Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Μια μέρα του Ιουνίου με συννεφιά


Ό,τι μας πόνεσε, έχει αφήσει το σημάδι του και είναι σαν ένα παλιό τραύμα που το κουβαλάμε μια ζωή. Πάντα θα βρίσκεται η ευκαιρία να μας πονάει.
Είναι ο πόνος τελικά το υπέρτατο συναίσθημα και όταν θέλουμε να μετρήσουμε την αγάπη εξαντλώντας τους αριθμούς και φτάνοντας μέχρι τον έβδομο ουρανό, ο πόνος είναι από εκεί και πάνω. Ο πόνος κάνει την διαφορά και ορίζει την κατάσταση.
Μόνο του ήρθε το παράπονο. Ακάλεστο. Για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξή μου. Όχι, δεν μπήκε στον κόπο των λογαριασμών, αγνόησε το πάρε δώσε της συναλλαγής των συναισθημάτων.
Ήρθε για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος.
«Χάνεται κάτι όταν είναι δικό σου; Αυτό το «Σου», όταν απαρνιέται την κτητική του ιδιότητα και αφήνει μόνο την αντωνυμία, να νομίζει ιδιοκτήτρια, ποτέ δεν χάνεται».

«Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα. «Σιγά μη σε πιστέψουμε», ήρθε η αντήχηση. Θα που πείτε η αντήχηση επαναλαμβάνει, έτσι γίνεται συνήθως, αυτή τη φορά όμως δεν άντεξε το ψέμα.
Ανεμίζω και πάλι μνήμες. Ανοίγω πληγές και οι φόβοι αναπόφευκτοι. Στη διασταύρωση και πάλι εκεί ακριβώς που τελειώνει η ανηφόρα και αρχίζει η κατηφόρα. Στο σημείο μηδέν, εκεί που στυλώνεις τα πόδια και διαβεβαιώνεις τον εαυτό σου, ότι ποτέ δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και όλα αυτά, με άγνοια παντελή, για το τι θα ακολουθήσει. Το «τι ωραία που μεγαλώνουμε», ακούγεται καλό σαν ευχή, αλλά φτάνει πια, μεγαλώσαμε, ας σταματήσει ο χρόνος για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας εδώ. Δεν νοσταλγώ τα νιάτα, πιστεύω πως η κορύφωση βρίσκεται κάπου στη μέση, με τις επιδόσεις να έχουν κάνει τα απαραίτητα χιλιόμετρα και να ρολάρουν καλύτερα, σαν στρωμένη μοτοσικλέτα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο.
Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.
Τι μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα; Μιας συνεχής μετατόπιση, στο μεσοδιάστημα, στο σημείο μηδέν. Μια απέραντη στρογγυλή πεδιάδα και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα. Όσο για εκείνες τις «ασφαλείς προβλέψεις…», κουταμάρες. Για μας που η καρδιά μας σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί, εδώ θα μείνουμε, στη μέση. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ ωραία εδώ πάνω, μόνο αυτό το αστέρι, που λάμπει, φαίνεται πως θα με δυσκολέψει,δεν ξέρω ποιος θεός μού το κρέμασε τόσο μακριά…





 



 







Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Αναλαμβάνω μέρος της ευθύνης

Αυτή είναι η τραγωδία της «πρώτης φοράς» αριστερά. Μπήκε στη θέση του οδηγού για ν' αλλάξει την πορεία του τόπου και μέχρι σήμερα, κινδυνεύει να αποκοιμηθεί στο τιμόνι. Η απογοήτευση για τις τραγικές μέρες που βιώνουμε υπολείπεται της θλίψης για την στάση μιας αριστεράς, που έστω και σε επίπεδο συμβολισμών, δεν έχει να επιδείξει τίποτα που να δικαιολογεί το όνομα της. Είναι περιττό να αποτυπώσουμε με λέξεις αυτά που ζούμε.
Αποτυχία! Αναλαμβάνω μέρος της ευθύνης. Τι να γραφτεί παρακάτω; Αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας.
Επιστρέφω κάτω από το δέρμα.

Όσο και αν προσπαθούμε να γράψουμε στο περιθώριο, μακριά από κραυγές και πολυχρησιμοποιημένες λέξεις, έρχονται στιγμές που καταθέτουμε τα όπλα.
Όχι, δεν γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
«Χωρίς βουλή χωρίς Θεό» που λέει και ο Σαββόπουλος, μελοποιώντας έτσι την αταξία του νου του και δίνοντας με αυτόν τον τρόπο διάσταση στις σκέψεις, που ξεπερνούσαν το εφήμερο του παρόντος του.
Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
Καμία λαμπρή ιδέα,  δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία  κατά την διάρκεια των γεγονότων.  
Γράφω καθυστερώντας τις λέξεις…
Επιστρέψω στην αρχή. "Δυστυχώς,  όσο και να προσπαθείς, στο δια ταύτα, πάντα  ανακαλύπτεις μια χαλασμένη παρτίδα για την οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Και δεν μιλάμε για φρούτα.   

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Κουραστήκαμε...


Μετά το σοκ ήρθε ο θυμός. Και όσο ο θυμός κυριαρχούσε μας κρατούσε όρθιους. Ύστερα ήρθε ο φόβος και μια απέραντη θλίψη μας καθήλωσε. Μας έχουν κουράσει όλα αυτά που ζούμε. Χρόνια τώρα κατεβαίνουμε... κατεβαίνουμε... και η σκάλα δεν έχει τελειωμό. Οι περιγραφές της κατάστασης ορατές πλέον και από το τελευταίο μάτι, δεν έχει νόημα η επανάληψη. Η ελπίδα ζητείται και πάλι, γιατί η τελευταία που κυβερνά, διαχειρίζεται πλέον μνημόνιο. Και εφαρμόζει μνημόνιο, το τρίτο, σε έναν Λαό αδύναμο, πεσμένο στο καναβάτσο απ΄ αυτά που προηγήθηκαν.
Τελειώνουν λένε τα μνημόνια τον Αύγουστο, η φτώχεια όμως παραμένει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι τις ρίζες, ούτε και τη “ψαλίδα” δεν κατάφερε να κόψει όλα αυτά τα χρόνια. Ο Λαός παραμένει ορφανός, νοιώθει προδομένος και απελπισμένος. Κατακτήσεις δεκαετιών έγιναν στάχτη. Οι ισχυροί, άπληστοι με ένα στόμα τρώνε τα πάντα. Κανιβαλίζουν πάνω από μια χώρα, που δεν ξέρω τι άλλο έχει να δώσει.
Η ριζοσπαστική αριστερά, που κυβερνάει, ποτίζει με το νερό της λησμονιάς τις ρίζες ενός συστήματος, που αποτελεί κοινό μυστικό πλέον, ότι έχει την κύρια ευθύνη για ότι μας συμβαίνει.
Μιλάει την ίδια γλώσσα με τους προηγούμενους, χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία, μετέρχεται τις ίδιες μεθόδους, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, που τελειωμό δεν έχουν.
Εύλογα θα ρωτήσει κάποιος: μπορεί να μεταλλαχτεί ένα κόμμα σε τόσο λίγο χρόνο; ΟΧΙ δε μπορεί και αν κάποιοι βαδίζουν το δρόμο το δεξιό, αυτή ήταν ανέκαθεν η διαδρομή τους, οι περισσότεροι όμως βαυκαλίζονται με την ιδέα, ότι, αφού τελειώσουν τα μνημόνια, αφού όπως αποδείχτηκε ήταν αδύνατον να τα σκίσουν, θα μπορέσουν να κινηθούν αριστερά. Αλήθεια, όλοι αυτοί με τις καλές προθέσεις, μπορούν να φανταστούν τη χώρα ύστερα από πέντε χρόνια σκληρής λιτότητας και αφού έχουν προηγηθεί άλλα πέντε; Σε ποια χώρα θα εφαρμοστεί η αριστερή πολιτική; Σε μια χώρα που πόροι και μέσα θα βρίσκονται στην κατοχή των ισχυρών; Σε μια χώρα που θα έχει ξεπουλήσει, ενέργεια, αεροδρόμια, λιμάνια, επικοινωνίες, συγκοινωνίες και ό,τι έχει σχέση με τη δημόσια περιουσία; Σε μια χώρα με πολίτες, που έχασαν την ελπίδα τους και τσακίστηκαν τα φτερά τους;
Σε μια τέτοια χώρα που θα έχει πουληθεί εξ ολοκλήρου, οι αριστεροί της κυβέρνησης δεν θα έχουν πλέον λόγο. Και καμία βεβαίως δυνατότητα να υλοποιήσουν τις καλές προθέσεις τους.
Αρχές καλοκαιριού και να σκεφτούμε τι μας αξίζει. Και δεν μας αξίζει αυτό που ζούμε. Μπορεί του χρόνου καλύτερα; Πάντα υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, κρυμμένο σε μια άκρη του προϋπολογισμού, αόρατο δια γυμνού οφθαλμού. Δεν θα τελειώσει ο κόσμος, και ας προσπαθούν να τον τελειώσουν.
Αυτές τις μέρες, υπερασπιζόμαστε, όχι τις ελπίδες και τις προσδοκίες αλλά την ανάγκη να ξεκουραστούμε για έναν ακόμα χρόνο στην σκιά ενός Ονείρου.





Και τηλεοπτικά σκουπίδια


Και μόνο η αναφορά του γεγονότος, πριν απαγγελθεί κατηγορία, επηρεάζει την απόφαση. Όταν μάλιστα, πάρουν την υπόθεση πάνω τους τα Μ.Μ.Ε. ο υπόδικος οδηγείτε στο «εκτελεστικό απόσπασα». Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου απ’ ότι φαίνεται δεν έχει καμία σημασία. Τα δικαστήρια υπολείπονται των τηλεδικείων. Το σεμνό δικαστικό ρεπορτάζ, έδωσε την θέση του, σε τηλεδικαστές και αδιάντροπους «ρεπόρτερ» που καταπατούν κάθε ιερό και όσιο προκειμένου να εξασφαλίσουν τηλεθέαση.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διαχειριστεί κανείς τη σχέση του με την τηλεόραση. Για να αποφύγουμε εντελώς την επαφή μας με το μέσο, σε μια εποχή που η τηλεόραση δεν έχει μπει απλώς στην ζωή μας, αλλά την καθορίζει σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγα ότι είναι υπερβολικό. Υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν τηλεόραση στο σπίτι και γενικά δεν έρχονται σε επαφή με το μέσο. Κάποιοι άλλοι έχουν φροντίσει να σβήσουν από την μνήμη του δέκτη τους, κάποια τηλεοπτικά κανάλια ώστε να μην σκοντάψουν κατά λάθος πάνω τους, την ώρα που κάνουν ζάπινγκ. Άλλοι επιλέγουν αυστηρά να παρακολουθήσουν συγκεκριμένες εκπομπές ανάλογα με τα ενδιαφέροντας τους. Δυστυχώς οι παραπάνω αποτελούν μειοψηφία

Οι περισσότεροι έχοντας κυριευθεί από τηλεοπτική βουλιμία, καταβροχθίζουν με ακατάσχετη λαιμαργία ότι βρίσκεται πάνω στο τηλεοπτικό τραπέζι, από περιττώματα μέχρι χαβιάρι και ύστερα κάνουν εμετό για να συνεχίσουν.
Είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε το κυρίαρχο μέσο της εποχής μας, με μηδενιστική διάθεση. Υπάρχουν εξαιρετικές ενημερωτικές, και ψυχαγωγικές εκπομπές που προβάλλονται μέσα από τους τηλεοπτικούς δεκτές, αλλά και άθλιες έως επικίνδυνες, που δυστυχώς διαμορφώνουν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης.
Εδώ θα έλεγα ότι υπάρχει και η μεγάλη διαφορά με τις εφημερίδες. Ο αναγνώστης επιλέγει ανάλογα με τη παιδεία του, την κουλτούρα του και τα ενδιαφέροντα του μια εφημερίδα, που φιλοσοφία της ανταποκρίνεται στα παραπάνω. Δεν συμβαίνει όμως αυτό με τους τηλεοπτικούς σταθμούς, που στην αγωνία τους να ανεβάζουν τους δείκτες τηλεθέασης, προβάλουν τα πάντα χωρίς περιορισμούς. Στην δεύτερη περίπτωση ο τηλεθεατής είναι αναγκασμένος να βρίσκεται με το τηλεκοντρόλ ανά χείρας και μέσα σ’ αυτό τοπίο να προσπαθεί να ικανοποιήσει τα ενδιαφέροντα του. Το δυστύχημα είναι ότι ο έντονος συναγωνισμός δεν έχει σαν αποτέλεσμα την ποιοτική αναβάθμιση αλλά τον άκρατο μιμητισμό. Την ώρα που αλλάζεις κανάλι γιατί έχει διαφημίσεις, τις περισσότερες φορές πέφτεις πάνω σε διαφημίσεις του επόμενου και του επόμενου. Ο τηλεθεατής δεν έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί ένα κανάλι όπως γίνεται με τις εφημερίδες, είναι αναγκασμένος να συνθέτει από πολλούς τηλεοπτικούς σταθμούς ότι τον ενδιαφέρει. Μιλάμε πάντα για τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια κι όχι για εξειδικευμένα.
Ατέρμονη η κουβέντα για την τηλεόραση. Το δυστύχημα είναι, ότι τόσα χρόνια έντονων επικρίσεων δεν συνέβαλαν ούτε και στο ελάχιστο στην βελτίωση του τηλεοπτικού τοπίου, απεναντίας η κατάσταση χειροτερεύει. Συνεχίζουν να πουλάνε σκουπίδια και οι περισσότεροι δυστυχώς, συνεχίζουν να τα αγοράζουν.


Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Για να ζήσουν οι λέξεις...


Καμιά πραγματικότητα δεν είναι ικανή να αντισταθεί στις εμμονές μας. Και αν αξίζει κάτι για να τη ζήσεις αυτή την ζωή, είναι η δυνατότητα να παίξεις με τους φόβους σου. Φυσικά και δεν είναι πράξη ηρωική, να τσαλακώσουμε την εικόνα μας. Ανάγκη περισσότερο δική μας είναι, για να νοιώσουμε για λίγο χρήσιμοι.Από φόβο είναι η αντίδραση και ας επιχειρηματολογούμε για το αντίθετο. Μπορεί η κάθε ηλικία να έχει τις χάρες της, στην δική μας, όμως έχει επικαθήσει ένας αχρείαστος φόβος, που όσο και να προσπαθούμε να τον κρύψουμε, έρχεται δια ασήμαντον αφορμή να μας υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος τελειώνει. Την εξήγηση τη βρήκα στο βιβλίο του 'Ιρβιν Γιάλομ, “ Στο κήπο του Επίκουρου”. Είναι ο φόβος του θανάτου, που από μια ηλικία και ύστερα, χωρίς, να το συνειδητοποιούμε, γεγονότα που στα χρόνια της νεότητας μας περνούν απαρατήρητα, στην ηλικία μας αποκτούν μια άλλη διάσταση στην καθημερινότητά μας.
Και το είδος της γραφής δε μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο. Έχει ηλικία η γραφή; Από το εφήμερο του ρεπορτάζ στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας, έφτασα να γυρεύω απεγνωσμένα λέξεις, για να φυτέψω κάτω απ' το δέρμα μήπως και τους παρατείνω για λίγο τη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου τελικά, που δίνει και στις λέξεις την ηλικία τους κάθε φορά που θέλουν να πουν κάτι. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. 
Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.
«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ;
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.
Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων; Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.






Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Στις αποχρώσεις του κόκκινου


Ήξερα ότι εκεί που η επιτυχία κάνει ησυχία, η αποτυχία δεν έχει άλλο δρόμο, από το να κάνει φασαρία. Μιλάει εξηγεί, ερμηνεύει, αντιδιαστέλλει, παραβάλλει, συγκινεί, συγκρίνει, περιγράφει, σαρκάζει, κάνει ότι μπορεί να κάνουν οι λέξεις, όταν οι λέξεις, είναι το μόνο που σου έχει απομείνει.
Τελικά η αποτυχία πάντοτε έχει κάτι να σου πει και αν δεν έχει τίποτα, σου δίνει την εντύπωση ότι έχει. Γι αυτό και εγώ που σας γράφω κάθε μέρα, από την αποτυχία μου σας γράφω. Προσπαθώ να εξηγήσω τα αυτονόητα, να απλοποιήσω, περιπλέκοντας τα σαφή.
Ξημέρωσε Δευτέρα. Το «Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα», φυσικά και δεν εννοούσε  Δευτέρα. Οι καιρικές συνθήκες; Οι χειρότερες. Νοιώθω μια καθολική ψύξη  να με διαπερνά, στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Αόριστες ενοχές,  χορεύουν ανεξέλεγκτα  μέσα μου,   με τον καλύτερο εαυτό μου εξαφανισμένο.  Καλά καλά δεν θυμάμαι αν διαθέτω ένα καλό εαυτό, πράο και γενναιόδωρο, σίγουρο και αταλάντευτο,  δυνατό και αστείρευτο, φωτεινό και ταπεινό. Τον ψάχνω, αλλά στη θέση του συναντάω ένα απύθμενο κενό, ένα τρομακτικό κενό  με όλους τους πανικούς της γης.  Με τους θυμούς και τους φόβους,  με τις αμφιβολίες και όλες τις ανασφάλειες του κόσμου τούτου.
Τα γεγονότα από μόνα τους, μου αφαιρούν κάθε διάθεση για απονομή δικαιοσύνης. Σχεδόν πάντα  είμαι διαθέσιμος  να επωμιστώ το βάρος  και χωρίς να έχω καταλήξει στον ένοχο, αλυσοδένομαι εκ των προτέρων.  Σ’ αυτές τις χρονικές στιγμές,  «Πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σαν  να 'χα  κλείσει την πόρτα  μου σ΄ έναν άγγελο» Ευτυχώς που ο  θυμός  μου, αποτελεί εξαίρεση του κανόνα και έρχεται  πάντα  καθυστερημένος για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.   

Πέρασε ένα ουδέτερο Σαββατοκύριακο.  Ό,τι χειρότερο δηλαδή.  Τα άσχημα και τα όμορφα γεμίζουν τις λευκές κόλλες της ζωής, τα ουδέτερα τις αφήνουν κενές  και  πολλαπλασιάζουν τις ώρες της προσμονής.  Και η υπομονή μου έχει εξαντληθεί.
Από τέτοιες μοναξιές τελικά φτιάχνουμε Θεούς  και έρωτες, μόνο που κάποια στιγμή  μας  ξεφεύγουν  από τα χέρια, ελευθερώνονται, μας επιβάλλονται και μας δυναστεύουν.
Είναι απογοητευτικό μετά τις απανωτές  ήττες, από το κόκκινο της φωτιάς να βολεύομαι σήμερα στις αποχρώσεις του κόκκινου. Ακόμα και τις πιο ξεβαμμένες.
Μια κοινωνία πλαστελίνη  από κάτω, αλλάζει χρώματα και σχήματα,  βολεύεται παντού, παίρνει επίκαιρες θέσεις. Μια κοινωνία με την Αριστερά της και τη Δεξιά της, απαραίτητο  συστατικό για την επιβίωση, μόνο που η Αριστερά λιγοστεύει επικίνδυνα   και τότε  τι θα κάνει η Δεξιά;   Μιλάμε για την Αριστερά  που αναπτύσσεται  σε κάθε οργανισμό, για την Αριστερά της Δεξιάς,  για την Αριστερά της Αριστεράς των κομμάτων, την Αριστερά της κυβέρνησης, την Αριστερά  της παιδείας, της ενημέρωσης, του πολιτισμού, την Αριστερά του έρωτα,  της ζωής όλης.  Γιατί τι νομίζετε  πως είναι είναι η ζωή μας; Μια αριστερά και μια Δεξιά… 


Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...