Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Η βροχή που μας θυμάται

Βρέχει από το πρωί. Όχι δυνατά. Έτσι όπως ξέρει η Κέρκυρα να βρέχει, σαν να τρίβει με το νύχι της τον ουρανό. Άνοιξα το παράθυρο για να μπει λίγος αέρας και να δούμε αν το μέλλον έχει ακόμα μυρωδιά από χώμα και αλμύρα. Μου φάνηκε πως κάτι ψιθύρισε. Μη ξεχνιέσαι.

Δεν κρατώ πια τις παλιές μας ιδέες σαν λάβαρα. Τις κρατώ σαν απόδειξη ότι κάποτε ζητήσαμε κάτι μεγαλύτερο από τη βολή. Οι νεότεροι μας κοιτούν με το ήρεμο, ευγενικό τους χαμόγελο. Μιλούν μια γλώσσα που έμαθαν από τις οθόνες και όχι από τις πλατείες. Η εποχή δεν αντέχει μεγάλες κουβέντες, θέλει άμεσες απαντήσεις.






Κι όμως, κάθε φορά που σκέφτομαι αυτά τα παιδιά, μου έρχεται στο νου εκείνο το παλιό αίνιγμα με τον Θεό και τον πηλό. Πως κάπου στην αρχή κάτι στράβωσε όταν αποκοιμήθηκε με τα χέρια μέσα στη λάσπη. Όταν ξύπνησε, λένε, περίσσευε μια εντολή. Κανείς δεν την ανακοίνωσε. Μην ξεχνάτε να σηκώνεστε.

Η δική μας εποχή προτιμά να μας βλέπει καθιστούς. Σε γραφεία, σε ουρές, πίσω από φωτισμένες οθόνες. Με λίγες κινήσεις, λίγες διεκδικήσεις, λίγη φασαρία. Χωρίς να ταράζουμε τίποτα. Η ακινησία έγινε αρετή και το περπάτημα πολυτέλεια.

Όμως όταν βρέχει εδώ, όταν ο δρόμος γυαλίζει και τα καντούνια μυρίζουν πέτρα βρεγμένη, κάτι ξυπνά. Το σώμα θυμάται ότι δεν γεννήθηκε για να βολεύεται. Θυμάται την παλιά του κλίση προς το όρθιο, προς το να πηγαίνει, όχι απλώς να περιμένει.

Ίσως λοιπόν η πιο αθόρυβη επανάσταση να μην είναι κραυγή αλλά κίνηση. Να σταθούμε όρθιοι σε έναν κόσμο που μας θέλει καθιστούς. Να περπατήσουμε έστω λίγα μέτρα κόντρα στη συνήθεια.

Και η βροχή να συνεχίζει, σαν να μας θυμάται.

 

Νιφάδες και Λέξεις

Βρισκόμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.

Μικρές ήττες, χαμένες λέξεις, βλέμματα που γλιστρούν πάνω από οθόνες.
Η σιωπή ανάμεσα στα κλικ γεννά το κείμενο, ανάσα μέσα στη φρενίτιδα που δεν επικοινωνεί, μόνο καταναλώνει.

Τα χρόνια φεύγουν και μας αλλάζουν. Οι φράσεις κονταίνουν, τα συναισθήματα γίνονται emoji, οι λέξεις χάνονται πριν τις πιάσουμε.
Το Facebook παραχωρεί τον θρόνο του. Το Instagram και το TikTok στήνουν το θέατρό τους. Στεκόμαστε θεατές ενός κόσμου χωρίς ήχους.



Σιωπή. Καταθέστε τα μολύβια. Μια φωτογραφία αρκεί. Η εικόνα φωτισμένη, επιμελημένη, μοιάζει ισχυρότερη από κάθε λέξη κι όμως δεν λέει τίποτα.
Παρά την πολυχρωμία, κυριαρχεί η μονοτονία, η κανονικότητα που απλώνει σκιές πάνω σε κάθε φωνή.

Ακόμα επιμένω μέσα από αυτήν την στήλη να φωτογραφίζω με λέξεις, να αιχμαλωτίζω στιγμές, φώτα και σκοτάδια. Μια λέξη μπορεί να αποφύγει χίλια κλικ. Μια φράση ανοίγει χαραμάδες εκεί που η εικόνα χτίζει τοίχους.

Για εμάς που δεν πιστεύουμε σε πέτρινες απαντήσεις, όπως λέει ο Μπουκόφσκι, η αποστολή παραμένει απαλή: είμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.
Έξω βρέχει . Έβγαλα φωτογραφία, για να συμφιλιώσω δύο κόσμους.
Θυμήθηκα τη Δημουλά, που έκανε καταιγίδα με τρεις λέξεις:
«Τρέμεις βροχή».
Κι εμείς, μπροστά στα δικά μας χιόνια, τρέμουμε λίγο περισσότερο.
Και βλέπουμε το φως να γλιστρά ανάμεσα στις νιφάδες

Χριστούγεννα με αλυσίδες


Η πόλη στολίστηκε πριν προλάβει να ξεστολιστεί. Τα φώτα άναψαν πριν καν φτάσουν οι προσφορές, κι ο Δεκέμβρης μοιάζει πλέον με ημερολόγιο εκπτώσεων. Η Μαύρη Παρασκευή, η τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου, που εδώ και χρόνια απλώνεται σε ολόκληρες εβδομάδες, πλησιάζει πάλι. Κι ήδη βλέπεις ανθρώπους λαχανιασμένους να ψάχνουν «ευκαιρίες» μπας και ξεγελάσουν τον εαυτό τους. Δεν ψωνίζουν, αμύνονται.
Κι εγώ θυμάμαι πως τα πιο επικίνδυνα ταξίδια δεν είναι τα μακρινά. Είναι αυτά που δεν φαίνονται. Οι βουτιές στον δικό μας βυθό, με μια ανάσα κρατημένη για να μην ακουστεί το μέσα μας. Ταξίδια χωρίς εισιτήριο, χωρίς χάρτη, χωρίς εγγυήσεις. Τα άλλα, τα εξωτικά, είναι ακίνδυνα μπροστά σε αυτά.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η αγορά παίζει την ίδια χριστουγεννιάτικη παρτιτούρα. Κινητά που γερνάνε πριν φορτιστούν. Τηλεοράσεις που υπόσχονται ζωή σε οθόνη, σε ανθρώπους που δεν έχουν χρόνο για ζωή. Δόσεις, κουπόνια, εμπειρίες με κορδέλα. Τα όνειρα μας συσκευασμένα. Η επιθυμία σε πρόχειρη τιμή.
Κι ύστερα έρχεται η φωνή της ραδιοφωνικής κυρίας, σπασμένη αλλά καθαρή σαν αλήθεια.
«Μας ισοπέδωσαν. Μαύρες Παρασκευές, πράσινες Δευτέρες, χρυσές Τρίτες. Μάρκες, δόσεις, γιαούρτια με 200% λιπαρά, Ινδιάνοι με δώρο μικρούς Ινδιάνους, πλυντήρια που πληρώνουν το νερό. Πήρατε χιονοαλυσίδες; Όχι; Πώς θα κάνετε Χριστούγεννα χωρίς αλυσίδες; Με τι θα σας δέσουν; Θέλω λίγη σιωπή. Αυτή γιατί δεν μπαίνει σε προσφορά;»
Στο κενό μετά τη φωνή της, ανάμεσα σε δύο διαφημίσεις, πέφτει μια μικρή αλήθεια.
Δεν μας λείπει το δώρο.
Ούτε το τραπέζι.
Ούτε το ταξίδι.
Μας λείπει ο χώρος να αναπνεύσουμε.
Και τότε η ερώτηση αλλάζει μορφή.
Δεν είναι πώς θα κάνετε Χριστούγεννα.
Είναι αν θα αντέξετε να τα περάσετε
χωρίς να σας φορέσουν ξανά τις αλυσίδες.

Το Πολυτεχνείο της σιωπηλής εποχής


Κάθε Νοέμβρη η μνήμη μυρίζει υγρασία. Μια πόλη που μεγαλώνει, μια κοινωνία που μικραίνει, κι ένας φόβος που δεν λέει να γεράσει.

Στην άκρη κάθε δρόμου στέκει μια υπόσχεση που χάθηκε, μια γενιά που κουράστηκε, κι ένα παιδί που ακόμη κοιτάζει μπροστά.
Αυτό το παιδί με αφορά περισσότερο απ’ όλους.
Δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο, για τη μοναξιά θα γράψω.
Κάθε χρονιά τέτοια μέρα, νιώθω το ίδιο κενό.
Ήθελα να γράψω πολλά και τίποτα.
Πολλά, γιατί η Ιστορία το απαιτεί.
Τίποτα, γιατί η εποχή δεν τα αντέχει.
Το Ψωμί έγινε υπόσχεση που δεν φτάνει στην πόρτα.
Η Παιδεία διαβατήριο χωρίς προορισμό.
Η Ελευθερία, ένα πληκτρολόγιο που μιλά για λογαριασμό μας.
Οι οθόνες χαράζουν τον δρόμο μιας ανεπίγνωστης μοναξιάς, κι εμείς τις ακολουθούμε.
Κάθε γενιά έχει το δικό της Πολυτεχνείο.
Η δική μας το φόρεσε σαν παλιό ρούχο και το άφησε να ξεφτίσει.
Το μετατρέψαμε σε επετειακή υποχρέωση, σε σκηνικό, σε ρητορική άσκηση.
Οι κραυγές έγιναν hashtags, τα όνειρα αναρτήσεις, οι ελπίδες σημειώσεις στο περιθώριο.
Δεν γυρίζω πίσω για να υμνήσω.
Γυρίζω για να δω τι απέμεινε όρθιο μέσα σε έναν κόσμο που έμαθε να υποδέχεται τους συμβιβασμούς σαν επιτυχίες.
Κυκλώνω τη μνήμη μου για να μη χαθώ.
Κυκλώνω τους φόβους μου για να δω αν έχουν ακόμη φωνή.
Το Πολυτεχνείο, όσο κι αν το θέλουμε βολικό, μένει μια κληρονομιά ανήσυχη.
Ανήκει στα παιδιά που κοιτούν αλλιώς, που δεν χρωστούν τίποτα στη δική μας κόπωση.
Αυτά ξέρουν καλύτερα το επόμενο βήμα.
Αυτά θα αποφασίσουν αν ο κόσμος πρέπει να ανατραπεί ή απλώς να ξαναγραφτεί.
Ήθελα να γράψω πολλά και τίποτα.
Ίσως γιατί η αλήθεια δεν έχει στολίδια.
Η μοναξιά αυτού του Νοέμβρη μάς θυμίζει πως τίποτα δεν αλλάζει μέχρι κάποιος να σηκώσει το βλέμμα.
Δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο.
Γράφω για ό,τι το γέννησε.
Για τη σιωπή πριν από την κραυγή.
Για τον κόσμο που ακόμα, κάπου κρυφά, περιμένει να αλλάξει.

Η Ιθάκη δεν γράφεται με κεφαλαία



Για όσους ξεχωρίζουν τον προορισμό από το σύνθημα.

Η χώρα κυλά σαν τρένο χωρίς μηχανοδηγό. Οι επιβάτες κοιτούν από τα παράθυρα και χειροκροτούν το τοπίο, χειροκροτούν το ταξίδι, λες κι έτσι θα αλλάξει η διαδρομή. Όλοι ξέρουν όμως, οι ράγες χαράχτηκαν αλλού, από χέρια που έφτασαν πρώτα και ξέχασαν να μας πουν πού πήγαιναν.

Η πολιτική έχει γίνει θέατρο επαναλήψεων, κάθε πρεμιέρα ίδια με την προηγούμενη. Οι λέξεις «όραμα» και «αλλαγή» φθαρμένες από υπερβολική χρήση, οι υποσχέσεις ανακυκλωμένες, τα μεγάλα λόγια ξεθωριασμένα από τα φώτα. Το όραμα μοιάζει πλέον με σκηνικό που το στήνουν μόνο και μόνο για να το φωτογραφίσουν.



Κι όμως, μέσα στη μονότονη βουή, μερικοί επιμένουν να ονειρεύονται. Δεν λογαριάζουν κόστη, ούτε χάρτες. Δεν τους νοιάζει αν το τρένο θα φτάσει, περπατούν δίπλα του, στο χώμα, με τα μάτια στραμμένα στο φως. Είναι οι αδέσποτοι, οι ρομαντικοί, οι «ασταθείς» που δεν αναγνωρίζουν τα όρια της κανονικότητας. Αυτοί που δεν περιμένουν άδεια για να ξεκινήσουν.

Και μέσα στις φωνές και τα συνθήματα, επιστρέφει ξανά μια λέξη: Ιθάκη. Μόνο που πια χρειάζεται διάκριση.
Γιατί υπάρχει η ΙΘΑΚΗ, η κατασκευασμένη, η ρητορική, εκείνη που χρησιμοποιείται ως υπόσχεση λύτρωσης από όσους χρειάζονται μύθους για να κυβερνούν. Μια ΙΘΑΚΗ με κεφαλαία, βολική για ομιλίες και πρωτοσέλιδα, που υπόσχεται άφιξη πριν καν αρχίσει το ταξίδι.

Κι υπάρχει και η Ιθάκη, εκείνη που δεν υπόσχεται τίποτα. Η ήσυχη, η προσωπική, η αληθινή. Δεν έχει στάσεις, ούτε προορισμούς. Μόνο διαδρομές. Είναι η πίστη πως αξίζει να προχωράς, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει ο δρόμος. Η Ιθάκη δεν είναι θρίαμβος, είναι προσπάθεια. Δεν είναι σύνθημα, είναι τρόπος να ζεις.

Κι αν κάτι σώζει ακόμα αυτή τη χώρα, είναι αυτοί που κρατούν την πίστη στην Ιθάκη μικρή αλλά αναμμένη. Εκείνοι που δεν μιλούν για σωτηρίες, αλλά για ταξίδια. Που συνεχίζουν να περπατούν προς το φως, χωρίς χειροκροτήματα, χωρίς μηχανοδηγούς.
Γιατί τα όνειρα που αξίζουν δεν χωρούν σε ράγες,
κι η αληθινή Ιθάκη δεν γράφεται ποτέ με κεφαλαία.

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...