Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Αυτοί δεν ξέρουν να αγαπούν

Τις μέρες που δεν έχω τι να γράψω, συνήθως θέλω να πω πολλά. Δεν υπάρχει γωνιά σ’ αυτόν τον τόπο που να μην σου φανερώνει τα σημάδια της αδιαφορίας και της εγκατάλειψης. Δεν υπάρχει γωνιά που να μην δείχνει την απροθυμία όλων αυτών, που δεν διστάζουν, με κτητική προσφώνηση να την λεηλατούν: «Η Κέρκυρα μας».
Έχω την εντύπωση ότι αυτός ο τόπος δεν εκπροσωπείτε, οι περισσότεροι Κερκυραίοι που βρέθηκαν σε κυβερνητικές θέσεις, όχι μονό δεν την βοήθησαν αλλά τη λεηλάτησαν. Θα εξαιρέσω τον Γεώργιο Ράλλη, πρώην Πρωθυπουργό, τον Σπύρο Ράλλη και φυσικά τον Γεώργιο Ρωμαίο. Με τον τελευταίο είχα την τύχη να βρεθώ την περασμένη εβδομάδα, που ήρθε στην Κέρκυρα για να μιλήσει στις εορταστικές εκδηλώσεις για την «Ημέρα της Ευρώπης». Σαν το παλιό καλό κρασί. Χάρηκα για την απλότητα του, την ηρεμία του, τη σοφία του, την αγάπη του για τον τόπο, πέρα από κομματικές, μικροκομματικές, εσωκομματικές αντιθέσεις. Πέρα από μιζέριες που γεννά συνήθως μια μικρή κοινωνία, πέρα και πάνω από πρόσωπα. Χάρηκα για τον Γιώργο Ρωμαίο, που δεν ξεχνάει τις ρίζες του και φροντίζει πάντα να δείχνει στην πράξη το ενδιαφέρον του για την γενέτειρα του.
Οι εξαιρέσεις όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα, δεν την αγάπησαν την Κέρκυρα οι περισσότεροι. Και δεν την αγάπησαν, γιατί απλούστατα πέρα από τον εαυτό τους, τα συμφέροντα τους και τις φιλοδοξίες τους, τίποτε άλλο δεν αγάπησαν στη ζωή τους. Δυστυχώς η Κέρκυρα υπήρξε άτυχη με τα παιδιά της.
……………………………………………………………………………..
Στην αρχαιότητα βάζανε ένα νόμισμα στο στόμα των νεκρών για να ’χουν να πληρώσουν στο πέρασμα της Αχερουσίας. Σήμερα συμβαίνει το ανάποδο, κυκλοφορούμε σαν κουμπαράδες, μας βάζουν νομίσματα στα χείλη για να σκάσουμε. Λίγοι έχουν ακόμα τη δύναμη να φτύσουν
Νοιώθω έντονα την ανάγκη αυτό ακριβώς να κάνω, όταν προσποιούμε ότι δεν έχω τι να γράψω, να φτύσω, στα μούτρα που δεν έχουν, όλους αυτούς, που δεν ξέρουν να αγαπούν…

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Σήμερα δεν θα γράψω ούτε λέξη!!!

Σήμερα δε μπορώ να γράψω ούτε λέξη, ύστερα από άσκοπες βόλτες του μυαλού μου , έπεσε σε ένα ομοιοπαθώντα, που στην προσπάθεια του να μην γράψει ούτε λέξη που έγραψε το σημερινό κείμενο.
Σκεφτόμουνα να γράψω κάτι αλλά δεν θα γράψω ούτε λέξη. Για να αρχίσω να γράφω θα πρέπει να σχηματίσω λέξεις, μπλέκοντας σύμφωνα και φωνήεντα με άπειρους κανόνες γραμματικής και δεν έχω καμία όρεξη να το κάνω. Δεν γράφω ούτε λέξη. Τίποτα δεν θα γράψω. Δεν έχει νόημα, γιατί να γράψω κάτι; Μα εδώ που τα λέμε δεν μου έρχεται και τίποτα το ιδιαίτερο στο μυαλό για να γράψω. Όχι, όχι, δεν θα γράψω τίποτα. Όρεξη είχα τώρα να σκέφτομαι πρόσωπα και καταστάσεις και να κάθομαι να αναπτύσσω παραγράφους και νοήματα. Όχι φίλε, αυτά δεν είναι για μένα. Δεν γουστάρω απόψε να αποτυπώσω ούτε λέξη. Όταν γράφεις κάτι το χέρι χαράζει γραμμές με απότομες σπασμωδικές κινήσεις και μπαίνει σε μία διαδικασία που έχουμε μάθει από το δημοτικό και αποκαλείται γράψιμο. Σήμερα όμως όλα όσα έχω μάθει δεν με βοηθάνε γιατί δεν μπορώ να διώξω από πάνω μου αυτή την βαρεμάρα. Μόνο που σκέφτομαι ότι θα πρέπει να κάτσω κάπου και να κάνω μια διαδικασία για κάποια ώρα, νιώθω την κούραση ! Όχι, όχι, δεν θα γράψω ούτε λέξη. Θα σταματήσω αυτή την στιγμή γιατί δεν νομίζω ότι έχω κάτι να πω. Το μόνο που θέλω είναι να μην γράψω ούτε λέξη απόψε. Σαν κάτι μαλάκες που κοροϊδεύω θα γίνω; Κάτι ψωνισμένους που νομίζουν ότι έχουν να δώσουν κάτι και κάθονται και γράφουν και γράφουν και γράφουν και μετά τα μοιράζουνε στον κόσμο αναμένοντας κριτικές. Όχι φίλτατοι! Εγώ μαλάκας δεν θα γίνω. Αντίσταση κατά της γραφής τώρα! Ούτε λέξη! Σήμερα νιώθω επαναστάτης του κορμιού μου. Καταπιέζω την συγγραφική μου στέρηση με νοητική μεθαδόνη και αντιστέκομαι σε μια καλοφτιαγμένη κόλλα χαρτιού που με κοιτά σαν πόρνη με ανοιχτά πόδια πάνω στο γραφείο. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε αλλά σήμερα δεν θέλω να γράψω ούτε λέξη. Ποιος είναι ο σκοπός να συμπληρώνεις σελίδες; Και ποιο είναι το νόημα; Όχι, όχι, απόψε δεν θα γράψω ούτε λέξη. Μην ανακυκλώνομαι και λέω τα ίδια και τα ίδια, νομίζω το πιάσατε το νόημα. Απλά δεν θέλω να γράψω απόψε, δεν έχω όρεξη, δεν έχω διάθεση και έχω πείσει τον εαυτό μου ότι μπορώ να τα καταφέρω να μην γράψω τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα εννοούμε τίποτα. Ούτε λέξη! Και ξέρετε κάτι; Νομίζω ότι τα κατάφερα. Ε;

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Για να ξεβουλώσουνε τ’ αυτιά μας

Η αφαίρεση στο λόγο μου, που συνεχώς επιδεινώνεται, φοβάμαι πως θα με εξοστρακίσει, πέρα από τα αστικά τοπία. Πέρα από τις κραυγές, και ακόμα πιο μακριά και απ’ αυτές τις «εκλεκτές» μειοψηφίες. Εκλογές σε λίγες μέρες και τα λόγια περιττά, άλλωστε θα ακούσουμε τόσα πολλά, τόσα πολλά ψέματα...
Τι θα κάνουμε; Τόσα χρόνια, μάθαμε το δρόμο. Η πραγματικότητα μας πληγώνει και ανοίγουμε λογαριασμούς με τον ουρανό η την θάλασσα. Που θα μας βρείτε; Στο βουνό ψηλά εκεί να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους προς τα πάνω…
Λίγα σχόλια από το «τρίτο», του αξέχαστου Μανου Χατζιδάκι για να ξεβουλώσουνε τ’ αυτιά μας από το θόρυβο των ημερών.
“Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα…….τους εφησυχασμένους συνομήλικους……..και την κάθε λογής χυδαιότητα”
“Είμαι ο Λαχειοπώλης του Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά και αγγέλους”
“Καμία πολιτική σκοπιμότητα δεν θα με κάνει να πω το μαύρο-άσπρο και το άσπρο-μαύρο, συνεπώς δεν είμαι το κατάλληλο στοιχείο για συμπαράσταση σε οργανωμένες καταστάσεις”
“Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ΄ναι για τον έρωτα που θα χάσω”
“H εξουσία είναι μια εγωπαθής και ανεγκέφαλη κυρία που αγαπάει τους εραστές της και καταδιώκει όσους την αντιπαθούν και την εχθρεύονται”
“Οι ρίζες μου βρίσκονται στην άνυνδρη γη, για να μην ξεδιψάνε ποτέ και να μην ησυχάζουν”
Όσο για αυτές τις εκλογές, που δεν έχουν και μεγάλη σημασία, αυτός ο χιλιοπροδομένος Λαός, από τα κόμματα της εξουσίας το ίδιο θα κάνει, ούτε ένα μήνυμα δεν τολμάει…

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

H Άνοιξη είναι αριστερά…

Ίσως να μην κατάφερα να διευκρινίσω όλα αυτά τα χρόνια, ότι και η αριστερά είναι έρωτας, είναι πάθος, είναι βάσανο, είναι πόνος και καημός. Απ’ όσο θυμάμαι ήττες μετράμε και αν αντέξαμε, είναι ο έρωτας που μας κράτησε. Φαντασθείτε εκεί που γράφει «αριστερά» να βάλουμε «δεξιά», ποιος θα μπορούσε να ξεστομίσει τέτοια λόγια. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν ερωτεύονται οι δεξιοί, όχι αυτοί που ψηφίζουνε δεξιά, αυτοί που σκέφτονται και λειτουργούν δεξιά.
Στις πρώτες μέρες της Άνοιξης, που έκλεισε πενήντα.
Αναρωτιέμαι αν τα αισθήματα ενηλικιώνονται, αν ο έρωτας ενηλίκων έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κάνει διαφορετικό.
Πρέπει να αφήσω πίσω μου αυτά που είναι πίσω μου και να βάλω σε μια τάξη τις ηλικίες μου. Να συμμαζέψω το μυαλό μου, που όλό να κοιμάται στο κορμί μου πριν τρεις δεκαετίες θέλει. Να σταματήσει επιτέλους να αναζητάει απαντήσεις σε χαζές ερωτήσεις του τύπου «τι είναι αγάπη»; Και να ενθουσιάζεται τώρα στα γεράματα από τους μεταμεσονύκτιους ραδιοφωνικούς προβληματισμούς της βραχνής κυρίας ανάμεσα από δύο ερωτικά τραγούδια. Συγχορδία λέει, είναι η αγάπη αντιθέσεων, διαπλοκή αντιφάσεων, το ταξίδι της μεγάλης μέρας στην ακόμα μεγαλύτερη νύχτα, η ζωή σου ο, κατά τακτά διαστήματα, θάνατος μου. Αλήθεια, τι είναι αυτό που μας κάνει, θαλασσινούς ανθρώπους να τριγυρίζουμε στην τρύπα του ηφαιστείου;
Εκεί που πήγε να δώσει την εξήγηση έβαλε το ερωτηματικό, αυτό που βάζω και εγώ κάθε φορά που προσπαθώ με την λογική να πνίξω το πάθος.
Δεν εξηγούνται όλα αυτά με λόγια. Μια καλή λύση είναι οι…ιατρικές εξετάσεις… Μια γοητευτικότερη είναι να αφεθείς στις σιωπές του άλλου, να περπατήσεις στις σκιές της, να χαϊδέψεις τα χαμένα της, κι όταν την φέρουν πάλι πίσω τα όνειρα, να την καλοδεχτείς σαν την πρώτη σας φορά. Γιατί ειλικρινής μπορεί να είναι αυτός που τα λέει όλα, αληθινός όμως είναι πάντα εκείνος που έχει το θάρρος να αποσύρεται στον εαυτό του και ταυτόχρονα να είναι διαθέσιμος. Έτσι κάναμε τόσα χρόνια και με την αριστερά και με τις γυναίκες. Όσο για την ηλικία, αυτή δεν αστειεύεται…

Υ.Γ το αφιερώνω στο φίλο μου το Γιάννη

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Το δώρο μου

Ένας μποκές λουλούδια από τα λιβάδια των λέξεων, διαλεγμένα από την φίλη μου την Άλεφ, το δωρο μου. Αναρτήθηκε στη δική της σελίδα. Ένα μεγάλο ευχαριστώ.

Τον άρτον ημών, τον επιούσιον...

Χαίρε, παραμύθι μου (για να μη ξεχαστεί και ο... Γιεσένιν!)

Του Μάκη,
που ζήσαμε μια ζωή και κάθε χρόνο γιορτάζουμε μαζί τον ίδιο μήνα. Με... έντεκα μέρες διαφορά, γεννημένοι κι οι δυο τον ίδιο χρόνο. (10 του Μάη αυτός, 21 το ούφο, η αφεντιά μου!)

Μπουκίτσες που αγαπήσαμε, σαν τα υπέροχα φαγάκια που μου μαγειρεύεις! Μαγιακόφσκι (κλασικά εικονογραφημένα) και “Η ηδονή της αφής” Μπρούνο Μοντιμπέλι. Αντί για... φοντανάκια! (Να μαγειρεύω δεν μ' άφηνες, μου έμειναν – θέλοντας και μη – οι λέξεις).

«Την ψυχή μου πάνω από την άβυσσο την τέντωσα σαν σκοινί.
Σαν ακροβάτης πέρασα ταχυδακτυλουργώντας με τις λέξεις».

«Τρέμω μην ξεχάσω τ’ όνομά σου
σαν τον ποιητή που τρέμει
μπας και χάσει τη λέξη
που μόλις ανακάλυψε
μια λέξη που η δόξα της συναγωνίζεται τη δόξα
του Θεού!»

«Από τα χείλια μου
παραμορφωμένο - σαν πόρτα που την έγλυψε φωτιά-
ορμάει έξω ένα μικρούλικο φιλί - το τελευταίο μου...»


«Οχι; Δε θέλεις;
Χα!
Αυτό σημαίνει ότι θα περιμαζέψω για μια φορά ακόμα
την καρδιά μου
και θα την κουβαλήσω δακρυχέουσα, μόνος και πάλι,
σαν το σκυλί
που σέρνει το πατημένο απ’ το τρένο
πόδι του».


«Κάποιος ποιητής τραγουδάει σονάτες στην Τιάνα
τώρα που εγώ
όλος ανθρωπιά,
όλος σάρκα
φτάνω να ζητιανεύω το κορμί σου
σαν Χριστιανός το μάνα:
«Κύριε, δος ημίν
σήμερον,
τον άρτον ημών τον επιούσιον!»

«Άρχισα να την αγγίζω...
Αυτό το σώμα το απαλλαγμένο από κάθε προσποίηση, αυτό το παρθένο, γεμάτο ζωντάνια σώμα, ήταν από μόνο του ένα συμπόσιο. Ακόμα και μπροστά στα πιο εκλεκτά φαγητά, δεν θα ένιωθες καμιά πείνα. Ήταν το σμάλτο του σταφυλιού, το βελούδο του δαμάσκηνου, το ζαχαρωτό του μελιού, η απαλότητα και το τραγανό της αμυγδαλόπαστας, η σφριγηλότητα της ελιάς και η σάρκα του ψωμιού της σίκαλης, ο χυμός των ψητών κρεάτων και η καρδιά των σύκων, το χρυσαφί της τούρτας και το κεχριμπαρένιο του παλιού κρασιού- ήταν το μάνα εξ ουρανού φερμένο απ’ τον Υψιστο στους ανθρώπους σαν ένα είδος πρόγευσης της Εδέμ».

«Το δέρμα που είχε ψηθεί στον ήλιο σκόρπιζε τώρα γύρω του τα χρώματα και τ’ αρώματά του. Μύριζα κανέλα, πιπέρι και ζιγγίβερι’ γευόμουν με τα μάτια την καφετιά κρέμα με την οποία φαινόταν να έχει αλειφτεί ολόκληρη, τις κιτρινωπές σαν από χρυσόξυλο αποχρώσεις της επιδερμίδας, τις βιολετιές της ανταύγειες, και τους μικρούς της λοφίσκους από μαύρη άμμο όπου σπινθηροβολούσε ένα φίνο μωσαικό από μικροσκοπικούς κρυστάλλους. Αυτό το δέρμα απέπνεε θερμότητα’ κι όμως ήταν γεμάτο δροσιά και τα δάχτυλά μου γλιστρούσαν απρόσκοπτα πάνω στη γυαλιστερή του επιφάνεια. Εργάζονταν με επιδεξιότητα και ευφροσύνη, διαπερνούσαν, χώνονταν μέσα στη σάρκα, ζέσταιναν τα βαθιά νερά- και δέχονταν την απάντηση. Η γυναίκα μάλιστα πήγαινε μπροστά απ’ αυτά, ανασηκώνοντας το σώμα της, τεντώνοντάς το, αργοκουνώντας το κυματιστά για να επισπεύσει την έφοδο της ηδονής.
Γιατί μου χρειάστηκε ο Έζρα για να καταλάβω ότι «αγγίζω» σημαίνει επίσης και «αγγίζομαι»; Ότι δεν υπάρχει άλλη αίσθηση ικανή να δώσει όσο και να πάρει; Ότι δεν υπάρχει ένωση πιο βαθιά από την ένωση της σάρκας των σωμάτων;
Ευλογημένος που μου άνοιξε τα μάτια...»

«Ιδού εγώ/ με τα καρφιά των λέξεων/ σταυρωμένος στο χαρτί».

Αυτά, και
Χρόνια σου Πολλά, ναι;
Αχ! τί ωραία που μεγαλώνουμε και γεμίζουμε τα χρόνια, τη ζωή μας και το Χρόνο!

Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...