Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

«Σε διψάω»

Ζούμε στην εποχή που, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν ένα σώμα σαν να είναι θαύμα.
Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στα «Ερωτικά» του Γιάννη Ρίτσου. Όχι για τη λογοτεχνία. Για τη θερμοκρασία τους.




«Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω»

Ο αληθινός πόθος δεν είναι ευγένεια. Είναι ανάγκη. Είναι εκείνη η στιγμή που μια γυναίκα περνά δίπλα σου και ξαφνικά αλλάζει ο ρυθμός του αίματος…

Σαν εκείνη τη νύχτα που το φόρεμα πέφτει αργά στην καρέκλα και ξαφνικά όλος ο κόσμος περιορίζεται σε έναν γυμνό ώμο, σε μια καμπύλη φωτισμένη στο μισοσκόταδο, στη ζεστασιά ενός ποδιού που ακουμπά τον δικό σου κάτω από το τραπέζι.

Ο έρωτας δεν κατοικεί στην τελειότητα. Κατοικεί στις λεπτομέρειες. Στο κουμπί που ανοίγει αργά. Στην ανάσα που βαραίνει. Στη σιωπή λίγο πριν ενωθούν δύο στόματα

«Ἡ γλῶσσά μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσά σου στὸ στόμα μου,
σκοτεινὸ δάσος»

Κάποτε πίστευα πως ο ερωτισμός είναι προνόμιο της νεότητας.
Λάθος.
Ο πραγματικός ερωτισμός γεννιέται όταν ο άνθρωπος αποκτά μνήμη. Όταν ξέρει τι σημαίνει απουσία, καθυστέρηση, νύχτες που δεν τελειώνουν. Όταν μια γυναικεία σιωπή μπορεί να τον αποσυντονίσει περισσότερο από μια κραυγή.

«Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν στὴν ἀπουσία σου»

Και ξαφνικά θυμάσαι όλα όσα αφήσαμε μισά. Όλα όσα δεν αγγίξαμε αρκετά. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και έμειναν τελικά κάτω από το δέρμα μας.

Γιατί ο πόθος δεν τελειώνει όταν τελειώνει το σώμα.
Συνεχίζει μέσα στη μνήμη.

Σ’ ένα άδειο κάθισμα δίπλα σου τη νύχτα. Σ’ ένα ποτήρι κρασί μετά τα μεσάνυχτα. Σ’ ένα κρεβάτι που ξέρει ακόμη το σχήμα ενός άλλου σώματος.

Εκεί κρύβεται όλος ο πόθος.
Σ’ αυτό που αγγίζεις και όμως δεν κατακτάς ποτέ ολοκληρωτικά. Στη γυναίκα που ξαπλώνει δίπλα σου και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να μοιάζει μυστήριο. Στο σώμα που γίνεται πατρίδα και εξορία μαζί.

Κάποιοι άνθρωποι δεν μπαίνουν απλώς στη ζωή σου.
Μπαίνουν κάτω από το δέρμα σου.


Ζούμε στην εποχή που, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν ένα σώμα σαν να είναι θαύμα.
Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στα «Ερωτικά» του Γιάννη Ρίτσου. Όχι για τη λογοτεχνία. Για τη θερμοκρασία τους.

«Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω»

Ο αληθινός πόθος δεν είναι ευγένεια. Είναι ανάγκη. Είναι εκείνη η στιγμή που μια γυναίκα περνά δίπλα σου και ξαφνικά αλλάζει ο ρυθμός του αίματος…

Σαν εκείνη τη νύχτα που το φόρεμα πέφτει αργά στην καρέκλα και ξαφνικά όλος ο κόσμος περιορίζεται σε έναν γυμνό ώμο, σε μια καμπύλη φωτισμένη στο μισοσκόταδο, στη ζεστασιά ενός ποδιού που ακουμπά τον δικό σου κάτω από το τραπέζι.

Ο έρωτας δεν κατοικεί στην τελειότητα. Κατοικεί στις λεπτομέρειες. Στο κουμπί που ανοίγει αργά. Στην ανάσα που βαραίνει. Στη σιωπή λίγο πριν ενωθούν δύο στόματα

«Ἡ γλῶσσά μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσά σου στὸ στόμα μου,
σκοτεινὸ δάσος»

Κάποτε πίστευα πως ο ερωτισμός είναι προνόμιο της νεότητας.
Λάθος.
Ο πραγματικός ερωτισμός γεννιέται όταν ο άνθρωπος αποκτά μνήμη. Όταν ξέρει τι σημαίνει απουσία, καθυστέρηση, νύχτες που δεν τελειώνουν. Όταν μια γυναικεία σιωπή μπορεί να τον αποσυντονίσει περισσότερο από μια κραυγή.

«Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν στὴν ἀπουσία σου»

Και ξαφνικά θυμάσαι όλα όσα αφήσαμε μισά. Όλα όσα δεν αγγίξαμε αρκετά. Όλους εκείνους τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μας και έμειναν τελικά κάτω από το δέρμα μας.

Γιατί ο πόθος δεν τελειώνει όταν τελειώνει το σώμα.
Συνεχίζει μέσα στη μνήμη.

Σ’ ένα άδειο κάθισμα δίπλα σου τη νύχτα. Σ’ ένα ποτήρι κρασί μετά τα μεσάνυχτα. Σ’ ένα κρεβάτι που ξέρει ακόμη το σχήμα ενός άλλου σώματος.

Εκεί κρύβεται όλος ο πόθος.
Σ’ αυτό που αγγίζεις και όμως δεν κατακτάς ποτέ ολοκληρωτικά. Στη γυναίκα που ξαπλώνει δίπλα σου και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να μοιάζει μυστήριο. Στο σώμα που γίνεται πατρίδα και εξορία μαζί.

Κάποιοι άνθρωποι δεν μπαίνουν απλώς στη ζωή σου.
Μπαίνουν κάτω από το δέρμα σου.

Η άνοιξη των επικίνδυνων ανθρώπων

Ο Μάης είναι επικίνδυνος μήνας. Κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους σαν παλιός έρωτας που δεν ξέχασε ποτέ τη διεύθυνσή σου. Μυρίζει γιασεμί, σκόνη από ανοιχτά παράθυρα και εκείνη τη γλυκιά αλαζονεία της άνοιξης που σε πείθει πως η ζωή μπορεί ακόμη να ξαναρχίσει.



Τέτοιες μέρες προδίδονται οι πιο καλά κρυμμένες μοναξιές. Ένα βλέμμα πάνω από ένα ποτήρι κρασί, ένα χέρι που αργεί να φύγει, μια φλέβα που χτυπά στον λαιμό σαν μικρό ανυπότακτο τύμπανο, και ξαφνικά όλα όσα ονόμαζες βεβαιότητες καταρρέουν με τον θόρυβο παλιού θεάτρου μετά την τελευταία παράσταση.

Ο έρωτας δεν εξηγείται. Επιτίθεται.

Μπαίνει από ξεχασμένες χαραμάδες, αναστατώνει τακτοποιημένες ζωές, καίει κανόνες, γελοιοποιεί ιδεολογίες και αφήνει πίσω του έναν άνθρωπο γυμνό απέναντι στον εαυτό του. Χωρίς επιχειρήματα. Χωρίς άμυνες. Μόνο με εκείνη τη γελοία και ταυτόχρονα μεγαλειώδη ανθρώπινη ανάγκη να ανήκει κάπου, έστω και για ένα βράδυ.

Κι ύστερα έρχεται ο φόβος. Όχι μήπως χαθεί ο άλλος. Αυτός είναι ο μικρός φόβος. Ο μεγάλος είναι μήπως μια μέρα πάψει να πονά μέσα σου. Γιατί τότε τελειώνουν όλα. Όχι όταν σβήνουν τα φώτα, αλλά όταν σωπαίνει το τραύμα. Όταν μπορείς να προφέρεις ένα όνομα χωρίς να τρέμει μέσα σου τίποτα.

Γι’ αυτό επιστρέφουμε πάντα. Στα λάθη μας, στα καλοκαίρια που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, στις γυναίκες που άφησαν το άρωμά τους πάνω στις λέξεις μας. Επιστρέφουμε όπως επιστρέφουν τα κύματα σε μια ακτή που γνωρίζουν πως δεν θα κρατήσουν ποτέ.

Ο άνθρωπος χωρίς πάθος γίνεται σιγά σιγά ένα επιπλωμένο δωμάτιο. Καθαρό. Ήσυχο. Νεκρό.

Κι η αγάπη;
Η αγάπη παραμένει κόκκινη. Όχι σαν τριαντάφυλλο. Αυτά είναι για τους ανθοπώλες και τις επετείους. Κόκκινη σαν πληγή που αρνείται να κλείσει. Σαν αίμα που επιμένει να κυκλοφορεί ακόμη και μέσα στις πιο κουρασμένες καρδιές. Σαν την τελευταία απόδειξη ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν κουράστηκε, δεν έπαψε να αισθάνεται.

Χωρίς διακριτικά

Το προσωπικό είναι μόνο η πρώτη ρωγμή. Μετά έρχεται το κείμενο και κάνει ό,τι θέλει. Παίρνει όσα προσπάθησες να κρύψεις, τα ανακατεύει με σιωπές, θυμό και μνήμη, και τα επιστρέφει πίσω πιο αληθινά απ’ όσο αντέχεις να παραδεχτείς. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι που γράφουν δεν ησυχάζουν ποτέ πραγματικά. Ξέρουν πως κάθε λέξη τους αφήνει κάπου εκτεθειμένους.



Και ο θυμός επίσης δεν ησυχάζει. Δεν πεθαίνει επειδή τον σκέπασες. Περιμένει. Κάθεται στις άκρες της ψυχής σαν λεπτή σκόνη και επιστρέφει αθόρυβα μέσα από μια μυρωδιά, μια φράση, ένα βλέμμα, έναν Μάη που μπαίνει από ανοιχτό παράθυρο και σου θυμίζει όλα όσα δεν έκλεισαν ποτέ πραγματικά μέσα σου.

Ο Μάης έχει κάτι σχεδόν ανήθικο. Λίγο περισσότερο φως, λίγη περισσότερη ζέστη, κι οι άνθρωποι πείθονται πως μπορούν να ξαναρχίσουν από την αρχή. Μα οι κοινωνίες δεν αλλάζουν τόσο εύκολα. Κάτω από τις ανθισμένες βιτρίνες και τις φωτισμένες πλατείες λειτουργούν πάντα οι ίδιες μικρές φυλές. Οι ίδιες παρέες αλληλοαναγνώρισης. Οι ίδιες κλειστές διαδρομές επιβεβαίωσης.

Πρέπει κάπου να ανήκεις.
Σε κόμμα, σε κύκλο, σε παρέα, σε ιδεολογία, σε μηχανισμό, σε εξέδρα. Να φοράς κάτι που να σε εξηγεί γρήγορα. Μια γνωριμία, ένα σύνθημα, μια δημόσια φωτογραφία δίπλα στους σωστούς ανθρώπους. Η εποχή δεν αγαπά την πολυπλοκότητα. Θέλει εύκολες ταμπέλες και καθαρές κατηγορίες.

Κι όταν σταθείς απέναντί τους μόνο με τον εαυτό σου, ακούγεται σχεδόν αυτονόητη η ερώτηση:
«Πού πας χωρίς στολή;»

«Η αξιοπρέπεια των εφήμερων πραγμάτων»

Ίσως η αισιοδοξία να μην είναι ποτέ μια βεβαιότητα φωτός.

Ίσως να είναι απλώς η αξιοπρέπεια με την οποία κρατά κανείς ένα ποτήρι κρασί ενώ γύρω του γερνά ο κόσμος.



Με κατηγορούν συχνά για απαισιοδοξία.
Το λένε με εκείνη τη βιαστική σιγουριά των ανθρώπων που φοβούνται τις χαμηλές θερμοκρασίες της σκέψης. Σαν να είναι υποχρεωμένος κανείς να κυκλοφορεί με ένα πρόχειρο χαμόγελο και μια έτοιμη φράση στην τσέπη: «Όλα θα πάνε καλά».
Η μικρή προσευχή μιας εποχής που αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό της.

Μόνο που η αισιοδοξία δεν είχε ποτέ σοβαρή σχέση με την άγνοια.

Το μέλλον είναι ένας αργός αποχωρισμός.
Θα αλλάξει το σώμα μας, θα αραιώσουν οι παρέες μας, κάποια σπίτια θα κλείσουν για πάντα τα παντζούρια τους και ορισμένες φωνές, που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, κάποτε θα επιβιώνουν μόνο σαν απόηχος μέσα στα υπόγεια της μνήμης.

Ο χρόνος δεν θυμώνει ούτε συγκινείται. Προχωρά με τη σιωπηλή ακρίβεια παλιού εκκρεμούς, σαν να εκτελεί μια εργασία που προϋπήρχε όλων μας.

Κι όμως, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σαν μικρές εστίες αντίστασης απέναντι στο αναπόφευκτο. Αγοράζουν βιβλία που ίσως δεν προλάβουν να διαβάσουν. Ερωτεύονται με την αφέλεια πρωτάρη. Φυτεύουν βασιλικούς σε αυλές προσωρινές.
Στρώνουν τραπέζια για φίλους, ανοίγουν κρασιά για βράδια που δεν θα επαναληφθούν ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Σαν να γνωρίζουν βαθιά πως τίποτε δεν κρατά κι ακριβώς γι’ αυτό να το αγαπούν περισσότερο.

Οι πιο αισιόδοξοι άνθρωποι που γνώρισα δεν ήταν ανέμελοι.
Ήταν άνθρωποι πληγωμένοι. Με βλέμμα καθαρό και νύχτες δύσκολες. Άνθρωποι που είχαν ήδη συνομιλήσει με την απώλεια και παρ’ όλα αυτά συνέχιζαν να ανάβουν μικρές φωτιές μέσα στο σκοτάδι.
Όχι επειδή πίστευαν πως θα νικήσουν τη φθορά, αλλά επειδή θεωρούσαν ταπεινωτικό να παραδοθούν χωρίς μουσική, χωρίς έρωτα, χωρίς ένα τελευταίο καλοκαίρι.

Ίσως τελικά η αισιοδοξία να είναι αυτό.
Να επιμένεις στην ομορφιά ενώ γνωρίζεις τη διάρκειά της.
Να αγαπάς πράγματα θνητά, εφήμερα και εύθραυστα, μόνο και μόνο επειδή χωρίς αυτά η ζωή γίνεται λογική, αλλά αβίωτη.

Και η ζωή, παρά τη φθορά της, παρά τη σκόνη που αφήνει πάνω σε όλα, εξακολουθεί να μας χαρίζει μικρά καλοκαίρια υπό προθεσμία.

Εκεί που δεν τελειώνει τίποτα

 

Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΕκεί όπου δεν τελειώνει τίποτΥπάρχουν νύχτες που η μνήμη επιστρέφει μεθυσμένη.
Δεν χτυπά την πόρτα. Μπαίνει μέσα σαν αέρας από παλιό καλοκαίρι και κάθεται απέναντί σου χωρίς να μιλά. Κουβαλά τη σκόνη μιας παιδικής χαράς, το τρίξιμο από μια σκουριασμένη κούνια, έναν ουρανό έτοιμο να βρέξει. Και ξαφνικά βρίσκεσαι πάλι εκεί, στην πλατεία του χωριού σου , να κοιτάς τα σύννεφα και να μη γνωρίζεις αν έρχονταν από το Ιόνιο ή από την Άγρια Δύση του «Μικρού Σερίφη».



Η μνήμη δεν θυμάται. Επινοεί. Παραποιεί το φως, λυπάται τα πρόσωπα, δίνει δεύτερη ζωή σε όσα δεν άντεξαν την πρώτη. Γι’ αυτό μερικές αναμνήσεις μοιάζουν πιο αληθινές από τα ίδια τα γεγονότα.
Κάποτε πίστευα πως το «για πάντα» ήταν βεβαιότητα. Τώρα ξέρω πως είναι επιλογή.

Γιατί χρειάζεται δύναμη να αγαπάς γνωρίζοντας τη φθορά. Να επιμένεις σε ανθρώπους, στιγμές και όνειρα ενώ όλα γύρω αλλάζουν μορφή. Να συνεχίζεις να δίνεσαι χωρίς εγγυήσεις διάρκειας. Να χτίζεις στην άμμο σαν να χτίζεις στην πέτρα.

Ίσως εκεί να κρύβεται η πιο βαθιά ανθρώπινη αλήθεια.
Όχι στη νίκη απέναντι στον χρόνο, αλλά στην ήσυχη άρνησή μας να πάψουμε να αισθανόμαστε.

Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό.
Ένα τραγούδι χαμηλά μέσα στη νύχτα. Ένα ποτήρι κρασί με άνθρωπο που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Μια πανσέληνος που καθυστέρησες να ζήσεις. Η αίσθηση πως κάποιος σε θυμήθηκε χωρίς λόγο.

Και τελικά μένουν μόνο όσα δεν μπήκαν ποτέ σε συναλλαγή.
Ο ουρανός πριν τη βροχή. Η θάλασσα τον χειμώνα.
Ένα ποίημα που γράφτηκε και δεν στάλθηκε ποτέ.
Η μοναξιά όταν παύει να είναι φόβος και γίνεται καταφύγιο. Ο έρωτας όταν δεν ζητά διάρκεια, μόνο ένα μικρό σημάδι αθανασίας.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η ενηλικίωση.
Να καταλαβαίνεις πως τίποτα δεν σώζεται πραγματικά, κι όμως να συνεχίζεις να ανοίγεις χώρο μέσα σου για φως. Αυτό να είναι τελικά το «για πάντα». Όχι κάτι άφθαρτο. Κάτι που, παρά τη φθορά, συνεχίζει να φωτίζει σιωπηλά μέσα μας.

Η φωτογραφία, μια προσέγγιση της πλατείας Γιαννάδων στην Κέρκυρα, όπως την ανακαλεί η μνήμη, με την βοήθεια ΑΙ 

Δώρο γενεθλίων



Ίσως τελικά κάποια δώρα να μην τυλίγονται ποτέ σε χαρτί.
Και η κατάκτηση αυτού του πρωταθλήματος, ανήμερα των γενεθλίων μου, ήταν το πιο μεγάλο δώρο.

Υπάρχουν νύχτες που δεν ανήκουν στη λογική.


Που μοιάζουν να ξεφεύγουν από τον χρόνο και να επιστρέφουν κατευθείαν σε εκείνο το παιδί που κάποτε πίστεψε πως ο κόσμος μπορεί να σωθεί μέσα σε μια κραυγή γηπέδου.

Χθες, ανήμερα των γενεθλίων μου, η ΑΕΚ κατέκτησε το πρωτάθλημα. Και μαζί της αναστήθηκε κάτι βαθιά θαμμένο μέσα μου. Κάτι που τα χρόνια, οι ήττες, οι αποχωρήσεις και η υποτιθέμενη ωριμότητα δεν κατάφεραν ποτέ να σβήσουν.

Γιατί η ομάδα δεν είναι ποτέ μόνο ομάδα.
Είναι οι Κυριακές που χάθηκαν. Οι άνθρωποι που έφυγαν. Τα σπίτια που άδειασαν. Οι φωνές που έμειναν να αιωρούνται σαν καπνός πάνω από παλιά γήπεδα και παιδικά δωμάτια. Είναι μια μυστική πατρίδα της ψυχής, εκεί όπου ο άνθρωπος επιστρέφει όταν όλα γύρω αλλάζουν πρόσωπο. Είναι το παιδί που κάποτε πίστεψε με απόλυτη αθωότητα πως η ευτυχία μπορεί να χωρέσει σε ένα κυριακάτικο απόγευμα.

Κάποτε πίστευα πως μεγαλώνοντας θα λυτρωθώ από αυτή την εξάρτηση. Πως θα πάψει η ήττα να σκοτεινιάζει τόσο άδικα τη διάθεσή μου και η νίκη να με σηκώνει τόσο ψηλά. Γιατί υπάρχουν δεσμοί που δεν στηρίζονται στη χαρά, αλλά στην πίστη. Στην ακατανόητη επιμονή να μένεις εκεί ακόμη κι όταν τίποτε δεν σε ανταμείβει. Όσο τους πολεμάς τόσο ριζώνουν βαθύτερα μέσα σου.

Και ύστερα έρχεται ένα γκολ στις καθυστερήσεις.
Ένα και μόνο δευτερόλεπτο.
Και ξαφνικά ο χρόνος ανοίγει στα δύο. Οι νεκρές Κυριακές ξαναπαίρνουν φως. Τα χρόνια μικραίνουν. Οι απουσίες σωπαίνουν για λίγο. Και ο άνθρωπος θυμάται πως μέσα του επιβιώνει ακόμη εκείνο το αθώο πλάσμα που ήθελε απλώς να χαρεί χωρίς φόβο, χωρίς άμυνες, χωρίς ειρωνεία απέναντι στο θαύμα.

Ίσως τελικά γι’ αυτό αγαπάμε τόσο βαθιά τις ομάδες μας.
Όχι επειδή κερδίζουν.
Αλλά επειδή κουβαλούν τη συνέχεια του εαυτού μας μέσα στον χρόνο. Επειδή, όταν όλα αλλάζουν, αυτές μένουν εκεί σαν παλιές εκκλησίες της μνήμης, φωτισμένες μέσα στη νύχτα.

Τίποτε μεγάλο δεν κατακτιέται χωρίς να έχει προηγηθεί πόνος. Η χαρά αποκτά αξία μόνο όταν έχει περάσει μέσα από τις ήττες.

Να με συγχωρήσουν σήμερα οι αναγνώστες.
Αλλά ακόμη περπατώ λίγα εκατοστά πάνω από τη γη.
Και δεν θέλω να κατέβω.

Γιατί υπάρχουν κάποιες σπάνιες νύχτες όπου ο άνθρωπος δεν αισθάνεται απλώς ευτυχισμένος. Αισθάνεται, έστω για λίγο, νικητής απέναντι στον χρόνο.

Πάμε άλλη μια στροφή

Τα γενέθλια έπαψαν να είναι αριθμοί. Είναι στάσεις. Μικρές παύσεις μέσα στη διαδρομή, για να ακούσεις αν η ψυχή συνεχίζει να γουργουρίζει. Δεν σβήνω κεράκια πια. Ανάβω φώτα. Στις μνήμες, στις διαδρομές, στους ανθρώπους που άντεξαν μέσα στο χρόνο.
Τώρα ξέρω πως η ουσία δεν βρίσκεται στην άφιξη αλλά στον δρόμο. Στις στροφές που δεν υπολόγισες, στις επιστροφές που σε άλλαξαν, στις ήσυχες νύχτες που κατάλαβες ποιοι άνθρωποι αξίζουν να μείνουν δίπλα σου.

Κάθε χρόνο αλλάζω φωτογραφία, λες και το φως μπορεί να διαπραγματευτεί με τον χρόνο. Λες και υπάρχει ακόμη μια γωνία που κρύβει όσα χάθηκαν και όσα δεν ειπώθηκαν. Κι όμως, όσο περνούν τα χρόνια καταλαβαίνω πως δεν είναι η φωτογραφία που έχει σημασία. Είναι όσα κουβαλά πίσω της. Οι διαδρομές. Οι άνθρωποι. Οι μάχες που δεν φάνηκαν. Οι νύχτες που άντεξες χωρίς να το μάθει κανείς. Οι λέξεις που έγραψες για να μη σωπάσεις.
Γεννημένος Μάη, κουβαλώ ακόμη εκείνη τη γλυκιά ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει. Ίσως γιατί ο Μάης δεν είναι μήνας, είναι μνήμη. Τα παιδικά καλοκαίρια που έρχονταν αργά, οι πρώτες μουσικές, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες απώλειες.
Κάθε Μάη και μια μικρή αναμέτρηση με όλες τις ηλικίες μου. Το παιδί που κοιτούσε τη θάλασσα σαν υπόσχεση. Τον νεαρό που πίστευε πως ο έρωτας μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Τον άνδρα που έμαθε πως τίποτα δεν κρατιέται με δύναμη, μόνο με αλήθεια.
Μεγαλώσαμε, δεν μπαίνει θέμα. Το θέμα είναι αν μικρύναμε μέσα στον χρόνο. Αν αφήσαμε τη ζωή να μας κάνει κυνικούς. Αν πάψαμε να συγκινούμαστε από μια μουσική αργά τη νύχτα, από έναν δρόμο χωρίς προορισμό, από μια γυναίκα που κουβαλά φως χωρίς να προσπαθεί να το αποδείξει.
Και ύστερα σκέφτομαι τα παιδιά όλου του κόσμου. Εκείνα που μεγαλώνουν μέσα σε έναν δύσκολο και θορυβώδη κόσμο κρατώντας ακόμη κάτι καθαρό μέσα τους. Τα δικά μου παιδιά. Τον Νίκο και τον Δημήτρη, άνδρες πια, με τις δικές τους ευθύνες, τις δικές τους αγωνίες και τα δικά τους όνειρα. Τον Στάμο και την Γκρέτα, παιδιά που έζησα από κοντά και κουβαλούν κι αυτά το δικό τους φως.
Και ύστερα έρχεται η νεότερη γενιά, σαν μια δεύτερη άνοιξη που ποτέ δεν περιμένεις τόσο δυνατή. Ο Γεράσιμος - Λέανδρος, η Αμαλία και η Ολίβια. Παρουσίες που γεμίζουν το σπίτι φως, κίνηση και μέλλον.
Τελικά αυτή είναι η πιο αληθινή νίκη απέναντι στον χρόνο. Να βλέπεις τη ζωή να συνεχίζεται πέρα από εσένα. Όχι σαν αντίγραφο, αλλά σαν συνέχεια. Λίγο πιο σοφή. Λίγο πιο τρυφερή. Λίγο πιο φωτεινή.
Η τέταρτη φωτογραφία αλλάζει κάθε χρόνο. Το βλέμμα όμως κουβαλά όλες τις προηγούμενες. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η ζωή. Όχι να μένεις νέος. Αλλά να μη γερνά ποτέ εκείνο το κομμάτι μέσα σου που συνεχίζει να λέει: «πάμε άλλη μία στροφή».


Πρωτόκολλο φωτός



Υπάρχουν ημέρες που η ψυχή αλλάζει καιρό χωρίς προειδοποίηση. Πριν από μία ώρα όλα έμοιαζαν σκοτεινά, σχεδόν αδιαπέραστα, κι όμως αρκούσε ένα παλιό τραγούδι, μια λωρίδα ήλιου πάνω στις γρίλιες, ένα λουλούδι που ψήλωσε ανεπαίσθητα μέσα στη νύχτα, για να ξυπνήσει πάλι εκείνη η μυστική άμυνα του ανθρώπου. Εκείνη που δεν τον αφήνει να βυθιστεί ολοκληρωτικά, ακόμη κι όταν έχει κουραστεί να εξηγεί στον εαυτό του γιατί συνεχίζει.



Κανείς δεν λαχταρά πραγματικά τη δυστυχία. Απλώς κάποτε τη συνηθίζουμε. Τη φοράμε πάνω μας όπως φοριέται μια παλιά εποχή που δεν λέει να τελειώσει, σαν μια αδιόρατη σκιά που ακολουθεί τις κινήσεις μας ακόμη κι όταν έχει ήλιο.

Και ύστερα, χωρίς προειδοποίηση, έρχεται ένα δειλινό πάνω από την πόλη, ένα ηλιοβασίλεμα που μοιάζει παράξενα με ηλιόβγαλμα, σαν να επιστρέφει το φως από την αντίθετη κατεύθυνση. Τότε όλα μετακινούνται ανεπαίσθητα μέσα μας. Οι φόβοι χαμηλώνουν λίγο τη φωνή τους, η μοναξιά χάνει για μια στιγμή τη βεβαιότητά της, και η ζωή, ακόμη πληγωμένη, βρίσκει έναν τρόπο να συνεχίσει να αναπνέει.

Έλα στη θέση μου», μου είπε κάποτε μια γυναίκα. Και τότε σκέφτηκα πως οι περισσότερες ανθρώπινες αποτυχίες αρχίζουν από αυτή τη φράση, από την απαίτηση να κατοικήσουμε ολοκληρωτικά ο ένας μέσα στον άλλον. Δεν θέλω να έρθω στη θέση κανενός. Στη δική μου ακόμη παλεύω να σταθώ χωρίς να γκρεμιστώ. Αυτό που ζητώ είναι κάτι μικρότερο, ίσως και δυσκολότερο. Να πλησιάσουμε χωρίς θριάμβους. Χωρίς ερμηνείες που ακυρώνουν το μυστήριο. Χωρίς την ανάγκη να νικήσει κάποιος.

Κάθε βράδυ υπογράφω μια μικρή ανακωχή με τον εαυτό μου. Ένα πρόχειρο πρωτόκολλο φωτός απέναντι στο σκοτάδι που επιστρέφει. Δεν κρατά πολύ. Σχεδόν τίποτα δεν κρατά πολύ. Ίσως όμως η ωριμότητα να βρίσκεται ακριβώς εκεί, στην ικανότητα να επιβιώνεις από τις εσωτερικές σου καταιγίδες χωρίς να προδίδεις ούτε τη σκιά ούτε το φως που σε δημιούργησαν.

Και κάπου αργά τη νύχτα, όταν η πόλη χαμηλώνει τις φωνές της και τα δωμάτια γεμίζουν πάλι με τη σιωπή τους, οι λέξεις επιστρέφουν αθόρυβα στις θέσεις τους, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί μετά την τελευταία πρόβα. Ίσως τελικά γι’ αυτό να συνεχίζουμε. Για εκείνη τη μικρή, ανεξήγητη χαραμάδα φωτός που επιμένει να ανοίγει μέσα μας, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν πως έχει ήδη νυχτώσει.

Οι λίγες αγάπες που αντέχουν

Οι περισσότερες σχέσεις δεν τελειώνουν με έναν μεγάλο καβγά. Τελειώνουν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν σπίτια που τα τρώει η υγρασία από μέσα. Μια μικρή σιωπή σήμερα, μια κόπωση αύριο, μια συνήθεια που ντύθηκε αγάπη για να μην φοβηθούμε την αλήθεια. Κάποτε δύο άνθρωποι κοιτιούνται και αντιλαμβάνονται πως εκεί που υπήρχε κάποτε φωτιά, τώρα υπάρχει μόνο η ανάμνηση της θερμότητας.

Κι όμως συνεχίζουμε να ζητάμε το αδύνατο. Διάρκεια. Καταφύγιο. Εκείνη τη σπάνια συνάντηση όπου ο άλλος όχι μόνο σε αγαπά αλλά σε καταλαβαίνει κιόλας. Πράγμα δύσκολο. Γιατί ο καθένας κουβαλάει μέσα του έναν αθέατο λαβύρινθο, φόβους, ματαιώσεις, εγωισμούς, πληγές παλιές που ξυπνούν στις πιο ακατάλληλες στιγμές. Οι σχέσεις γίνονται τότε κάτι ανάμεσα σε παρηγοριά και πεδίο μάχης. Ένα τραύμα διαμπερές που άλλοτε αιμορραγεί κι άλλοτε λάμπει.

Η αγάπη δεν υπήρξε ποτέ δίκαιη. Πάντα κάποιος θα αγαπά λίγο περισσότερο, λίγο βαθύτερα, λίγο πιο απροστάτευτα. Κι αυτή η ανισότητα γεννά παράπονα, μικρές πικρίες, ανομολόγητες απαιτήσεις. Όχι γιατί οι άνθρωποι είναι κακοί, αλλά γιατί φοβούνται μήπως στο τέλος αποδειχθεί πως έδωσαν περισσότερα απ’ όσα άντεχαν.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη γενική φθορά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι σπάνιοι άνθρωποι που μένουν. Εκείνοι που, ενώ βλέπουν την αλήθεια του άλλου γυμνή και ατελή, δεν αποχωρούν. Που αντέχουν την φθορά χωρίς να μετατρέπουν την αγάπη σε λογιστήριο. Που επιλέγουν ξανά τον ίδιο άνθρωπο, όχι επειδή δεν άλλαξε, αλλά ακριβώς επειδή άλλαξε μπροστά τους.

Ίσως τελικά η αγάπη να μην κρίνεται από την ένταση της αρχής ούτε από το δράμα του τέλους. Ίσως να κρίνεται από εκείνους τους ελάχιστους ανθρώπους που, μέσα σε έναν κόσμο γρήγορων αποχωρήσεων, εξακολουθούν να μένουν δίπλα σου όταν χαμηλώσουν τα φώτα, όταν σωπάσουν τα τραγούδια, όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να εντυπωσιάσει κανέναν. 

«Σε διψάω»

Ζούμε στην εποχή που, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να κοιτάξουν ένα σώμα σαν να είναι θαύμα. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στα «...