Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Πριν συνηθίσουμε τελείως



Η καινούργια αρχή δεν έρχεται με τον χρόνο. Έρχεται όταν αντέξει το σώμα. Κάθε Γενάρη το ίδιο αίτημα, ίδια υπόσχεση, ίδια αναβολή. Όχι από αδυναμία, από εκπαίδευση. Έτσι μας έμαθαν, να περιμένουμε.

Μπαίνουμε στη νέα χρονιά όπως μπαίνει κανείς σε παγωμένο σπίτι, προσεκτικά, μην ενοχλήσει τη σιωπή. Ζητάμε ζεστασιά από μνήμες, καλοκαίρια δανεικά, εποχές που οι λέξεις δεν ήταν ακόμη ύποπτες.



Υπήρξε μια αταξία, τότε που η ζωή προλάβαινε τη σκέψη και η νιότη δεν ζητούσε άδεια. Δεν ήταν καλύτερα, ήταν επικίνδυνα αληθινά. Οι λέξεις είχαν κόστος, γι’ αυτό και άξιζαν.

Σήμερα οι λέξεις κυκλοφορούν ακίνδυνες. Μιλάμε πολύ, δεν λέμε τίποτα. Λιγότερη γραφή, περισσότερα πατήματα. Όλα εικόνα, όλα κατανάλωση. Η άποψη μετριέται, ο λόγος φιλτράρεται, η σιωπή επιβραβεύεται. Στην εποχή της εικόνας δεν επικοινωνούμε, συμμορφωνόμαστε.

Δεν γράφω από πείσμα. Από ανάγκη γράφω. Επιμένω στις λέξεις γιατί ακόμη μπορούν να χαλάσουν τη σειρά. Να καθυστερήσουν την ομαλή ροή. Να θυμίσουν ότι ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για να λειτουργεί χωρίς τριβή. Υπάρχουν απαντήσεις που δεν χαράσσονται, δεν αναρτώνται, δεν γίνονται σύνθημα. Δίνονται σιωπηλά, καθημερινά, με πράξεις μικρές. Εκεί, στο αθέατο, δίνεται ο πραγματικός αγώνας. Εκεί σκοτώνεται ο πόλεμος, όχι με κραυγές, αλλά με επιμονή.

Έξω κάνει κρύο. Όχι το κρύο του καιρού. Το άλλο. Αυτό που σε μαθαίνει να σκύβεις, να συνηθίζεις, να λες δεν πειράζει. Κι όταν δεν πειράζει τίποτα, τότε επηρεάζονται ήδη τα πάντα... 
Δείτε λιγότερα

Η Γεωγραφία της Αναβολής



Τέσσερα χρόνια τώρα το γράφω.
Θέλω να πάω στην Αμερική . Δεν είναι επιθυμία πια, είναι μια μορφή εσωτερικής εξορίας. Όσοι με διαβάζουν, γνωρίζουν πως το ταξίδι αυτό δεν είναι μια τουριστική απόδραση, αλλά μια διεκδίκηση ύπαρξης. Κι όμως, τέσσερα χρόνια τώρα, η αναχώρηση παραμένει μετέωρη. Όχι από δειλία, ούτε από την κόπωση του σώματος, αλλά γιατί ο κόσμος μας έμαθε να ζητάμε άδεια ακόμη και για να ονειρευτούμε.



Το 2026 ανατέλλει δίχως την υπόσχεση της λύτρωσης. Δεν έρχεται να μας ελευθερώσει, έρχεται να επικυρώσει τη μεγάλη αναβολή, να μετατρέψει την αναμονή σε μια νέα, ασφυκτική κανονικότητα. Μας δίδαξαν να προσμένουμε τις «κατάλληλες συνθήκες», τις χρηστές κυβερνήσεις, τις ευοίωνες μέρες, την ίδια ώρα που η ζωή μας φυλλορροεί αθόρυβα.

Θέλω να πάω στην Αμερική.
Να σταθώ στη Νέα Υόρκη, εκεί που η ελευθερία διαφημίζεται με το φως των ουρανοξυστών και τιμολογείται με την απληστία των τετραγωνικών. Να διασχίσω το Μανχάταν, όχι ως περιηγητής, αλλά ως μάρτυρας μιας αυτοκρατορίας που πασχίζει να πείσει τον εαυτό της πως παραμένει ένα ζωντανό όνειρο, ενώ είναι ήδη μια ανάμνηση του μέλλοντος.

Κι ύστερα, να χαθώ στην ενδοχώρα. Καλιφόρνια, Τέξας, Κεντάκι, Λουιζιάνα, Μοντάνα. Να αναζητήσω τον άνθρωπο κάτω από το ρετούς της εικόνας, τη ζωή που σφαδάζει πίσω από τις πολιτικές αποφάσεις, το σώμα που συνθλίβεται κάτω από την ψυχρότητα των αριθμών. Γιατί οι πόλεμοι και οι κρίσεις δεν είναι στατιστικές, είναι το άδειο βλέμμα εκείνων που δεν κατάφεραν ποτέ να ξεκινήσουν.

Αγαπώ την Αμερική με μια αγάπη πικρή και καθαρή. Όχι την Αμερική των στρατηγείων και των αμείλικτων αγορών, αλλά εκείνη που αιμορραγεί σιωπηλά, πληρώνοντας το τίμημα της ισχύος με φτώχεια και φόβο. Η χώρα είναι η πατρίδα των ανθρώπων, το σύστημα είναι ο δεσμοφύλακας της ψυχής τους. Κι αυτό το δράμα είναι οικουμενικό: οι σημαίες αλλάζουν χρώματα, όμως η εξουσία διατηρεί πάντα την ίδια, παγερή μονοτονία.

Το γεγονός πως το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη, δεν είναι μια προσωπική ήττα. Είναι ένα πολιτικό σύμπτωμα. Όταν μια κοινωνία εθίζεται στην ακινησία, όταν φοβάται να διασχίσει τα σύνορα - φυσικά και πνευματικά - τότε έχει ήδη υποστεί το τελικό ναυάγιο.

Ο Χιόνης το είχε προβλέψει με τη δωρική του σοφία: δεν χρειάζεσαι τον ωκεανό για να πνιγείς. Αρκεί η θαλπωρή μιας πολυθρόνας, η ναρκωτική ασφάλεια της συνήθειας και η ολέθρια ψευδαίσθηση πως ο χρόνος είναι δικός μας.
Ας μη συνηθίσουμε τη σιωπή. Ας μην αποδεχτούμε την αναμονή ως μοίρα. 
Δείτε λιγότερα

Στον αμείλικτο χρόνο που δεν αναμένει

Κάθε έλευση του χρόνου είναι μια σιωπηλή επιστροφή, δίχως τον απόηχο χειροκροτημάτων. Οχυρώνομαι εντός μου, ακόμη και όταν βρίσκομαι εκτός των τειχών. Όχι για να διαφύγω, μα για να μη διασκορπιστώ στα ασήμαντα. Με την ωρίμανση, αποκτάς την τέχνη της απόστασης από την κεντρική σκηνή, από τα φώτα που εκτυφλώνουν όσους αδυνατούν να παραγάγουν το δικό τους φως. Αναπνέεις λίγο παραδίπλα, εκεί όπου ο χρόνος δεν υψώνει τη φωνή του, αλλά εμμένει, σιωπηλός και επίμονος.



Το 2026 προσεγγίζει αθόρυβα, σαν φάντασμα. Η χρονιά που παρέρχεται δεν προσφέρει απολογίες, και η επερχόμενη δεν δίνει εξηγήσεις. Απαιτεί απλώς να αναμετρηθείς με τα μέτρα σου. Όχι για την ευτυχία – αυτή σπανίως αντέχει στη διάβρωση του χρόνου. Για τη ζωή μιλάμε. Ολόκληρη. Με τα ρήγματα, με τις καθυστερήσεις, με τις στιγμές που σε αιφνιδιάζουν. Οι πραγματικά ευτυχισμένοι δεν έχουν ιστορίες. Ποτέ δεν στάθηκαν να καταμετρήσουν δευτερόλεπτα, δεν έμειναν με κομμένη την ανάσα να αναρωτιούνται αν θα υπάρξει συνέχεια. Περπάτησαν ευθεία και χάθηκαν, απλώς πέφτοντας σε μια τρύπα.

Εμείς, οι φύσει δύσπιστοι, προθερμαίνουμε τη ψυχή. Τα κείμενα τα «πριν» και τα «μετά» δεν συνιστούν απολογισμούς, αλλά ασκήσεις αντοχής. Για να μη μας πιάσει κράμπα στην εκκίνηση της διαδρομής.

Οι λέξεις μένουν. Όχι από πίστη, αλλά από ανάγκη. Μένουν όταν οι άνθρωποι φεύγουν, όταν οι χρονιές αλλάζουν θέση στο ημερολόγιο, όταν τα όνειρα επαναλαμβάνονται με άλλη θερμοκρασία. Με τις λέξεις κρατάμε ζεστό ένα κάλεσμα, μήπως και ακουμπήσουμε κάποια κρυμμένη φλέβα ευαισθησίας, στον μικρό μας κόσμο που προσποιείται τον αδιάφορο.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη σιωπή και στο γράψιμο, μένει ανοιχτή μια επιστολή. Εκείνη του Μαγιακόφσκι προς τη Λίλι Μπρικ. Όχι για να σταλεί ξανά, αλλά για να θυμίζει ότι οι λέξεις χρειάζονται χρόνο πριν ακουστούν. Ότι κάποτε, τα γράμματα ήταν οι μόνες γιορτές που είχε ένας άνθρωπος για να αντέξει.

Ο χρόνος μεταβάλλεται δίχως τελετές. Παρασύρει όσους αμέλησαν πού πατούν και αφήνει πίσω όσους έμαθαν να υπολογίζουν την ανάσα τους. Δεν μας οφείλει τίποτα. Μας προσφέρει απλώς έναν ακόμη κύκλο για να ζήσουμε. Όχι ευτυχισμένοι, αλλά παρόντες.
Κι αν στο τέλος καταλήξουμε να μοιάζουμε με σύννεφο, ας μείνουμε όρθιοι και αθόρυβοι.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 
Δείτε λιγότερα

Ο χρόνος δεν φεύγει, απλώς αλλάζει θέση



Στο κλείσιμο κάθε κύκλου, επιστρέφει η ίδια, σχεδόν ενοχική, ευχή: «Να φύγει». Σαν να ευθύνεται ο χρόνος για όσα δεν αντέξαμε, σαν να είναι εκείνος ο ένοχος για τις δικές μας σιωπές. Όμως ο χρόνος δεν αποχωρεί, μετακινείται. Από το μελάνι της εφημερίδας χαράσσεται στο σώμα και από τις μέρες που πέρασαν ριζώνει στη μνήμη.



Για κάποιους, ο χρόνος είναι ένας στεγνός, λογιστικός ισολογισμός. Αν το ταμείο βγαίνει, όλα καλώς καμωμένα. Αν περισσέψει κάτι, το βαφτίζουν ευτυχία, το μετρούν και το ξεχνούν. Για εμάς, όμως, ο χρόνος παραμένει πληγή και φως μαζί. Μια σπίθα που δεν έσβησε στις καταιγίδες, που δεν καίει πια, μα φωτίζει. Κι αυτή η διαύγεια είναι που πονάει περισσότερο.

Υπάρχουν κι εκείνοι που αναλώνονται στην τριβή της απληστίας και του φόβου. Σκάβουν λάκκους για τους άλλους και καταλήγουν να κατοικούν οι ίδιοι μέσα τους, κατηγορώντας ύστερα τον χρόνο για το σκοτάδι που οι ίδιοι παρήγαγαν.

«Ωραία φεύγουν τα χρόνια και σε λευτερώνουν από το βάρος τους», γράφτηκε κάποτε. Όμως η διάγνωση είναι άλλη: Το βάρος δεν είναι τα χρόνια που περνούν, αλλά οι λέξεις που κρατήσαμε μέσα μας, οι μάχες που δεν δόθηκαν, τα «όχι» που δεν τολμήθηκαν.

Σε όλα τα κείμενα που έχω γράψει με αφορμή τον νέο χρόνο, η αναζήτηση παραμένει σταθερή. Να ζήσουμε καλά. Όχι «καλύτερα», γιατί το «καλύτερα» έχει πάντα ένα σιωπηλό, συχνά ακριβό αντίτιμο. Να ζήσουμε καλά και, κυρίως, μαζί.
Για να μην χρειαστεί, στο τέλος της διαδρομής, να κατηγορήσουμε τον χρόνο για τη ζωή που αφήσαμε ανυπεράσπιστη. 

Το ποτάμι κυλά. Εμείς περνάμε



Ας το πάρουμε απόφαση, το ποτάμι θα μας περιέχει. Όχι ως απειλή, ούτε ως λύτρωση, αλλά ως φυσικό νόμο. Θα μας πάρει όπως παίρνει το φως τα πράγματα, χωρίς διάκριση, με μια δικαιοσύνη που δεν εξηγείται και δεν παρηγορεί. Δεν θα μας ρωτήσει αν είμαστε έτοιμοι, ούτε αν κλείσαμε τους λογαριασμούς μας με τον χρόνο. Θα μας σηκώσει όπως είμαστε, με τις εκκρεμότητες, τα θέλω που έμειναν μισά και τα όνειρα που κρατήσαμε ζεστά μόνο και μόνο για να μη σβήσουν.



Έτσι συνεχίζουμε. Με μικρές επανεκκινήσεις, σχεδόν ανεπαίσθητες, σαν να μπορούμε να ξεγελάσουμε τον χρόνο. Ακόμα κατοικώ στο Εδώ. Το Εκεί το πλησιάζω γράφοντας, όχι για να το κατακτήσω, αλλά για να γίνει ανθρώπινο το πέρασμα. Οι λέξεις δεν θεραπεύουν. Διασώζουν. Κρατούν μορφές και φωνές όρθιες μέσα στον απέραντο χώρο που μας διαλύει όταν μένει ανώνυμος.

Ο χρόνος δεν είναι αθώος, ούτε ένοχος. Είναι αυτό που του επιτρέπουμε να γίνει. Του δώσαμε χρώμα, ήθος, ιδεολογία και βάρος. Κι έπειτα απορήσαμε που μας λύγισε. Κι όμως, μέσα στη ροή του, υπάρχει μια ήσυχη επιμονή, μια πίστη που δεν δηλώνεται, αλλά αντιστέκεται στο μάταιο.

Στο ποτάμι αυτό υπάρχει πείνα. Όχι της στέρησης, αλλά της επιθυμίας. Πείνα για ζωή που δεν απολογείται. Για έρωτα που δεν εξηγείται. Για τη φωτιά, για την τροφή, για την απλή τελετουργία του σώματος που θυμάται πριν σκεφτεί. Μαγειρεύω όπως γράφω. Ενώνω μνήμη και σάρκα, λέξεις και γεύσεις, για να αντέχεται το παρόν.

Γεννήθηκα με ανοιχτό το στόμα, σε έναν κόσμο από ρόδια και λεμόνια, από ώριμο ήλιο και σιωπές που έχουν βάθος. Κάπου ανάμεσα στον εγκέφαλο και στην καρδιά, εκεί όπου η σκέψη υποχωρεί και η ανάγκη γίνεται αλήθεια. Το δείπνο βρίσκεται πάντα στην ανάσα της μέρας που φεύγει, στα μικρά πράγματα που επιπλέουν τη νύχτα χωρίς να ζητούν δικαίωση.

Στο τέλος της χρονιάς δεν ζητάω απαντήσεις. Ζητάω να συνεχίσω να γράφω, να γεύομαι, να θυμάμαι. Το ποτάμι θα μας περιέχει έτσι κι αλλιώς. Το ερώτημα είναι αν θα περάσουμε πεινασμένοι ή ζωντανοί.
Το ποτάμι κυλά. Εμείς περνάμε.

Φωτογραφία από την ταινία του Κούνδουρου " Το ποτάμι" 
Δείτε λιγότερα

Η Ψηφιακή Μοναξιά των Γιορτών


Επτά χρόνια μετά, η υποψία έγινε ετυμηγορία. Τότε αναρωτιόμασταν αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ο καθρέφτης μας, σήμερα γνωρίζουμε πως είναι το σφαγείο της αυθεντικότητας. Αυτές τις μέρες των γιορτών, η εικόνα που πασχίζουμε να φιλοτεχνήσουμε δεν είναι παρά μια κραυγή αγωνίας «Κοιτάξτε με, υπάρχω επειδή φαίνομαι».



Αυτοί είμαστε!!! Μια κοινωνία που αν δεν «αιχμαλωτίσει» τη στιγμή σε ένα pixel, νιώθει πως η στιγμή δεν συνέβη ποτέ.
Κάντε τον λογαριασμό της εποχής, προσθέστε τόνους ψηφιακού θορύβου και αφαιρέστε κάθε ίχνος σιωπής. Η ανωριμότητα του παρελθόντος δεν θεραπεύτηκε, απλώς εκσυγχρονίστηκε.

Καταντήσαμε να εκθέτουμε την ιερότητα της μάνας ή την αθωότητα του παιδιού μας στο παζάρι των likes, λες και η αγάπη χρειάζεται δημόσια επικύρωση για να αποκτήσει αξία. Είναι η απόλυτη κατάντια: να μετατρέπουμε το συναίσθημα σε τηλεγράφημα προς αγνώστους.

Κάποτε, το χαρτί και ο μελάνι επέβαλε μια ευλογημένη φειδώ. Κάθε λέξη που τυπωνόταν είχε βάρος, γιατί είχε κόστος. Σήμερα, η «τζάμπα» ψηφιακή φλυαρία μας έχει αδειάσει το κεφάλι. Η ευκολία έγινε η κερκόπορτα της ανοησίας μας. Μιλάμε ακατάπαυστα για να μη χρειαστεί να σκεφτούμε. Ποστάρουμε με μανία για να μην ακούσουμε την ηχώ της μοναξιάς μας.

Δεν φταίει η τεχνολογία, αυτή είναι απλώς ο προβολέας που φωτίζει τα ερείπιά μας. Φταίει η χρήση που μας μετέτρεψε από ανθρώπους με «ίσκιο και δροσιά» σε φιγούρες μιας χρήσεως. Όπως έλεγε και εκείνη η μοναχική φωνή στο ραδιόφωνο, όταν οι ώρες βαραίνουν:
«Ποιος αντέχει πια το βάρος μιας αληθινής σχέσης; Όλα λύνονται με ένα PIN. Μια εικονική πραγματικότητα που μας απαλλάσσει από τον κόπο της επαφής, από το ρίσκο του να είσαι παρών με όλη σου την ψυχή».

Ζούμε στην εποχή του αναλώσιμου συναισθήματος. Πλαστικές χαρές που καταναλώνονται σε δευτερόλεπτα, αλλά αφήνουν πίσω τους μια τοξική σκουριά που θα χρειαστεί αιώνες για να λιώσει.

Κανείς δεν στερεί το δικαίωμα της γνώμης. Αλλά η γνώμη που γεννιέται από την υστερία της στιγμής, από τη βιασύνη να προλάβουμε τον αλγόριθμο, δεν είναι γνώμη, είναι αυτοτραυματισμός. Είναι ένας βιασμός της σκέψης μας, όπου στο τέλος, αν κοιτάξουμε τον καθρέφτη, δεν θα αναγνωρίζουμε ούτε το πρόσωπο, ούτε την υπογραφή μας.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, στην τελευταία σελίδα που μένει πάντα λευκή για τον καθένα μας, η αλήθεια μας δεν θα κριθεί από το πόσοι μας είδαν, αλλά από το αν αντέξαμε να είμαστε άνθρωποι, ακόμα και όταν δεν μας κοιτούσε κανείς. 
Δείτε λιγότερα

Όσα δεν Φωτίζονται την Παραμονή



Υπάρχουν πράγματα που δεν γκρεμίζονται με πάταγο. Φθείρονται στη σιωπή, σαν τα παλιά οικοδομήματα που παραδίδονται στην υγρασία. Η εμπιστοσύνη, το «μαζί», η κοινή μας γλώσσα, όλα υποχώρησαν μπροστά στη στυγνή βεβαιότητα πως ο άλλος δεν είναι πια συνοδοιπόρος, αλλά εμπόδιο. Μέσα σε αυτή την αργόσυρτη διάβρωση, χάθηκε ανεπαισθήτως και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όχι ως θεωρία, στα λόγια παραμένει άτρωτη, αλλά ως η καθημερινή χειρονομία που μας ορίζει.



Γι’ αυτό και οι ευχές ακούγονται κούφιες. Όσο πιο γενικές, τόσο πιο ακίνδυνες. Υπόσχονται καλύτερα χρόνια χωρίς να αγγίζουν τη ζωή. Όταν το όραμα αποσπάται από τον άνθρωπο, γίνεται διακόσμηση. Ίσως η μόνη έντιμη αρχή να είναι η επιστροφή στον εαυτό μας. Όχι ως φυγή, αλλά ως ευθύνη. Να ορίσουμε τι δεν ανεχόμαστε πια. Να πούμε την αλήθεια μας χωρίς προστασία.

Σε αυτή τη διαδρομή δεν αναζητούμε τον εξαγνισμό. Αναζητούμε την άρνηση στον εθισμό. Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν από τις μεγάλες κρίσεις, αλλά από τη μικρή, καθημερινή παραίτηση. Από την ανοχή στην αδικία και την εξοικείωση με την απανθρωπιά που βαφτίστηκε «κανονικότητα». Εκεί ακριβώς, στο μεταίχμιο της ανοχής, μετριέται το ανάστημα του πολίτη.

Τα Χριστούγεννα, βέβαια, επιμένουν να επιβιώνουν στις σελίδες των βιβλίων. Εκεί η νύχτα είναι πάντα «άγια» και το φως νικά το σκοτάδι με συνοπτικές διαδικασίες. Ένας μύθος αναγκαίος, για να αντέχεται η πραγματικότητα.

Όμως, η μαγεία τραυλίζει όταν οι πρωταγωνιστές είναι παιδιά. Παιδιά που διδάχθηκαν να αντέχουν πριν προλάβουν να μάθουν να ελπίζουν. Πώς να τους διαβάσεις παραμύθια, όταν στα μάτια τους καθρεφτίζεται ήδη η γνώση πως ο κόσμος είναι ένας τόπος ανισότητας; Πώς να τους μιλήσεις για το άστρο της Βηθλεέμ, όταν το σκοτάδι γύρω τους δεν είναι σκηνοθεσία, αλλά βίωμα;

Παραμονή Χριστουγέννων. Όχι ως γιορτή, αλλά ως μέτρο. Αν κάτι απομένει να σωθεί, δεν θα σωθεί από λαμπιόνια και ευχές. Θα σωθεί μόνο από την προσωπική απόφαση να μη χαθεί κι άλλο. Να μη συνηθίσουμε την απώλεια. Να μη συνηθίσουμε την απανθρωπιά.

Για τα φετινά Χριστούγεννα: Σας εύχομαι να χαλάσετε τη «βιτρίνα» για να σώσετε το περιεχόμενο.

Να βρείτε τη δύναμη να πείτε τα «όχι» που ελευθερώνουν και να αναζητήσετε τη ζεστασιά όχι στα «Χρόνια Πολλά», αλλά στα «Είμαι εδώ». Εύχομαι το φως των γιορτών να μην πέσει απλώς πάνω σας, αλλά να αναβλύσει από μέσα σας, ως η μόνη απάντηση σε όσα μας σκοτεινιάζουν.
Καλά Χριστούγεννα. 
Δείτε λιγότερα

Η εποχή με ημερομηνία λήξης



Παραμονές Χριστουγέννων 2025.
Στο γραφείο μου υπάρχει ακόμη ένα κινητό του 2022. Ένα Galaxy S22. Τότε θεωρούνταν αιχμή. Σήμερα μοιάζει ήδη με αντικείμενο μεταβατικό. Δεν χάλασε. Δεν κουράστηκε. Απλώς δεν χωρά πια στην εποχή. Η φθορά δεν είναι τεχνική, είναι πολιτική.

Κάποτε είχα την πολυτέλεια της υπερβολής. Έγραφα τα αδιανόητα, σαν να μπορούσε η γλώσσα να λειτουργήσει προληπτικά. Να αποτρέψει τα προβλέψιμα. Δεν λειτούργησε. Δεν ήρθαν οι καταστροφές. Ήρθαν οι κανονικότητες. Και αποδείχθηκαν πιο σκληρές. Χείρου χειρότερα, χωρίς καν την παρηγοριά της έκπληξης.



Με τρομάζει η ταχύτητα με την οποία χάνεται η ύλη. Όχι επειδή φθείρεται, αλλά επειδή δεν αγαπιέται. Με τρομάζουν τα φτηνά πράγματα. Όχι για την τιμή τους, αλλά για τη μοίρα τους. Κινητά που γεννιούνται παλιά. Ρούχα που δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν σώμα. Αυτοκίνητα που γερνούν πριν δεθούν με τον άνθρωπο που τα αγόρασε. Με τρομάζουν οι εργατοώρες που θυσιάζονται για αντικείμενα μιας χρήσης. Οι συσκευασίες που κοστίζουν περισσότερο από το περιεχόμενο. Μια οικονομία χτισμένη πάνω στην προσωρινότητα και μετά μια κοινωνία που απορεί γιατί τίποτα δεν κρατά.

Έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος μας δεν θα αφήσει ίχνη. Ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν σημεία αναφοράς για να τον θυμίζουν. Κάθε εποχή άφηνε αντικείμενα για να αφηγούνται την ιστορία της. Η δική μας δεν αφηγείται. Διαγράφει. Δεν φθείρει. Πετά.

Η σκαλιστή κασέλα του παππού υπάρχει ακόμη. Ο κομός της γιαγιάς αντέχει. Το σίδερο με τα κάρβουνα στέκει σαν μάρτυρας. Τα σημερινά αντικείμενα δεν θα σταθούν. Κουβαλούν πάνω τους ημερομηνία λήξης. Όχι επειδή χαλάνε, αλλά επειδή έτσι σχεδιάστηκαν.

Παραμονές Χριστουγέννων 2025.
Τα φώτα αναβοσβήνουν, οι ευχές επαναλαμβάνονται, οι βιτρίνες υπόσχονται «καινούργια αρχή». Κι εγώ σκέφτομαι ότι σε αυτή τη γιορτή της γέννησης, όλο και λιγότερα πράγματα προλαβαίνουν να ζήσουν.
Και είναι λίγες οι μέρες τους. 
Δείτε λιγότερα

Όταν το φονικό μικραίνει

 Στην Κέρκυρα τα σκαλιά δεν είναι απλώς πέτρα. Είναι παύσεις. Μικρά σταματήματα ανάμεσα σε όσα ξέρουμε και σε όσα κάνουμε πως δεν είδαμε ποτέ.

Το σκέφτηκα διαβάζοντας το «Φονικό στους Κορφούς» του Σωτήρη Τριβιζά. Όχι σαν αστυνομική ιστορία, αλλά σαν περιήγηση. Εξήντα εννέα σκαλιά, τόσα όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου. Όχι για να φτάσεις κάπου, αλλά για να σταθείς λίγο σε κάθε ένα.
Ένα πτώμα σε μια βρεγμένη σκαλινάδα αρκεί για να ξεκινήσει η ιστορία. Ψιλή βροχή, πέτρα που γλιστρά, μια πόλη που συνεχίζει χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο. Το έγκλημα δεν προκαλεί πανικό. Προκαλεί μια ενοχλητική οικειότητα. Σαν κάτι που, κατά βάθος, όλοι περίμεναν.


Η Κέρκυρα της δεκαετίας του ’70 περνά μπροστά σου χωρίς φίλτρα. Όχι τουριστική, όχι νοσταλγική. Αυλές, αρχοντικά που βαραίνουν από μυστικά, γνώριμοι τύποι, άνθρωποι που θα μπορούσαν να ανήκουν σε οποιαδήποτε οικογενειακή αφήγηση. Ο καλοκάγαθος υπαστυνόμος, το αφεντικό του από την Αθήνα, οι ύποπτοι, η μοιραία γυναίκα. Όχι ως χαρακτήρες, αλλά ως όψεις μιας πόλης που μεγάλωσε απότομα και έμαθε να σωπαίνει κομψά.
Όσο προχωράς, το φονικό μικραίνει. Η πόλη μεγαλώνει. Με τη φιλαρέσκειά της, τις ενοχές της, τη σιωπηλή της συνενοχή. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως η λύση δεν είναι το ζητούμενο.
Γιατί σ’ αυτή την πόλη δεν σε τρομάζει ποιος σκότωσε ποιον.
Σε τρομάζει πόσο άνετα στεκόμαστε σε κάθε σκαλί, χωρίς να ρωτάμε τι υπάρχει πιο κάτω.
Ο Σωτήρης Τριβιζάς, στο «Φονικό στους Κορφούς», δεν γράφει απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Στήνει μια περιήγηση, σχεδόν τελετουργική, στα στενά της Κέρκυρας, εκεί όπου η πέτρα έχει μνήμη και οι σκιές ξέρουν περισσότερα απ’ όσα λένε.
Το έγκλημα λειτουργεί ως αφορμή, όχι ως αυτοσκοπός. Είναι το κλειδί που ανοίγει πόρτες, αυλές, παλιά σπίτια και κυρίως συνειδήσεις. Η αφήγηση κινείται με ρυθμό περιπατητή. Ο αναγνώστης δεν τρέχει να προλάβει την αποκάλυψη, αλλά αφήνεται στη διαδρομή. Στα καντούνια, στις απότομες στροφές, στις αυλές που μυρίζουν υγρασία και παρελθόν, η Κέρκυρα δεν είναι φόντο. Είναι πρωταγωνίστρια. Μια πόλη που παρατηρεί, κρίνει και τελικά συμμετέχει.
Το «Φονικό στους Κορφούς» διαβάζεται σαν χάρτης. Όχι για να βρεις τον ένοχο, αλλά για να χαθείς συνειδητά σε μια πόλη που ξέρει να κρύβει τα μυστικά της πίσω από κλειστά παντζούρια και χαμηλωμένα βλέμματα.

Το διάβασα απνευστί 
Δείτε λιγότερα

Μέχρι να ξυπνήσουν τα παραμύθια

Δεν αγάπησα τα Χριστούγεννα όπως τα φωτίζουν οι βιτρίνες. Τα γνώρισα μέσα από βιβλία, εκεί όπου το παραμύθι δεν είναι ψέμα αλλά άμυνα. Στις μικρές ηλικίες δεν σε κοροϊδεύει, σε κρατά όρθιο. Σου μαθαίνει πώς αντέχεται η συνέχεια.


Μεγαλώσαμε. Άλλοι με σχέδιο, άλλοι από αδράνεια. Και κινηθήκαμε προς μια ιδέα ελευθερίας όχι από ρομαντισμό, αλλά από εσωτερική πίεση. Ήταν μονόδρομος. Ο άνεμος φυσούσε από μέσα. Να βγεις από το παζάρι χωρίς να πουληθείς. Να μη γίνεις κρίκος στην αλυσίδα των ήρεμων, εκπολιτισμένων δίποδων που έμαθαν να υπακούν χωρίς θόρυβο.



Το άκουσα μια νύχτα στο ραδιόφωνο και μου έμεινε. Όταν ξυπνήσουν τα παραμύθια, ο κόσμος θα γίνει πιο σκληρός. Θα ζητήσουν πίσω τον χρόνο που τους αφαιρέσαμε. Όλα τα πρόσωπα που φυλακίσαμε σε μία μόνο ιστορία. Κι εμείς φυλακισμένοι, λιγότερο σε όσα μας επέβαλαν, περισσότερο σε όσα ανεχτήκαμε.

Οι οθόνες καθάρισαν, η ζωή θόλωσε. Υπερανάλυση στα πράγματα, ελάχιστη αντοχή στους ανθρώπους. Αυτές τις μέρες περισσεύουν οι ευχές. Κι όμως δεν ζητήσαμε θαύματα. Μια ανθρώπινη ζωή, ζητήσαμε, λίγη ειρήνη, λίγη ελευθερία. Τα δύσκολα τα έλυσαν όσοι έσκυψαν στη δουλειά τους. Τα απλά τα ανέλαβαν άλλοι, εργολαβικά, κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό τους. Το αποτέλεσμα γνωστό. Μια τρύπα στο νερό.

Στο τέλος του χρόνου δεν απομένει παρά να πιέσουμε την ελπίδα μέχρι τα όριά της. Όχι από αισιοδοξία, αλλά από ένστικτο επιβίωσης. Αν σταματήσεις να κυνηγάς τον ήλιο, χάθηκες. Κι εμείς, όσοι ακόμα σκαλίζουμε καράβια και χελιδόνια στον πηλό, θα συνεχίσουμε, όχι επειδή θα αλλάξει ο κόσμος, αλλά γιατί αν σταματήσουμε, θα έχει ήδη χαθεί. Όχι γιατί θα νικήσουμε. Αλλά γιατί δεν μάθαμε αλλιώς. 
Δείτε λιγότερα

Τα Ραγίσματα κάτω από το Βελούδο των Φιλαρμονικών

"Ήρθαν οι γιορτές. Η πόλη φωτίζει ό,τι προσπαθούμε να αφήσουμε στο σκοτάδι. Ήταν πάντα έτσι η Κέρκυρα. Ένα νησί που αγαπάει την επιφάνεια, το «αμπιγιέ», το καλογυαλισμένο βιτρό της ιστορίας του, αλλά μισεί τα ραγίσματα κάτω από τη βελούδινη κουρτίνα της Φιλαρμονικής.



Οι μνήμες, αυτές οι ατίθασες Κυρίες, δεν καμουφλάρονται. Δεν συμμορφώνονται με τα εορταστικά ωράρια. Μπαίνουν μπροστά μας, με τη χάρη της παλιάς καντάδας και την οξύτητα της σύγχρονης απραξίας και μας ζητούν λογαριασμό για όσα δεν αντέξαμε. Τις πολεμάμε με λέξεις, νομίζοντας πως μπορούμε να στεριώσουμε το άπιαστο, σαν να χτίζουμε σπίτι στην άμμο.

Ο χρόνος, για να αποκτήσει πρόσωπο, χρειάζεται έδαφος, χρειάζεται ρίζες. Και ο τόπος μας τού το δίνει απλόχερα, με μια αρχοντιά που πονάει. Το Λαζαρέτο, το Βίδο - φάροι μοναξιάς - τα Φρούρια, η Παλιά Πόλη που αντέχουν ακόμα, το βιομηχανικό κουφάρι του εργοστασίου Δεσύλλα που σαπίζει, τα σοκάκια, οι γειτονιές που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε Airbnb. Αυτά είναι τα οστά της συλλογικής μας μνήμης. Στέκονται ακόμα και όταν εμείς λυγίζουμε, όταν προτιμάμε την παρηγορητική, λαμπερή επιφάνεια του Λιστόν από την τραχιά, ξεχασμένη αλήθεια που κρύβεται από κάτω.

Η κοινωνία μας έχει ένα παράξενο χάρισμα. Μπορεί να λειαίνει τα πάντα. Να απαλύνει ό,τι την ενοχλεί, να το περνάει γενεές δεκατέσσερις από το φίλτρο της τοπικής αδράνειας. Όποιος μιλήσει τη στιγμή που η πόλη βράζει (είτε για τα σκουπίδια που μαζεύτηκαν, είτε για αυτά που μένουν άλυτα στις ψυχές μας), όποιος αρνηθεί να υποκριθεί το πανηγύρι της κανονικότητας, μπαίνει αυτομάτως στη λίστα των ανεπιθύμητων. Στην εκλεκτή μειοψηφία που δεν χωράει στα στενά, τοπικά σχήματα και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει, ίσως, λίγο πιο καθαρά.

Σήμερα γιορτάζει ο Άγιος. Ο πολιούχος. Η στιγμή που η πόλη, ενστικτωδώς, αναζητά ένα κοινό σημείο αναφοράς, μια παρηγοριά. Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, είναι δύσκολο να αρνηθείς τη δύναμη του συμβόλου, τη συλλογική ανάγκη για προστασία. Είναι η μέρα που όλοι, λίγο πολύ, γινόμαστε Κερκυραίοι με τον ίδιο τρόπο.

Ο καιρός αλλάζει. Αγριεύει. Το νιώθεις στον τρόπο που οι άνθρωποι αποσύρουν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δεν μοιάζει με τον εαυτό τους. Όσοι σκέφτονται λίγο παραπάνω, όσοι δεν βολεύονται στην πεπατημένη της μικρής κοινωνίας, αποβάλλονται στο περιθώριο. Ο κόσμος θέλει ομοιότητα, όχι προσωπικότητα. Φωτοτυπίες ανθρώπων, όχι ανθρώπους με ψυχή.

Μα ίσως το «εκτός» να είναι το πραγματικό μέσα. Εκεί που δεν ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς, εκεί που η σκέψη δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να σταθεί όρθια. Εκεί να σταθούμε. Στην κόψη του ανέμου.

Και αν ο αέρας της Κέρκυρας, ο αέρας του Ιονίου, μας πάρει μαζί του, τουλάχιστον θα έχει σηκώσει ανθρώπους που δεν λύγισαν μπροστά στο φαίνεσθαι. Αυτή είναι η μόνη αξιοπρέπεια που μας μένει.

Το έργο του Δημήτρη Μηλιώτη 
Δείτε λιγότερα

Το δικαίωμα στα θέλω


«Θέλω». Μια λέξη που δεν υπάκουσε. Δεν έμεινε στο σκοτάδι, βγήκε στο φως χωρίς άδεια. Μέρες που είναι, της έκανα το χατίρι. Υπάρχουν θέλω που δεν αντέχουν άλλο τη σιωπή, ακόμη κι αν ξέρουν ότι δεν θα δικαιωθούν.

Ο Μπλοκ το είπε αλλιώς. Η επιθυμία να αθανατίσεις το υπαρκτό, να δώσεις πρόσωπο στο απρόσωπο, να δανείσεις σώμα στο ανύπαρκτο. Μια επιθυμία επικίνδυνη, γιατί ξέρει πως μπορεί να πνιγεί στο ίδιο της το όνειρο. Κι όμως επιμένει. Ίσως επειδή εκεί, μέσα στη θλίψη, κρύβεται ο μηχανισμός της λύτρωσης. Ίσως ό,τι βαραίνει να είναι τελικά μια άλλη μορφή φωτός.



Το καράβι ήταν χάρτινο. Χωρίς παρερμηνείες. Όχι από αφέλεια, αλλά από επιλογή. Μόνο τα χάρτινα καράβια ταξιδεύουν χωρίς εγγυήσεις. Τα υπόλοιπα μένουν δεμένα, βαριά από βεβαιότητες. Κι όταν ήρθε η ώρα, βούλιαξε. Όχι γιατί απέτυχε, αλλά γιατί δεν φτιάχτηκε για να αντέχει τη σοβαρότητα.

Έσπασα κύκλους. Κάθε κύκλος είναι ένα όριο που παριστάνει την ασφάλεια. Κάθε πλαίσιο, εμπόδιο στην πνοή. Το χθες δεν στήριξε τον χρόνο του. Έμεινε άχρονο, να προσποιείται τον ενεστώτα.
Χάθηκα στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών. Όχι για να μετρήσω, αλλά για να βεβαιωθώ πως υπάρχω. Συνήθως αποτυγχάνουν κι αυτοί.

Κι έτσι, ο θαλασσινός ,βρέθηκε στο στόμα του ηφαιστείου. Εκεί επέστρεψε το ερώτημα. Τι θέλω;
Τη θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς. Όχι ασφαλή, όχι ήσυχη. Τη θέλω ως ένταση και ως ρίσκο. Όχι καταφύγιο, αλλά έκθεση. Τη θέλω για μια ζωή όχι εύκολη, αλλά ελεύθερη. Έναν ύμνο στην Ελευθερία, γραμμένο με επιλογές. 
Δείτε λιγότερα

Στιγμές ήσυχης εξάντλησης

Υπάρχουν ημέρες που ηχούν ξένες, σαν να μην μας ανήκουν. Το «καλημέρα» βγαίνει μηχανικά, ο καθρέφτης αντανακλά έναν ξένο. Είναι η αίσθηση πως ζούμε μια ζωή ελαφρώς μετατοπισμένη, μισή στροφή μακριά από τη δική μας πορεία. Μέσα στον θόρυβο της ρουτίνας, φυτρώνει η υποψία: έχουμε χάσει τον εαυτό μας, χωρίς να το αντιληφθούμε.


Η εποχή μας είναι ειδική στο να στερεί τον χρόνο από το ουσιώδες συναίσθημα. Μας φορτώνει με δουλειές, σχέδια, υποχρεώσεις, μικρές σημασίες μεταμφιεσμένες σε επείγοντα ζητήματα. Κι εμείς, αν και δεν το ομολογούμε ευθέως, κουβαλάμε μια σιωπηλή κόπωση. Όχι από όσα πράξαμε, αλλά από όσα αναβάλαμε: τις κουβέντες που δεν τολμήσαμε να κάνουμε, τις αποφάσεις που μαλάκωσαν από τον φόβο, τα «ναι» που ειπώθηκαν για να μη βλάψουν τους άλλους, πληγώνοντας εν τέλει εμάς τους ίδιους.



Η μοναξιά δεν έρχεται με κραυγές και εντάσεις. Έρπει αργά, με τον τρόπο του νερού που βρίσκει χαραμάδα, χωράει παντού. Στα μηνύματα του «θα δω και σου λέω», στις σχέσεις που μοιάζουν με διαλείμματα, στις υποσχέσεις που κανείς δεν τολμά να ακυρώσει. Κι όμως, αυτή η μοναξιά δεν είναι πάντα εχθρός. Μερικές φορές, είναι ο μόνος τρόπος να ανακαλύψεις τι πραγματικά αντέχεις και τι απλώς συνήθισες να ανέχεσαι.

Η συντροφικότητα σήμερα απαιτεί θάρρος. Όχι πάθος, αυτό είναι εύκολο να βρεθεί. Χρειάζεται θάρρος να είσαι διάφανος και αυθεντικός. Να μπορείς να πεις: «Μπορώ αυτό, δεν μπορώ εκείνο». Να σταθείς στο ύψος της αλήθειας σου, χωρίς να προσποιείσαι κάτι πιο βολικό ή αποδεκτό. Διότι οι μεγαλύτερες προδοσίες δεν συμβαίνουν μεταξύ δύο ανθρώπων, αλλά μεταξύ ενός ανθρώπου και του ίδιου του εαυτού του.

Και κάπου εκεί, μέσα σε μια μέρα του Δεκέμβρη ή σε μια νύχτα, που τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει, μπορεί να ακουστεί η πρώτη ειλικρινής φράση. Μικρή, σχεδόν ασήμαντη, αλλά αληθινή. Ίσως αυτό να αρκεί για μια καινούργια αρχή. Ή για ένα τέλος που έπρεπε να είχε ειπωθεί προ πολλού.

Όπως κι αν το ονομάσεις, είναι το σημείο όπου επιτέλους συναντάς τον εαυτό σου. Κι αυτό, όσο κι αν πονάει ή σε αναστατώνει, είναι βαθιά ανακουφιστικό. 
Δείτε λιγότερα

Στην κόψη του καιρού


Ήρθαν οι γιορτές. Η πόλη φωτίζει ό,τι προσπαθούμε να αφήσουμε στο σκοτάδι. Ήταν πάντα έτσι η Κέρκυρα. Ένα νησί που αγαπάει την επιφάνεια, το «αμπιγιέ», το καλογυαλισμένο βιτρό της ιστορίας του, αλλά μισεί τα ραγίσματα κάτω από τη βελούδινη κουρτίνα της Φιλαρμονικής.

Οι μνήμες, αυτές οι ατίθασες Κυρίες, δεν καμουφλάρονται. Δεν συμμορφώνονται με τα εορταστικά ωράρια. Μπαίνουν μπροστά μας, με τη χάρη της παλιάς καντάδας και την οξύτητα της σύγχρονης απραξίας και μας ζητούν λογαριασμό για όσα δεν αντέξαμε. Τις πολεμάμε με λέξεις, νομίζοντας πως μπορούμε να στεριώσουμε το άπιαστο, σαν να χτίζουμε σπίτι στην άμμο.



Ο χρόνος, για να αποκτήσει πρόσωπο, χρειάζεται έδαφος, χρειάζεται ρίζες. Και ο τόπος μας τού το δίνει απλόχερα, με μια αρχοντιά που πονάει. Το Λαζαρέτο, το Βίδο - φάροι μοναξιάς - τα Φρούρια, η Παλιά Πόλη που αντέχουν ακόμα, το βιομηχανικό κουφάρι του εργοστασίου Δεσύλλα που σαπίζει, τα σοκάκια, οι γειτονιές που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε Airbnb. Αυτά είναι τα οστά της συλλογικής μας μνήμης. Στέκονται ακόμα και όταν εμείς λυγίζουμε, όταν προτιμάμε την παρηγορητική, λαμπερή επιφάνεια του Λιστόν από την τραχιά, ξεχασμένη αλήθεια που κρύβεται από κάτω.

Η κοινωνία μας έχει ένα παράξενο χάρισμα. Μπορεί να λειαίνει τα πάντα. Να απαλύνει ό,τι την ενοχλεί, να το περνάει γενεές δεκατέσσερις από το φίλτρο της τοπικής αδράνειας. Όποιος μιλήσει τη στιγμή που η πόλη βράζει (είτε για τα σκουπίδια που μαζεύτηκαν, είτε για αυτά που μένουν άλυτα στις ψυχές μας), όποιος αρνηθεί να υποκριθεί το πανηγύρι της κανονικότητας, μπαίνει αυτομάτως στη λίστα των ανεπιθύμητων. Στην εκλεκτή μειοψηφία που δεν χωράει στα στενά, τοπικά σχήματα και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει, ίσως, λίγο πιο καθαρά.

Αύριο γιορτάζει ο Άγιος. Ο πολιούχος. Η στιγμή που η πόλη, ενστικτωδώς, αναζητά ένα κοινό σημείο αναφοράς, μια παρηγοριά. Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, είναι δύσκολο να αρνηθείς τη δύναμη του συμβόλου, τη συλλογική ανάγκη για προστασία. Είναι η μέρα που όλοι, λίγο πολύ, γινόμαστε Κερκυραίοι με τον ίδιο τρόπο.

Ο καιρός αλλάζει. Αγριεύει. Το νιώθεις στον τρόπο που οι άνθρωποι αποσύρουν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δεν μοιάζει με τον εαυτό τους. Όσοι σκέφτονται λίγο παραπάνω, όσοι δεν βολεύονται στην πεπατημένη της μικρής κοινωνίας, αποβάλλονται στο περιθώριο. Ο κόσμος θέλει ομοιότητα, όχι προσωπικότητα. Φωτοτυπίες ανθρώπων, όχι ανθρώπους με ψυχή.

Μα ίσως το «εκτός» να είναι το πραγματικό μέσα. Εκεί που δεν ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς, εκεί που η σκέψη δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να σταθεί όρθια. Εκεί να σταθούμε. Στην κόψη του ανέμου.

Και αν ο αέρας της Κέρκυρας, ο αέρας του Ιονίου, μας πάρει μαζί του, τουλάχιστον θα έχει σηκώσει ανθρώπους που δεν λύγισαν μπροστά στο φαίνεσθαι. Αυτή είναι η μόνη αξιοπρέπεια που μας μένει.

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη 

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...