Κόκκινο στο ροζ
«Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Δεν είναι μόνο τα υφάσματα που ξεβάφουν. Είναι οι ιδέες που κάποτε έκαιγαν, τώρα ξεθωριασμένες στον ήλιο του συμβιβασμού. Η αριστερή μελαγχολία χτυπά κόκκινο. Γύρω μου, το ροζ κυριαρχεί, το χρώμα της παραίτησης, της ήσσονος προσπάθειας, που καλύπτει επιμελώς το αίμα των πιστεύω μας. Ο χρόνος δεν κυνηγά απλώς, θερίζει βεβαιότητες, σιωπές, νεανικά όνειρα που δεν πρόλαβαν να γίνουν πράξη, χαμένα στη μετάβαση προς το άχρωμο «πρέπει».
Πάντα αγαπούσα τα Χριστούγεννα, όχι όμως και την Πρωτοχρονιά. Το «πριν από δέκα χρόνια» μού ήρθε σαν χαστούκι. Η μνήμη διψήφια, η ζωή να αλλάζει χωρίς εμένα, οι εποχές να τρέχουν με τη δική τους λογική.
Βγαίνω στην ταράτσα, Είναι γυμνή, χωρίς στολίδια, όπως ακριβώς πρέπει να είναι η αλήθεια. Απέναντι, τα μπαλκόνια της γειτονιάς είναι φωτισμένα , με χαζά κινεζικά φωτάκια που αναβοσβήνουν ρυθμικά. Τραγουδούν άηχα τους ρυθμούς της κατανάλωσης, της υποχρεωτικής ευθυμίας. Αναβοσβήνουν σαν να θέλουν να με πείσουν να συγχωρήσω το ροζ, να αποδεχτώ το ξεθώριασμα. Γελάω με πικρία. Μια φωνή μέσα μου ψιθυρίζει, «Θέλω να μείνω μόνος». Καθαρά. Από ανάγκη επιβίωσης, όχι από μίσος για τους άλλους. Από ανάγκη να διατηρήσω το περίγραμμα του εαυτού μου.
Στέκομαι στο κέντρο της ταράτσας. Δεν χτίζω τείχη, πατάω γερά στην άσφαλτο. Αναπνέω τον παγωμένο αέρα. Τι κόκκινο απέμεινε; Τι σώθηκε από όσα πίστεψα; Τι δεν ξεβάφτηκε από τη βροχή του χρόνου;
Και τότε η δεύτερη στροφή του Καζαντζίδη χτυπάει σαν σφυρί:
«Δεν ξέρεις τι ’ναι μοναξιά
καρδιά που κλαίει τη νύχτα
Όσα τραγούδια σου ’γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχτα».
Κι εκεί το καταλαβαίνω.
Κάτι, έστω μικρό, παραμένει κόκκινο μέσα μου. Κι ας βλέπει ο κόσμος μόνο το ροζ.
Το κόκκινο καίει. Αντιστέκεται. Ζει. Και για όσο ζει, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά

Σχόλια