Ο χρόνος δεν φεύγει, απλώς αλλάζει θέση
Στο κλείσιμο κάθε κύκλου, επιστρέφει η ίδια, σχεδόν ενοχική, ευχή: «Να φύγει». Σαν να ευθύνεται ο χρόνος για όσα δεν αντέξαμε, σαν να είναι εκείνος ο ένοχος για τις δικές μας σιωπές. Όμως ο χρόνος δεν αποχωρεί, μετακινείται. Από το μελάνι της εφημερίδας χαράσσεται στο σώμα και από τις μέρες που πέρασαν ριζώνει στη μνήμη.
Για κάποιους, ο χρόνος είναι ένας στεγνός, λογιστικός ισολογισμός. Αν το ταμείο βγαίνει, όλα καλώς καμωμένα. Αν περισσέψει κάτι, το βαφτίζουν ευτυχία, το μετρούν και το ξεχνούν. Για εμάς, όμως, ο χρόνος παραμένει πληγή και φως μαζί. Μια σπίθα που δεν έσβησε στις καταιγίδες, που δεν καίει πια, μα φωτίζει. Κι αυτή η διαύγεια είναι που πονάει περισσότερο.
Υπάρχουν κι εκείνοι που αναλώνονται στην τριβή της απληστίας και του φόβου. Σκάβουν λάκκους για τους άλλους και καταλήγουν να κατοικούν οι ίδιοι μέσα τους, κατηγορώντας ύστερα τον χρόνο για το σκοτάδι που οι ίδιοι παρήγαγαν.
«Ωραία φεύγουν τα χρόνια και σε λευτερώνουν από το βάρος τους», γράφτηκε κάποτε. Όμως η διάγνωση είναι άλλη: Το βάρος δεν είναι τα χρόνια που περνούν, αλλά οι λέξεις που κρατήσαμε μέσα μας, οι μάχες που δεν δόθηκαν, τα «όχι» που δεν τολμήθηκαν.
Σε όλα τα κείμενα που έχω γράψει με αφορμή τον νέο χρόνο, η αναζήτηση παραμένει σταθερή. Να ζήσουμε καλά. Όχι «καλύτερα», γιατί το «καλύτερα» έχει πάντα ένα σιωπηλό, συχνά ακριβό αντίτιμο. Να ζήσουμε καλά και, κυρίως, μαζί.
Για να μην χρειαστεί, στο τέλος της διαδρομής, να κατηγορήσουμε τον χρόνο για τη ζωή που αφήσαμε ανυπεράσπιστη.

Σχόλια