Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Άλλη μια άνοιξη. Άλλη μια επανάληψη…

Άλλη μια άνοιξη. Άλλη μια επανάληψη…
Η επανάληψη μας κάθεται στο στομάχι και όσο τα χρόνια περνούν, η ιστορία μας αναγκάζει στο αναμάσημα των ένδοξων χρόνων της νεότητας μας. Κάθε χρόνο, όλο και πιο βαρύ στομάχι. Δυστυχώς η ανανέωση δεν μπορεί να γίνει με παλιές φωτογραφίες. Ένα παλαιότερο κείμενο που χρειάστηκε σόδα για να το ξεπεράσω, προσθέστε και δέκα χρόνια ακόμα.
Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη. Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου, στο ίδιο μαύρο χώμα. Ο λάκκος κοντεύει να μας σκεπάσει και εμείς όλο και πιο βαθιά. Αρχίσαμε με δραστήρια χέρια και διάθεση πολλή. Με φλογερά μάτια, ανέμελα ρούχα, γένια και μακριά μαλλιά. Με πολλά οράματα και την αφίσα του Τσε πριν γίνει μόδα κρεμασμένη στη ψυχή μας.
Εκείνη η παρέα είχε σκορπίσει, δυο, τρεις βρισκόμαστε που και που.
Εκείνο το βράδυ είχαμε μαζευτεί στο σαλόνι. Πίναμε κρασί και καπνίζαμε. Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη. Το ύφος δεν είχε αλλάξει, και μπορεί να είμαστε σήμερα από σαράντα μέχρι πενήντα, διαθέτουμε όμως όλη εκείνη την εμπειρία του παλιού ιδεολόγου συνωμότη. Η συζήτηση είχε ανάψει, το κρασί και ο καπνός είχαν διώξει τις ανέσεις του σύγχρονου τοπίου. Στην σπαρτιάτικη φοιτητική γκαρσονιέρα, να παρακολουθούμε την εξέλιξη της εξέγερσης του Μάη του 1968 και να κάνουμε σχέδια για την ανατροπή της χούντας. Το πάθος, η οργή, ο ενθουσιασμός και η πίκρα, που κυριαρχούσαν στην αναπαράσταση θα μπορούσαν να ξεγελάσουν και τον πιο υποψιασμένο. Πως θα μπορούσε όμως να γίνει μια συζήτηση, από παλιούς πρωταγωνιστές χωρίς να δημιουργηθεί ένα τέτοιο κλίμα; Με όλα αυτά και ας ήταν "δήθεν".
Μετά τις απαραίτητες αντεγκλήσεις, η ώρα της αυτοκριτικής. Τι έφταιξε; Ποια λάθος γραμμή τραβήξαμε; Τι έπρεπε να ακολουθήσουμε; Στο τραπέζι τώρα ο καθένας εισέπραττε τα λάθη του, και φορτώνονταν τις ευθύνες. Μαλώναμε κιόλας για να γίνουμε πιο πιστευτοί, έτσι όπως παλιά, μόνο που έλειπε το συναισθηματικό αντίκρισμα. Το γνωρίζαμε όλοι στην παρέα, ο καθένας όμως ξεχωριστά. Την ήττα ποτέ δεν θα την παραδεχτούμε.
Οι περισσότεροι από την παρέα των οδοφραγμάτων ασχολούνται με τα οικονομικά και επενδύουν στο χρηματιστήριο. Άλλοι έχουν γίνει νεορθόδοξοι ή χορτοφάγοι, οικολόγοι και οπαδοί του Δαλάι Λάμα. Κάποιοι δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι από τις αναποδιές και εμείς εδώ να βρισκόμαστε κάθε τόσο και να αναμασάμε τις αναμνήσεις.
Η σημερινή δημοκρατία δεν μας εμπνέει την έξαρση για κάποια δράση, ένα σκαλί πριν το 2000 και ο καινούριος αιώνας θα μας βρει ανόρεχτους και σαστισμένους σαν παιδιά που ορφάνεψαν νωρίς.
Εκείνο το βράδυ η επανάσταση του σαλονιού πνίγηκε στο "μοσχοφύλερο" Συζητήσαμε, διαφωνήσαμε, τσακωθήκαμε, τραγουδήσαμε και θα το επαναλάβουμε.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, οι αναμνήσεις μου βάραιναν το στομάχι, αναζήτησα επειγόντως μια σόδα, είχα ξεχάσει το ψητό αρνί, που είχε προηγηθεί της επαναστατικής πράξης...

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Η εθνική μας μοναξιά

Άλλη μια επέτειος για την τιμή των όπλων. Τόπος με πολύ παρελθόν η Ελλάδα, τόσο πολύ που χάνεται το μέλλον.
Κάθε χρόνο τα ίδια, η ίδια φωτογραφία που με το καιρό ξεθωριάζει και η επανάληψη που έχει γίνει αφόρητη
Κάθε μέρα και μια επέτειος για την ψωροκώσταινα. Κάθε μέρα που μας θυμίζει την άλλη και η Ελλάδα να ανάβει κεράκια στις ημερομηνίες της ιστορίας της. «Δεν γνωρίζω άλλο λαό να έχει τόσες επετείους», υποστηρίζει ο Νίκος Δήμου σε ένα παλαιότερο χρονογράφημα του.
«….Το Ηρώον. Οι Επίσημοι, με τα σκούρα ρούχα και τις στραγγαλιστικές γραβάτες. Ο Νομάρχης , ο Δήμαρχος, ο Καθηγητής, που εκφωνεί πανηγυρικό. "Την Κυβέρνηση εκπροσώπησε ......". Από παιδί θυμάμαι την ίδια σκηνή. Μόνο η (κακή) καθαρεύουσα έγινε (κακή) δημοτική. Και μερικά σακάκια εξελίχθηκαν σε μπουφάν…»
«Γιορτάζουμε τη μάχη στις Θερμοπύλες και τη νίλα του Δράμαλη. Την απελευθέρωση της Αθήνας και την έξοδο του Μεσολογγίου. Το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και το χορό του Ζαλόγγου. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας και την Πολεμική Αρετή των Ελλήνων. Θρηνούμε την καταστροφή της Σμύρνης και τον τορπιλισμό της Έλλης. Την Άλωση της Πόλης - και τον Αττίλα της Κύπρου. Εξορκίζουμε την 21η Απριλίου και την 4η Αυγούστου. Τιμούμε την Εθνική Αντίσταση και τους Μαραθωνομάχους... Υπάρχουν και άλλοι λαοί με μεγάλη ιστορία. Κι άλλοι, με πολύ πιο πλούσια από μας, τα τελευταία χίλια χρόνια. Δεν είδα να γιορτάζουν ούτε το ένα δέκατο από ό,τι εμείς... Κι όχι πως δεν γνωρίζουν η δεν τιμούν την Ιστορία τους. Αντίθετα, μάλιστα, τη μελετάνε καλύτερα και σε βάθος. Ενώ εμείς, με την επετειολογία και τους πανηγυρισμούς, κάπου ακυρώνουμε την ουσία των γεγονότων.
Όταν ένα γεγονός αναβιώνεται (συμβολικά) κάθε χρόνο, όταν κάθε χρόνο προκαλεί χιλιάδες λέξεις, σύμβολα, εικόνες, εκδηλώσεις, είναι φυσικό σε λίγο να γεννάει μόνο κορεσμό και ανία. Πόσοι αισθάνονται ακόμα αυθεντική συγκίνηση στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου; Τα αέναα επανερχόμενα στερεότυπα για τα "λιοντάρια της κλεφτουριάς" (ή τους "ήρωες της Αλβανίας") σε ποιόν ανακαλούν ζωντανές εικόνες;
Όλες αυτές οι γιορτές είναι συστατικά στοιχεία του εθνικού μας λαϊκισμού. Ανήκουν στο πλέγμα της αυτοδοξολόγησης και αυταρέσκειας, το οποίο καλλιεργούν οι ηγέτες αυτής της χώρας από το '21 και δώθε. Οι γιορτές χρησιμεύουν για να προβάλλουν τους άρχοντες και να χορταίνουν το λαό. Να τον χορταίνουν με λόγια και παράτες - γιατί η ουσιαστική του ένδεια δεν καλύπτεται με δοξολογίες... Αν θέλουμε κάποτε να ξεφύγουμε από την επιφάνεια και να πάμε στην ουσία, να αφήσουμε το παρελθόν και να στραφούμε στο μέλλον, πρέπει να περιορίσουμε αυτή τη συνεχή επετειολογία. Την ιστορία να την κάνουμε πεδίο γνώσης και σκέψης, και όχι δεκάρικους. Να φύγουμε από την ατμόσφαιρα του μνημόσυνου και να πάμε στην ατμόσφαιρα της γέννας, της δημιουργίας!
Γιατί γνώρισμα ενός ζωντανού λαού δεν είναι πως έχει ιστορία, αλλά πως φτιάχνει ιστορία.»

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Μου τέλειωσαν οι αλήθειες

Τα έχω πει και τα έχω γράψει. Για τους συμβασιούχους, που για πολλοστή φορά βρίσκονται στους δρόμους μετράω δέκα κείμενα. Δεν έχω το κουράγιο να επαναλάβω τα ίδια, νοιώθω ότι δεν μπορώ να πω και να γράψω τίποτα, είναι η επανάληψη, που με οδηγεί στη σιωπή. Μου τέλειωσαν οι αλήθειες. Ένα παλαιότερο κείμενο με το ίδιο τίτλο για να δικαιολογήσω τη λούφα από την αγγαρεία, όσο για την λύση την έχω στο συρτάρι μου.
Είναι κάποιες μέρες που δεν έχεις τι να πεις. Νοιώθω να μου τελειώνουν οι αλήθειες και εκνευρίζομαι. Αυτή η τοπική ανακύκλωση μας έχει κουράσει, τα ίδια και τα ίδια σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας.
Το πιο οδυνηρό είναι να εξασκείς το δημοσιογραφικό επάγγελμα σ’ αυτή την μικρή πόλη, που όταν πέφτει το σκοτάδι, οι συνοικισμοί των ανθρώπων γίνονται ένα σιωπηλό ερημητήριο. Ευτυχώς έφυγα νωρίς από την μαχόμενη δημοσιογραφία, ή για να ακριβολογώ δεν μπήκα ποτέ στη «μάχη». Ποια μάχη θα μου πείτε, από γραφείο σε γραφείο, συναντώντας για τριάντα και πλέον χρόνια τα ίδια πρόσωπα. Τι να κερδίσεις μέσα σ’ αυτό το βαλτωμένο περιβάλλον. Τι καινούργιο να μάθεις; Η καλπάζουσα αρτηριοσκλήρυνση δεν σου αφήνει περιθώρια. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις ίσα - ίσα για να μας διατηρήσουν ζωντανούς.
Το πείσμα μας έσωσε. Για ζωή, για όνειρο, για παραμύθι, για αιώνιες φιλίες και έρωτες. Το πείσμα να μην γίνουμε άλλη μια ασήμαντη ίνα στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενός κόσμου που αγοράζεται και αγοράζει. Και αν δεν κάναμε τακτικές μεταφορές υπολοίπου από την ανήμερη καρδιά της νεότητας μας, τώρα θα είμαστε καθισμένοι στο καναπέ, συνένοχοι στη βλακεία.
Μείναμε λίγοι ίσα - ίσα να κάνουμε παιγνίδι. Παραμονεύουμε ο ένας την κίνηση του άλλου.
«Μου έχεις ξεκάνει τους πύργους και τους στρατιώτες, αλλά έχω στριμώξει την βασίλισσα σου. Κάνε κάτι δεν θέλω να νικήσω. Να συνεχίσουμε την άσκηση, να μην τρελαθούμε.
«Η Κέρκυρα μας και ο κερκυραισμός μας», μας μάρανε. «Το καταπράσινο νησί, η ιστορία και ο πολιτισμός μας. Το καλοκαίρι ο ήλιος και η θάλασσα». Στερεότυπα που πάλιωσαν από την κατάχρηση.
Ευτυχώς που εμείς την έχουμε την θάλασσα για όλο το χρόνο, μη σας πω για το χειμώνα, όταν παίρνει εκείνο το άγριο γρι, που δεν σηκώνει και πολλές κουβέντες και γίνεται τότε το καλύτερο στοίχημα με τον εαυτό μας.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Για το τραγούδι

Με αφορμή την τηλεοπτική εκπομπή του Σεραφείμ Φυντανίδη με καλεσμένους τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Σταμάτη Κραουνάκη και την Λίνα Νικολόπουλου. Για το τραγούδι ο λόγος και τι μπορούμε να προσθέσουμε, πλάι σε ένα κείμενο του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, από το βιβλίο του «ο καθρέπτης και το Μαχαίρι». το παραθέτουμε για να συμφωνήσουμε ότι όσο και να προσπαθεί η τηλεόραση να μας ταΐζει σκουπίδια, η τέχνη είναι αυτή που τα κάνει όλα αληθινά
Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας. Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας, που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα –αν είναι δυνατόν– ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσ’ απ’ το φόρεμα ή από το μαντήλι σας; Κι όμως δεν το ξεχάσατε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ’ όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από έναν μάγο σ’ ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου. Θα το θυμάστε και θα το ’χετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή… Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια. Δεν είναι το τραγούδι μου μια μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από ’δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μέσ’ απ’ τη μουσική μου. Σ’ εμένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήστε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω! Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...