Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Για τα μικρά μιας ζωής και τα μεγάλα




Τι καλύτερο από μια σιωπή μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;  Και είναι μέρες, που με  ακολουθεί. Ίσως  να θέλει να με προστατεύσει.  Ίσως και να μην έχουν μπει στη σειρά,  οι λέξεις που θα ήθελα. Μπορεί να υπολογίστηκαν στο «Πριν», στο «Μετά» όμως στριμώχνονται βιαστικές σε ένα στόμα και αν τις  αφήσεις, μπορεί να βγάλουνε κραυγές.
Και όμως  ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο.  Όμως και πάλι πλήγωσε.  Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι.  Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις… 
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω   με τις λέξεις,  με τις φωνές τους,  με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη.  Διαδικασία επώδυνη. 

Ό,τι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά.  Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο»  δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε  και μια  ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα. 
«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε».  Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή.  Θα σου γράψω... Που πάει κανείς όταν φεύγει;
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι  ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει  ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος  έχει μια μικρή ελπίδα  να σε δει, τότε,  θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ  - αυτά τα γράμματα  είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του  Β. Μαγιακόφσι  στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια» 
Αλλά όπως λένε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε  αμοιβαίες πίκρες, πόνους και  προσβολές;»
Έγραψε  και έφυγε, όπως πάντα  τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς   κι ανίκητος.   αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;
 

   



Τέλος φόρμας

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Υπομονή



Να φταίει άραγε εκείνη η ατζέντα με τα «πρέπει», που φυλακίζει το μυαλό; Να φταίει το βράδυ που υποδέχεται με μοναξιά όμοια την επιτυχία και την αποτυχία; Να φταίνε κι αυτά τα πρωινά, που όσο κυλάει ο χρόνος στερούνται εκπλήξεων;
Ούτε ελεύθερο θέμα ούτε επιβαλλόμενο. Στέρεψα. Η επανάληψη με σκοτώνει. Δεν έχω καμία αμφιβολία, τα προβλήματα δεν τελειώνουν, θα μπορούσε όμως να μην είναι τα ίδια.
Τι να γράψω πάλι. Είναι οδυνηρό να παρακολουθείς, ένα κύκλο προβλημάτων που περιστρέφεται χρόνια τώρα από μπροστά σου και να είσαι υποχρεωμένος να επαναλαμβάνεις, κάθε φορά που η επικαιρότητα επιβάλλει τα ίδια πράγματα. Τα είπαμε. Τα γράψαμε. Τέλος.
Σε μια εποχή που τρέχει και δεν φτάνει, τα προβλήματα σέρνονται, τα ίδια και τα ίδια και μαζί τους είναι μέρες που σέρνομαι και εγώ.
Δεν ξέρω τη φταίει! Αρχίζω το ξεσκαρτάρισμα. Πετάω τ’ άχρηστα χωρίς το φόβο του κενού που θα μ’ αφήσουνε, γιατί είναι εκείνο το κενό, που σε τρελαίνει. Εδώ στη μικρή μας πόλη,  έχουμε την ψευδαίσθηση, ότι αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. Σκιαμαχούμε διαρκώς αγνοώντας τις αιτίες κάθε φορά που δημιουργούν και οξύνουν τα προβλήματα.  Επιμένουμε να σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει. Δε μας αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολευόμαστε με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνουμε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους.
 

Σκηνοθετούμε γεγονότα και ύστερα παίρνουμε την βολική θέση του θεατή, σχολιάζουμε κιόλας. Μπαίνουμε στο ψέμα και το ζούμε. Το βαφτίζουμε σημαντικό για να κερδίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί μας.
Όλα τα μέτωπα ανοιχτά και εμείς στη δυσάρεστη θέση της επανάληψης. Και πώς να γίνει διαφορετικά. Από την κρίση την οικονομική, στα καθημερινά προβλήματα που κάνουν κύκλους περνώντας επιδειχτικά από μπροστά μας, για να μας επιβεβαιώσουν ότι οι επιπόλαιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση τους, έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα, μια τρυπά στο νερό.
Υπάρχουν μέρες που στυλώνεις τα ποδιά για να στερεώσεις ακόμα περισσότερο τη μοναξιά σου και είναι αυτές οι μέρες που δεν αρκείσαι στα λίγα, δεν σου φτάνει μόνο, το πείσμα, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η θλίψη το παράπονο. Τα θέλεις όλα μαζί, για να μπορέσεις να ισορροπήσεις .
Είναι μέρες που σε αναγκάζουν να ψηλώσεις, τόσο που να τους βλέπεις πολύ μικρούς. Είναι οι μέρες που ευτυχώς συγκρούονται τα συναισθήματα και απενεργοποιούν τις παράλογες σκέψεις που περνούν απ’ το μυαλό μας, του τύπου
«Να τους ανατινάξω;» «Να τους βάλω φωτιά και να τους κάψω;»
Είναι οι μέρες που χρειάζεται. να κάνεις υπομονή…

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Η πανικόβλητη ηρεμία του σχοινοβάτη



Πριν πολλά χρόνια είχα γράψει, για την «πανικόβλητη, ηρεμία του σχοινοβάτη». Σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες έχει αξία  να το επαναφέρουμε… γιατί αν  δεν κόψεις, το σπάγκο…, δεν γλυτώνεις τελικά απ’ όλα αυτά  που σε βασανίζουν.
Εκείνη την ελευθερία που αναζητούσα, ακόμα, δεν κατάφερα να τη συναντήσω. Κάνω βουτιά στα μαρξιστικά μου ιδεώδη, μήπως και βρω μια εξήγηση. Οι πράξεις των πρώην συντρόφων μου, με απογοήτευσαν. Επιμένω στη θεωρία, ας είναι μακριά από την πράξη, ίσως μου δώσει μια εξήγηση μια αμυδρά ελπίδα ότι μπορεί με άλλες εφαρμογές  κάτι να γίνει. Είχα αρχίσει να βρίσκω επιχειρήματα  (επιχειρήματα, ο λόγος το λέει), κάποιες δικαιολογίες , που θα έφερναν προσωρινή ανακωχή στην μάχη με τον εαυτό μου. Τότε επενέβη,  ο «Ζορμπάς» και  με τραχιά  φωνή  με επανέφερε  στη τάξη.. « Όχι δεν είσαι λεύθερος. Το σκοινί ,  που είσαι δεμένος είναι  πιο μακρύ  από τους άλλους
ανθρώπους , αυτό είναι όλο. Του λόγου σου αφεντικό έχεις μακρύ σπάγκο , πας  κι έρχεσαι, θαρρείς πως είσαι λεύθερος,  μα το σπάγκο   δεν τον κόβεις . Κι άμα δεν κόψεις τον σπάγκο…»    


Στο όνομα του παρόντος όλα σβήνονται  και στο όνομα του μέλλοντος  θ ‘αλλάξουν όλα . εγώ όμως εκεί δεμένος , άμα δεν κόψεις  τον σπάγκο… έντρομος κοίταξα  πίσω, για να δω την άκρη του σχοινιού, μονάχα αγώνες  και αγωνίες αντάμωσα: μοναξιά, φόβους και πανικό. Ορκιζόμουν στην ηρεμία  μου και σε εκείνη την τρελή παράλογη γαλήνη, που με αντάμωνε στην ώρα του πιο τρελού πανικού, ότι είχα νικήσει. Νόμιζα, χωρίς καθόλου να υποπτεύομαι  πως ίσως  και να μην είναι η γαλήνη του πραγματικά ελεύθερου, αλλά η αυτοσυγκεντρωμένη πανικόβλητη ηρεμία του σχοινοβάτη. Σε τεντωμένο σχοινί   διαρκώς.
Υπάρχει τελικά άνθρωπος ελεύθερος ; Ο «Ζορμπάς», μου έδειξε το δρόμο, « άρχισα να αλαφρώνω
αφεντικό, γίνομαι άνθρωπος , γλύτωσα από την πατρίδα, γλύτωσα από τους παπάδες, γλύτωσα από τα λεφτά…»
Υπάρχουν κάποιες άπλες αλήθειες, που μπορεί να σου κόψουν το σχοινί  χωρίς  να χρειαστεί να βουτήξεις  μέσα σε ιδεολογικά πονήματα κρατώντας σημειώσεις.
Έκοψα το σκοινί  τη στιγμή της πιο γλυκιάς εξάρτησης,  είναι μερικές φορές , που η μανία της αυτοκαταστροφής , μου υπαγορεύει βιαστικές κινήσεις. Μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, εκβιάζω καταστάσεις  για να συναντήσω μια ώρα αρχύτερα  την ελευθέρια  που βρίσκεται στο τέρμα.  Τώρα από απόσταση, η γεύση μου τέθηκε  σε λειτουργιά. Είναι η ελευθερία  που με αφήνει να γεύομαι ό, τι εγώ θέλω.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Στην αναμονή της επόμενης λέξης ανακαλύπτω



Δεν μπορεί να γίνεται πόλεμος και συ να γράφεις  για τον ήχο της  βροχής  που σου διέκοψε τη βραδινή  σιωπή.  Πάντα έτσι συμβαίνει.  Εμείς που μάθαμε να δίνουμε σημασία στα  ψηλά γράμματα και στις υποσημειώσεις, η καυτή επικαιρότητα μας αποπροσανατολίζει. Όσο και αν προσπαθούμε να γράψουμε στο περιθώριο,  μακριά από κραυγές και πολυχρησιμοποιημένες λέξεις, έρχονται στιγμές που καταθέτουμε τα όπλα.   Από ώρα σε ώρα ανακοινώνεται το νέο κυβερνητικό σχήμα. Κυβέρνηση της αριστεράς για πρώτη φορά στην ιστορία αυτού του τόπου. Όνειρο μιας ζωής που γίνεται πραγματικότητα. Τι αξία έχουν αυτές τις ώρες τα λόγια.        
 Όχι, δεν γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
«Χωρίς βουλή χωρίς Θεό», που λέει και ο Σαββόπουλος, μελοποιώντας έτσι την αταξία του νου του και δίνοντας με αυτόν τον τρόπο διάσταση στις σκέψεις, που ξεπερνούσαν το εφήμερο του παρόντος του.
 
Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
Γράφω γιατί δεν έχει νόημα να πω, κανείς δεν θα με ακούσει. Γράφω για να  μπορώ να ονειρευτώ απόψε άλλους προορισμούς.  Όπως τότε εκεί στον πεθαμένο όρμο…
«Μια μέρα μόνος μου μακριά από τις κραυγές της τηλεόρασης , όπου κανόνας είναι το ψέμα, άντε και καμιά φορά οι μισές αλήθειες…
Εδώ στον πεθαμένο όρμο, όλα είναι πραγματικά...
Είναι όμορφο να αφουγκράζεσαι σιωπές. Είναι ωραίο να ζεις εδώ αδέσποτος και ευάλωτος. Η λήθη και η μοναξιά έχει το χρώμα του νερού.
Μια ζωή άμετρος, πρέπει επιτέλους να παραδεχτώ, ότι ο κύκλος μιας εποχής πήρε τέλος. Ο χρόνος, η έκταση, ο χώρος και η αίσθηση χωρίς τελεία και παύλα, χωρίς στόχο. Μόνη τροχοπέδη ένα ηλίθιο συναίσθημα και το καθήκον. Αμάν πια αυτό το καθήκον...
Μέσα μου ένας ερημίτης ζητάει δικαιώματα και εγώ συνεχώς αναβάλλω. Η ιερότητα της μοναξιάς όπου δεν έχει πλαίσιο χλευάζει ξένα ότι προκύπτει σαν παραλλαγή. Και ο πεθαμένος όρμος  ήταν μια παραλλαγή. Δεν μπορούσε να είμαι ποτέ μόνος  σ’ αυτό το πραγματικό και ζωντανό τόπο με μνήμες αιώνων. Ποτέ δεν θα μπορούσα να νοιώσω τη μοναξιά με φιλικά φαντάσματα που με συντρόφευαν και μου έλεγαν αλήθειες…»






Τέλος φόρμας

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...