Στην κόψη του καιρού


Ήρθαν οι γιορτές. Η πόλη φωτίζει ό,τι προσπαθούμε να αφήσουμε στο σκοτάδι. Ήταν πάντα έτσι η Κέρκυρα. Ένα νησί που αγαπάει την επιφάνεια, το «αμπιγιέ», το καλογυαλισμένο βιτρό της ιστορίας του, αλλά μισεί τα ραγίσματα κάτω από τη βελούδινη κουρτίνα της Φιλαρμονικής.

Οι μνήμες, αυτές οι ατίθασες Κυρίες, δεν καμουφλάρονται. Δεν συμμορφώνονται με τα εορταστικά ωράρια. Μπαίνουν μπροστά μας, με τη χάρη της παλιάς καντάδας και την οξύτητα της σύγχρονης απραξίας και μας ζητούν λογαριασμό για όσα δεν αντέξαμε. Τις πολεμάμε με λέξεις, νομίζοντας πως μπορούμε να στεριώσουμε το άπιαστο, σαν να χτίζουμε σπίτι στην άμμο.



Ο χρόνος, για να αποκτήσει πρόσωπο, χρειάζεται έδαφος, χρειάζεται ρίζες. Και ο τόπος μας τού το δίνει απλόχερα, με μια αρχοντιά που πονάει. Το Λαζαρέτο, το Βίδο - φάροι μοναξιάς - τα Φρούρια, η Παλιά Πόλη που αντέχουν ακόμα, το βιομηχανικό κουφάρι του εργοστασίου Δεσύλλα που σαπίζει, τα σοκάκια, οι γειτονιές που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε Airbnb. Αυτά είναι τα οστά της συλλογικής μας μνήμης. Στέκονται ακόμα και όταν εμείς λυγίζουμε, όταν προτιμάμε την παρηγορητική, λαμπερή επιφάνεια του Λιστόν από την τραχιά, ξεχασμένη αλήθεια που κρύβεται από κάτω.

Η κοινωνία μας έχει ένα παράξενο χάρισμα. Μπορεί να λειαίνει τα πάντα. Να απαλύνει ό,τι την ενοχλεί, να το περνάει γενεές δεκατέσσερις από το φίλτρο της τοπικής αδράνειας. Όποιος μιλήσει τη στιγμή που η πόλη βράζει (είτε για τα σκουπίδια που μαζεύτηκαν, είτε για αυτά που μένουν άλυτα στις ψυχές μας), όποιος αρνηθεί να υποκριθεί το πανηγύρι της κανονικότητας, μπαίνει αυτομάτως στη λίστα των ανεπιθύμητων. Στην εκλεκτή μειοψηφία που δεν χωράει στα στενά, τοπικά σχήματα και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει, ίσως, λίγο πιο καθαρά.

Αύριο γιορτάζει ο Άγιος. Ο πολιούχος. Η στιγμή που η πόλη, ενστικτωδώς, αναζητά ένα κοινό σημείο αναφοράς, μια παρηγοριά. Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, είναι δύσκολο να αρνηθείς τη δύναμη του συμβόλου, τη συλλογική ανάγκη για προστασία. Είναι η μέρα που όλοι, λίγο πολύ, γινόμαστε Κερκυραίοι με τον ίδιο τρόπο.

Ο καιρός αλλάζει. Αγριεύει. Το νιώθεις στον τρόπο που οι άνθρωποι αποσύρουν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δεν μοιάζει με τον εαυτό τους. Όσοι σκέφτονται λίγο παραπάνω, όσοι δεν βολεύονται στην πεπατημένη της μικρής κοινωνίας, αποβάλλονται στο περιθώριο. Ο κόσμος θέλει ομοιότητα, όχι προσωπικότητα. Φωτοτυπίες ανθρώπων, όχι ανθρώπους με ψυχή.

Μα ίσως το «εκτός» να είναι το πραγματικό μέσα. Εκεί που δεν ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς, εκεί που η σκέψη δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να σταθεί όρθια. Εκεί να σταθούμε. Στην κόψη του ανέμου.

Και αν ο αέρας της Κέρκυρας, ο αέρας του Ιονίου, μας πάρει μαζί του, τουλάχιστον θα έχει σηκώσει ανθρώπους που δεν λύγισαν μπροστά στο φαίνεσθαι. Αυτή είναι η μόνη αξιοπρέπεια που μας μένει.

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Αν ο Τσε είχε ασκήσει εξουσία τίποτα δεν θα ήταν σήμερα...

"…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…"