Η πόλη που προσποιείται ότι ζει Η εποχή δεν μας ρωτά πια. Μπαίνει μέσα μας, ανοίγει τα συρτάρια, ανακατεύει τη σιωπή μας και φεύγει χωρίς να κλείσει την πόρτα. Υπάρχουν πρωινά που λες πως η πόλη ξύπνησε πρώτη. Όχι, απλώς δεν κοιμήθηκε ποτέ. Έμεινε εκεί, όρθια, ακίνητη, περιμένοντας να δει πόσο ακόμα μπορούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Οι δρόμοι γεμίζουν από ανθρώπους που βιάζονται χωρίς λόγο. Όλοι μοιάζουν να έχουν ραντεβού με μια ζωή που δεν διάλεξαν, αλλά πρέπει να παρευρεθούν για να μην τους πουν αδιάφορους. Η πόλη το ξέρει αυτό και χαμογελάει ειρωνικά Τα καφέ γεμίζουν νωρίς. Όχι από παρέες, αλλά από μοναξιές που πίνουν καφέ σε χάρτινο ποτήρι, μην τυχόν και δεσμευτούν ούτε με ένα φλιτζάνι πορσελάνης. Κάπως έτσι φτάσαμε να φοβόμαστε και τα σταθερά αντικείμενα. Μας τρομάζει η διάρκεια. Μας πνίγει η συνέχεια. Θέλουμε όλα να είναι αναλώσιμα, ακόμα και η διάθεση. Κάποτε πιστεύαμε πως η πόλη μάς προσέχει. Τώρα η πόλη απλώς μας παρακολουθεί. Σαν να θέλει να δει ποια θα είναι η επόμενη μικρή μας καταστροφή. Μπορεί να είναι μια διακοπή ρεύματος, μπορεί μια διακοπή συνοχής. Συχνά είναι το δεύτερο. Το πιο αστείο είναι ότι δεν θυμόμαστε καν πότε μάθαμε να ζούμε έτσι. Να παριστάνουμε ότι υπάρχουμε, ότι σχεδιάζουμε, ότι προχωράμε. Κι όσο το παριστάνουμε τόσο περισσότερο η πόλη μας κάνει καθρέφτη. Μας επιστρέφει το βλέμμα μας. Και δεν είναι καθόλου κολακευτικό. Κι όμως, υπάρχει πάντα μια στιγμή στο τέλος της μέρας, εκεί γύρω στο σούρουπο, όπου όλα μοιάζουν να τελειώνουν λίγο πιο ήσυχα. Η πόλη δεν μας συγχωρεί, αλλά μας ανέχεται. Και εμείς δεν την κατακτούμε, αλλά την υπομένουμε. Κάπου εκεί ανάμεσα γεννιέται ένα μικρό συμπέρασμα που δεν τολμάμε να πούμε φωναχτά: Δεν είναι ότι φοβόμαστε να ζήσουμε. Είναι ότι φοβόμαστε να το παραδεχτούμε. Η φωτογραφία είναι της Σοφίας Μιχαλά Δείτε λιγότερα
Η εποχή δεν μας ρωτά πια. Μπαίνει μέσα μας, ανοίγει τα συρτάρια, ανακατεύει τη σιωπή μας και φεύγει χωρίς να κλείσει την πόρτα.
Υπάρχουν πρωινά που λες πως η πόλη ξύπνησε πρώτη. Όχι, απλώς δεν κοιμήθηκε ποτέ. Έμεινε εκεί, όρθια, ακίνητη, περιμένοντας να δει πόσο ακόμα μπορούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας.
Οι δρόμοι γεμίζουν από ανθρώπους που βιάζονται χωρίς λόγο. Όλοι μοιάζουν να έχουν ραντεβού με μια ζωή που δεν διάλεξαν, αλλά πρέπει να παρευρεθούν για να μην τους πουν αδιάφορους. Η πόλη το ξέρει αυτό και χαμογελάει ειρωνικά
Τα καφέ γεμίζουν νωρίς. Όχι από παρέες, αλλά από μοναξιές που πίνουν καφέ σε χάρτινο ποτήρι, μην τυχόν και δεσμευτούν ούτε με ένα φλιτζάνι πορσελάνης. Κάπως έτσι φτάσαμε να φοβόμαστε και τα σταθερά αντικείμενα. Μας τρομάζει η διάρκεια. Μας πνίγει η συνέχεια. Θέλουμε όλα να είναι αναλώσιμα, ακόμα και η διάθεση.
Κάποτε πιστεύαμε πως η πόλη μάς προσέχει. Τώρα η πόλη απλώς μας παρακολουθεί. Σαν να θέλει να δει ποια θα είναι η επόμενη μικρή μας καταστροφή. Μπορεί να είναι μια διακοπή ρεύματος, μπορεί μια διακοπή συνοχής. Συχνά είναι το δεύτερο.
Το πιο αστείο είναι ότι δεν θυμόμαστε καν πότε μάθαμε να ζούμε έτσι. Να παριστάνουμε ότι υπάρχουμε, ότι σχεδιάζουμε, ότι προχωράμε. Κι όσο το παριστάνουμε τόσο περισσότερο η πόλη μας κάνει καθρέφτη. Μας επιστρέφει το βλέμμα μας. Και δεν είναι καθόλου κολακευτικό.
Κι όμως, υπάρχει πάντα μια στιγμή στο τέλος της μέρας, εκεί γύρω στο σούρουπο, όπου όλα μοιάζουν να τελειώνουν λίγο πιο ήσυχα. Η πόλη δεν μας συγχωρεί, αλλά μας ανέχεται. Και εμείς δεν την κατακτούμε, αλλά την υπομένουμε.
Κάπου εκεί ανάμεσα γεννιέται ένα μικρό συμπέρασμα που δεν τολμάμε να πούμε φωναχτά:
Δεν είναι ότι φοβόμαστε να ζήσουμε. Είναι ότι φοβόμαστε να το παραδεχτούμε.
Η φωτογραφία είναι της Σοφίας Μιχαλά
Δείτε λιγότερα

Σχόλια