Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ας βρέξει μήπως και μας ξεπλύνει...

Ας φύγουμε από τα γκρίζα. Για το κόκκινο  της φωτιάς θα πούμε ,, δεν πρόκειται για πάθος, αλλά για την ίδια  τη ζωή, όπως την ονειρεύτηκα στα χρόνια της αθωότητας. Γιατί το  κόκκινο δεν είναι χρώμα, είναι επιθυμία  και ανεκπλήρωτο. Τελικά το κόκκινο δεν φορέθηκε ποτέ. Και όσοι το έκαναν σημαία, και τραγούδι, πολύ γρήγορα το μουντζούρωσαν.  Είτε το σκέπασαν με μαύρο, είτε το ξέβαψαν τόσο,  που να αποκλείει  κάθε δικαίωμα στο όνειρο.
Όμως οι αγάπες και αυτές που τις σκεπάζει δέκα μέτρα χιόνι, δεν φεύγουν. Που πάει κανείς όταν φεύγει; Θα με ρωτήσετε. Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Η αγάπη μας δεν χάνεται, όπως δεν χάνεται το φως και ας βασιλεύει κάποιες ώρες παριστάνοντας την νύχτα. Πώς να χαθεί λοιπόν εκείνο που πρόλαβε και τρύπωσε για τα καλά μέσα μας; Και όταν κάποιος φεύγει, πάλι στην καρδιά μας πάει.
\
Τι καιρός! Θα βρέξει. Ας βρέξει μήπως και μας ξεπλύνει. Πρέπει κάποια στιγμή να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, Όλα μαζί τα χρώματα ένα γκρίζο σύννεφο κάνουν και εμείς θέλουμε να τα βλέπουμε στο  τόξο του ουρανού σε μια σειρά, ξάστερα και καθαρά. Σκεφτείτε πως η Αριστερά και η Δεξιά τραγουδάει Θεοδωράκη στις συγκεντρώσεις τους.
Έβαλα Μπαχ. «Η μουσική με μαλακώνει, ανοίγει δρόμους μέσα μου. Η μουσική μαγεύει ακόμα και τα φίδια, υφαίνει υπόγεια δίκτυα που αγκαλιάζουν τη ζωή. Η μουσική ανασηκώνει τις εσωτερικές ομίχλες και ξυπνά αισθήματα ακριβά, πολύτιμα και δημιουργικά σαν πλοηγός σε νεκρή θάλασσα»
Καλά υπάρχει Αριστερά και στον έρωτα; Μόνο αριστερά. Εκεί στη θέση της καρδιάς. Γιατί ο έρωτας είναι δύο!
Από αλλού ξεκίνησα και αλλού το πάω, είναι ο θυμός, μη δίνετε σημασία. Δεν θέλω να προχωρήσω αλλά να επιστρέψω να ξανά συναντήσω εκείνο το αξεπέραστο και να το ξαναζήσω. Το επαναλαμβάνω: «Γιατί βλέποντάς σε μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου». Τώρα το μόνο που κάνουμε είναι να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Κατά συνέπεια, δεν βλέπουμε τίποτα…



Η πόλη τρώει τις σάρκες της...


Μπροστά σε τούτο το κακό, κανείς δεν θα περίμενε σήμερα τόση μικροψυχία. Αυτός ο Λαός, με όλα τα στραβά του, κατά το παρελθόν έχει να επιδείξει μεγαλείο ψυχής μπροστά και σε πιο δύσκολες καταστάσεις, που έτυχε να βρεθεί αντιμέτωπος.Ορκισμένοι εχθροί μπροστά στο κίνδυνο δίνουν τα χέρια, ενώνουν δυνάμεις, αφήνουν πίσω το παρελθόν, εμείς εδώ αλληλοσπαραζόμαστε.Αυτές τις μέρες η πόλη τρώει τις σάρκες της και με γεμίζει θλίψη. Θλίψη,  
«για τον αντίλαλο από το παιδικό μας το χαμόγελο, που σήμερα μπερδεύεται με ύβρεις. Για την αθωότητα, που έγινε πονηριά».

Μια μικρή βόλτα στο διαδίκτυο, σου φανερώνει αμέσως την αντίδραση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Σου φανερώνει τη συνοχή, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, που δεν υπάρχουν, και τον εγωισμό που ζει και βασιλεύει. Μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης άρνησης και μιζέριας, είναι δύσκολο να σταθεί λόγος σοβαρός. Απογυμνωμένοι από αξίες, στερημένοι από οράματα, με ανεπάρκεια πνευματική και θράσος που περισσεύει, φωτογραφίζουν και κοινοποιούν τους όγκους των σκουπιδιών λες και με αυτόν τον τρόπο θα τα εξαφανίσουν. Γι αυτό αποφεύγω τα τοπικά συμβαίνοντα, γιατί οι λέξεις, όση δύναμη και να διαθέτουν, είναι βέβαιο ότι θα παρασυρθούν στην δίνη του τίποτα.
Παραπανίσιες φωνές, χιλιοειπωμένα λόγια, άχρηστα λόγια, που προκαλούν πονοκέφαλο. Υπερβολές, αδικαιολόγητη απαισιοδοξία και αισιοδοξία, ανούσιες αναλύσεις παρελθοντολογία, τόσα όσα το νευρικό σύστημα δεν αντέχει.
Η ελληνική επαρχία συνεχίζει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Στενοί ορίζοντες και η θάλασσα που μας κυκλώνει, μας βάζει τιμωρίες, εκατό φορές το ίδιο πράγμα και μαζί με την κόλλα αναφοράς, μας τυλίγουν και μας, σε ένα κομμάτι χαρτί.
Οι όποιες σκέψεις για να έχουν μια ισορροπία, δεν μπορούν να στηριχτούν σε κακά παραδείγματα. Ναι, υπάρχουν και καλά, μόνο που μειοψηφούν. Γι’ αυτά πάντα υπάρχει ένας λόγος, έστω και αποσπασματικός.


Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

“Εμείς του '60 οι εκδρομείς”


Παράταση ζωής, αυτές οι πρόσθετες ώρες, πριν από τη δύση. Θερινό ηλιοστάσιο. Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή.
Τι άλλαξε από τα πέρσι μέχρι φέτος; Μόνο  τα κουρασμένα πόδια, ένα χρόνο ακόμα πιο κουρασμένα.
Η δυσκολία δεν είναι να προσθέσω ακόμα μια φωνή διαμαρτυρίας γι’ αυτά που με χαλάνε, ούτε έναν τόνο θαυμασμού σε ό,τι με κάνει χαρούμενο. Η δυσκολία είναι να βρίσκεσαι απέναντι από τη διασταύρωση, να μην είσαι Ηρακλής και να μη βρεθούν μπροστά σου οι κυρίες του μύθου του Προδίκου για να σου δώσουν οδηγίες κατεύθυνσης.
Ο δρόμος που με φοβίζει, είναι τελικά ο δρόμος των διλημμάτων μου. Και ξέρετε… εμείς του 60’ οι εκδρομείς, στην κάθε επόμενη λέξη κάνουμε και μια δεύτερη σκέψη.
Η Ιστορία είναι κατηγορηματική, από το άσπρο στο μαύρο υπάρχει δρόμος και τα δόγματα που μας νανούριζαν δεν τα έχουμε πια στο μαξιλάρι μας. Έγιναν στάχτη.
Αυτός ο δρόμος που βρίσκεται μπροστά μας, πρέπει να τον διανύσουμε με καινούργια πατήματα. Και να τον τρέξουμε με κουρασμένα πόδια. Να τον τρέξουμε και ας μην είμαστε παιδιά.
Εδώ λοιπόν έρχονται τα διλήμματα. Ποια πορεία να τραβήξω αυτήν της ευκολίας ή της συμμετοχής;
Ακουστέ: Δεν νοιώθω πίκρα παρά την πίκρα. Δεν νοιώθω μόνος παρά τη μοναξιά.
Δεν σκέφτομαι αυτά που άφησα πίσω μου. Τα «πάντα είναι χαραγμένα στην ψυχή του κόσμου και θα παραμείνουν εκεί για πάντα»
«Τους θησαυρούς τους φέρνει στην επιφάνεια το ορμητικού νερό, το ίδιο πάλι τους θάβει». Αλλά έστω και έτσι θαμμένοι, την έχουν εν δυνάμει την ισχύ τους και εγώ ανά πάσα στιγμή αν ετοιμαστώ μπορώ εν τέλει να την ανασύρω. Να ελκύσω προς τα μένα ό,τι μου ανήκει. Το αληθινό.
Τα γράφω όλα αυτά γιατί δυσκολεύομαι να βρω λέξεις που να με προτρέψουν να προχωρήσω. Να βρω λέξεις βέβαιες και ξεκάθαρες που να σβήσουν κάθε ίχνος διλημμάτων..
Όλα αυτά που σήμερα είναι έτσι, θα μπορούσε να είναι αλλιώς, επιλογές, δόξα τω θεώ.
Θα ονειρευτούμε απόψε ή θα φοβηθούμε το όνειρο, επιλέγοντας τελικά να βυθιστούμε στο λήθαργο;
Θα ονειρευτούμε, για να μείνουμε ζωντανοί σαν το ποτάμι; Και όπως το ήρεμο ποτάμι όταν το περιορίσεις γίνεται πλημμύρα έτσι και μεις...

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Απόψε θα βρέξει αστέρια


Όχι άλλα σκουπίδια, απόψε θα βρέξει αστέρια. Ένα αγαπημένο κείμενο που γράφτηκε, πέρυσι για τώρα και για πάντα.Και εκεί που έρχονται στιγμές που ο κόσμος χάνεται. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Και ξαφνικά εκεί που διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, - τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες πριν από λίγο - κάνεις μια προσπάθεια, που δεν είναι η τελευταία πάνω από την υδρόγειο, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς. Απόψε θα βρέξει αστέρια!
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δίχως κοινωνικές συμπεριφορές της ψευτιάς και κάπως απροσάρμοστα, πορευτήκαμε χρόνια και χρόνια: με αγαπημένους ποιητές, και συγγραφείς, που μας ταξίδεψαν, με έντυπα που εκδίδαμε κατά καιρούς για να βρούμε τους όμοιους. «Σαν τον παράξενο Τζον του Τζορτζ Στάμπλετον, που εξέπεμπε σήματα ειδικά μέχρι την Κίνα, να συναντήσει τ’ αδέλφια του.
Ναι και το χωριό μας κουβαλήσαμε στην πόλη, γιατί στο φινάλε θέλαμε να είμαστε απλώς εμείς. Χωρίς εικόνα γοητευτική και πρότυπο της εποχής, για να τους μοιάσουμε. Δίχως μόδες ετικετάκια και ταμπέλες, ρούχων και συμπεριφορών.
Θα με ρωτήσετε που ξέρεις, ότι αυτό που υπερασπίζεσαι είναι ο εαυτός σου! Δεν ξέρω τον αναζητώ. Και εμπιστεύομαι την εικόνα του και τον αέρα που αποπνέει. Έτσι, χωρίς βερνίκια και λούστρα. Ανασφαλή και κάθε άλλο παρά αυτάρκη. Με μια τεράστια ανάγκη να αγαπά και να αγαπιέται.

Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε, έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω «Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιάΚι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…»
Και ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις. Και ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο μας ταξιδεύει.Γι αυτό σου λέω να εμπιστεύεσαι την εικόνα σου και γίνε ο εαυτό σου. Και ας λένε οι άλλοι. Εσύ φόρεσε το κόκκινο καπέλο που σου πάει και τότε όλα γίνονται εύκολα. Γιατί τα βρίσκεις ξαφνικά τα βήματα, τις βρίσκεις τις λέξεις και τους ανθρώπους… Βρίσκεις το ρυθμό σου και αυτόν τα τον χαμένο εαυτό σου.Γιατί τα σήματα που εκπέμπεις είναι τ’ αληθινά και φτάνουν ως τον προορισμό τους… Γιατί οι κραδασμοί που προκαλείς είναι οι δικοί σου, τελικά...
« Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό
θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».


Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…


Και άλλο βάρος; Όσο αντέχουν οι ώμοι μας. Άλλωστε σ’ αυτά τα ποτήρια πρέπει να δεις τον άσπρο τους τον πάτο.Για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας; 
Δεν σας κρύβω ότι αυτή η καθημερινή μάχη που δίνω, προσπαθώντας να νικήσω τον εγωισμό μου, λειτουργεί λυτρωτικά απέναντι στο ζοφερό περιβάλλον των ημερών που διανύουμε. Στον κόσμο των βαριών συναισθημάτων, τα γεγονότα αποκτούν βαρύνουσα σημασία, βάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη στο περιθώριο, τη μίζερη πραγματικότητα.
Θα συνεχίσουμε με ποικίλο μουσικό πρόγραμμα, ανώδυνα κείμενα που μας κρατούν συντροφιά τις ώρες της υπομονής, είναι προτιμότερα από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Τα άλλα που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.

«Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ». Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Θα συνεχίσω, τις ενέσεις ηθικού, για μένα και για όλους που είναι σαν και μένα, γιατί αυτές τις μέρες τις θαμπές του Ι0υνίου, τις έχουμε ανάγκη.
Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης χαμένα. Και τα δικά μας χρόνια, ήταν παραμυθένια. Από τον Χατζηδάκη, στο Θεοδωράκη, από την «όμορφη πόλη» στην οδό ονείρων». Αν δεν κουβαλούσαμε, αυτά τα πολύτιμα χρόνια, πως θα σιγοψιθυρίζαμε σήμερα τα τραγούδια.
Και τα δικά μας τραγούδια δεν παλιώνουν, δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν μακαρόνια με κιμά, είναι απ΄ αυτά που έγραψαν ποιητές και μεγάλοι συνθέτες, «σ’ αγαπώ μα δε θα ‘ρθω», επιθυμία και άρνηση στο ίδιο ποτήρι νερό, έλξη και άπωση στον ίδιο πόλο του μαγνήτη. Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πριν σαράντα οκτώ χρόνια.
Αν δεν είχαμε όλα αυτά τα εφόδια πως θα αντέχαμε σήμερα, αντέχουμε γιατί γνωρίζουμε και μπορούμε, ακόμα και την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…






Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Και να θέλω δεν μπορώ


Φωτογραφία από τους ΄Ερμονες: το βουναλάκι της “Αστραπής” κάτω από τα “κόκκινα γκρεμά”, κόβει το ανήσυχο κύμα και μας επαναφέρει στην εποχή της αθωότητας. Το επισκέφτηκα χθες για να μου επιβεβαιώσει, πως μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Ούτε και ουρανός θα ξεχάσει το γαλάζιο, όσο και αν προσπαθεί να το λερώσει το μπλε το μίσους, που αυτές τις μέρες κατακλύζει το διαδίκτυο.
Αν δεν είσαι με την εξουσία και παράλληλα απέχεις από κοινωνικές συμπεριφορές, που σε ταυτίζουν με την πλειοψηφία της κοινωνίας, προφανώς βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση. Κάπου εκεί αιωρούμαι κάνοντας άσκοπες βόλτες, σε ένα ενδιάμεσο περιβάλλον, που δεν σου δίνει δυνατότητες για βαθιές ανάσες. Και να θέλω δε μπορώ. Δε μπορώ να κλείσω σε κουτιά τη ζωή μου, να βάλω ταμπελίτσες, να την τακτοποιήσω όπως αρμόζει… Δε Μπορώ να κλειδώσω τα αισθήματα να μην τα δει ο ήλιος. Σχεδόν πάντα μου ξεφεύγουν.

Ιούνιος και βρέχει, το σούρουπο σου επιδεινώνει τη θλίψη ενός ατελείωτου χωρισμού. Είναι σπουδαίο να έχεις μεγάλη καρδιά, πιο σπουδαίο είναι να μπορείς να την κάνεις πέτρα.  Εγώ δε ξέρω.
Στον ουρανό, γεμάτες  βαριές μάζες σύννεφα, προσπαθούν να ξεγελάσουν την εποχή. Αυτήν την ώρα της ημέρας, χαραμάδες  ρόδινες και χρυσές σου δημιουργούν απορίες. Ποτέ δεν είχαμε  καλύτερη πρόταση  από το να ζήσουμε … είναι γοητευτική τελικά αυτή η στιγμή της αμφιβολίας. «Και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δεν παίρνει τίποτα ὁ ένας απ᾿ τον άλλο.  Γιατί ὁ έρωτας είναι ὁ πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν»γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης . «Γιατί οι άνθρωποι,  ζουν από  τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων». Αν η ζωή μου δεν έχει την ποιότητα που επιθυμώ τι να την κάνω; Στο μεταίχμιο της αλλαγής της μέρας με τη νύχτα, σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει, η ρομαντική εφηβεία μου ξεσηκώνεται και μου θυμίζει εκείνα που ήθελα και δεν μπόρεσα.
Και ύστερα ήρθε το βράδυ και ο Ρίτσος, που τον ήξερα από τα χρόνια της πρώιμης επανάστασης,   έβαλε την  «εαρινή συμφωνία» στο πικ απ  και φώτισε… Όχι την δική του, εκείνη που τα δόγματα μου στέρησαν. Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο. Εγώ το κόκκινο. Κι εγώ. Το σώμα σου ωραίο. Το σώμα σου απέραντο. Χάθηκα στο απέραντο. Ὅσο ἀπομακρύνεσαι Σὲ πλησιάζω στὴν ἀπουσία σου. Σὲ ἀναπνέω. Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου - σκοτεινὸ δάσος... Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα ἀφοῦ λείπεις; Μὲ τὸ κόκκινο του αἵματος εἶμαι. Εἶμαι γιὰ σένα.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου…
Περασμένα κείμενα επανέρχονται για να υπενθυμίσουν ότι εκείνη τη στιγμή που γράφτηκαν κοίταζαν απαισιόδοξα το μέλλον… Παλαιότερα δεν έγραφα θυμωμένος. Αυτό το διάστημα αν δεν είχα αναθεωρήσει, θα είχα σταματήσει. Θυμωμένος και σήμερα, όπως και κάθε μέρα και ας το μετανιώσω. «Αυτές τις μέρες μαλώνουν οι λέξεις, κοντά σε κάθε τελεία μόνο ηρεμούν. Γι΄ αυτό και συνεχόμενες είναι. Οι τελείες. Όχι οι λέξεις».
Κάποτε όλα αλλάζουν. Όχι γιατί το θέλεις. Όχι γιατί το μπορείς. Γιατί η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα. Πάντα ένα βήμα μπροστά. Σε τραβάει. Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ.




Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει

Θεωρητικά και ένα ευρώ το μήνα παραπάνω, θεωρείται αύξηση στο μισθό, θεωρητικά, ουσιαστικά; Η κρίση μας ακινητοποίησε. Μέσα στη διάχυτη β...