητα να τα πνίγει είτε αποσιωπώντας τα, είτε μετατρέποντας τα σε ένα ακόμη φαινόμενο ανάμεσα στα αλλά, ένα φαινόμενο εμπορευματοποιημένο όπως τα άλλα.
«Πως θα ήταν οι κοινωνίες αν βασίζονταν περισσότερο στις αρχές της διανόησης; Αμφισβητώντας και όχι συμπλέοντας. Κριτικάροντας και όχι συμφωνώντας. Πως θα ήταν τα Μέσα Ενημέρωσης αν δεν εγκλωβίζονταν στον ξύλινο πολιτικό λόγο, στα δρώμενα του και στο «ψέμα - αίμα - σπέρμα»; Πως θα ήταν τα σχολεία αν δίδασκαν σκέψη και όχι παπαγαλία; Αν δεν αξιολογούσαν το «κατά γράμμα» αλλά
το «κατά κρίση»; Πως θα είμαστε όλοι αν είμαστε ελεύθεροι»;
Από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας»

Εσείς τι λέτε, θα ήταν στον αφρό τα λαμόγια; Θα γινόταν οι ναύτες στρατηγοί; Θα βασίλευε η ασημαντότητα; Θα αποδεχόμαστε το παιγνίδι και θα προσαρμοζόμαστε σε ότι μας δίνουν; Θα ακολουθούσαμε αυτό το ρεύμα το οποίο τα κάνει όλα ασήμαντα;
Η ευκολία και το βόλεμα οδηγεί σ’ αυτήν την εικόνα. Όλα τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας στην οποία κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητα της.
Αυτά που παρατηρεί ο καθένας στην ακτίνα δράσης του, αυτά που βλέπουν τα μάτια μας και πολλές φορές αδυνατούμε να τα πιστέψουμε είναι αποτέλεσμα της απόρριψης της κριτικής σκέψης, και της αποδοχής σε ότι δεν μας κουράζει το μυαλό.
Σίγουρα οι κοινωνίες θα ήταν διαφορετικές αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι.



Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Το αποτέλεσμα ενός βιασμού, δεν μπορεί να είναι η γνώμη σου…

Θα συμφωνήσω ότι είμαστε σε ένα άγουρο στάδιο, όσον αφορά τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι όμως που να ωριμάσουμε,   καλό είναι να κάνουμε μερικές επισημάνσεις, ώστε σε κάποια χρόνια να θεωρείται τουλάχιστον ντροπή να κοινοποιούμε συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στη μάνα μας που μας έκανε όμορφους. «Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελανί», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, Αν δεν υπήρχε η ευκολία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που ο καθένας ό,τι θυμάται χαίρεται, θα μειώνονταν οι κίνδυνοι σοβαρών ατοπημάτων, όχι μόνο στην πολιτική ζωή, αλλά και στην καθημερινότητα μας. Θα μιλούσαμε λιγότερο και θα σκεπτόμαστε περισσότερο.
Ανέξοδες ηλεκτρονικές μαλακίες, στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου, μας αδειάζουν το κεφάλι. Όπως και να το κάνουμε κάποτε υπήρχε ένα κόστος, που μας ανάγκαζε να επιλέγουμε με ιδιαίτερη προσοχή, αυτά που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελάνι. Στην εικόνα τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σοβαρά. Μπορεί να έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος να καεί το φιλμ, η υπερέκθεση όμως… εκθέτει πολλούς επίδοξους επιδειξίες. Όχι δεν έχω τίποτα με την τεχνολογία, απεναντίας, η κακή χρήση με βρίσκει απέναντι.Αλλάζουν οι εποχές μαζί και άνθρωποι, έτσι όπως τα περιγράφει με την απόλυτη ειλικρίνεια των πρώτων πρωινών ωρών, η φίλη του ραδιοφώνου…


«Ποιος μας χρειάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο, ποιος θέλει δίπλα του, κοντά του, ανθρώπους με ίσκιο και δροσιά; Όλα είναι μιας χρήσεως, και τα αισθήματα. Πληκτρολογείς το ΡΙΝ και μια εικονική πραγματικότητα σε απαλλάσσει από τον κόπο του σχετίζεσαι. Γίναμε παλιοσειρές, άλλη εποχή μας ανέθρεψε αυτή μας φτύνει, μας διαψεύδει, μας εκτροχιάζει, Τι κι αν σκαλίζουμε την πέτρα; Το τελικό άγαλμα θα είναι από πλαστικό και θα φλέγεται φωτίζοντας τους νέους γκρεμούς των τοπίων που αγαπήσαμε. Επί της ουσίας δεν είμαστε καν παρόντες μια ανάμνηση είμαστε. Και μια ρωγμή. Στον καθρέπτη του χρόνου»
Όλα είναι μιας χρήσεως και το κακό είναι που χρειάζονται πολλά χρόνια για να λιώσουν».
Φυσικά και δεν διαφωνούμε με το δικαίωμα του καθενός να εκφράζει τη γνώμη του. Διαφωνούμε με την επιπολαιότητα, την προχειρότητα και την βιασύνη, να γράψεις κάτι για να υποστηρίξεις ένα μοντέλο επικοινωνίας, που στην ουσία βιάζει την ίδια σου την γνώμη. Αν ψάξεις λίγο πιο βαθιά μπορεί και να διαφωνήσει ή και να αρνηθείς την υπογραφή σου. Το αποτέλεσμα ενός βιασμού, δεν μπορεί να είναι η γνώμη σου…

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Αυτό το λίγο είναι πολύ

Είναι η εποχή τόσο μπερδεμένη, που μας δυσκολεύει να φανερώσουμε μια σταθερή θέση, να δώσουμε μια επιθετική απάντηση. Στην ερώτηση “τι λες εσύ” το μυαλό μας περιπλανιέται σε πρώτες δεύτερες, δέκατες σκέψεις και καταλήγει σε ένα - με μεγάλη δόση αμφιβολίας - “νομίζω” βγαλμένο από τα βάθη της αμυντικής μας λειτουργίας.
Δεν ήταν πάντα έτσι, θα έπρεπε να γκρεμισθεί ένας κόσμος, που βομβάρδιζε με βεβαιότητες τα άγουρα μυαλά μας, να ηττηθούν τα δόγματα που μας νανούριζαν, να προστεθεί γνώση και χρόνος, για να εντάξουμε την αμφιβολία στην καθομιλούμενη.
Τίποτα παραπάνω από μια γνώμη, με πολλούς αστερίσκους, στην ερώτησή σου. Η εποχή μας βομβαρδίζει, αν χάσεις την προσήλωση στο στόχο και ακολουθήσεις τις προτροπές της, κινδυνεύεις να σκορπίσεις και στο τέλος, δεν θα είσαι χρήσιμος σε κανέναν. “Ένα ξέπνοο σώμα που έδωσε το παρόν σε όλες τις μάχες και δεν βοήθησε σε καμία” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “Πόσα συνεχόμενα ενενηντάλεπτα μπορείς να παίξεις σε υψηλό επίπεδο; Σε πόσα αθλήματα μπορείς να διεκδικήσεις κάτι παραπάνω από την τιμητική συμμετοχή σου; Θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά ή να φτιάξεις βιογραφικό; Αν αθροίσεις όλα εκείνα τα σημεία που επιβάλλεται σήμερα να δώσεις το παρόν σου, την υποστήριξή σου, τη φωνή σου, θα τα βγάλεις εκατοντάδες. Ένας χάρτης κατάστικτος από ανάγκες για αλληλεγγύη. Δεν μπορείς. Αν δεν σου μείνει στο τέλος εαυτός, μία πληγή θα κλείνεις και από άλλες τρεις θα χάνεις αίμα.” 
Σε εποχές με όλα τα μέτωπα ανοιχτά, επιλέγεις τις μάχες σου. Τι κάνουμε; Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι και να προσηλωθούμε ο καθένας στο στόχο του. Δεν φώναξα συνθήματα στην πορεία, όχι δε σνομπάρω, αλλά δεν μου βγαίνει, μπορώ όμως από εδώ να πολεμήσω και ο άλλος από εκεί, και κείνος από δίπλα, μπορώ από εδώ να νικήσω, αλλά και αν χάσω, από εδώ μπορώ να αντέξω και την ήττα.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά μεγάλες οι ανάγκες, δεν μπορούμε. Θα λιώσουμε. Θα τελειώσουμε. Γι’ αυτό από τη θέση του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει και να βρίσκει το στόχο. Αυτό το λίγο είναι πολύ. Είναι η πρώτη γραμμή της μάχης του καθένα και όλων μαζί.
Δεν χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα από την παρουσία μας εδώ και εκεί και πουθενά στο τέλος. Να σκοπεύσουμε απευθείας στην καρδιά, εκεί που η δική μας η καρδιά μπορεί και ξέρει.


Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...