Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Που πήγαν τα λεφτά;

Είμαι ο τελευταίος που θα μπορούσε να μιλήσει για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ψηλά γράμματα, από την στιγμή μάλιστα που δεν υπήρξαν γεγονότα ( πόλεμοι, σεισμοί λιμοί καταποντισμοί), που είχαμε συνηθίσει σαν αιτίες.
Που πήγαν τα χρήματα; Εύλογο το ερώτημα από τους απλούς ανθρώπους. Εκεί που κατέληγαν πάντα, είναι απάντηση, απλώς φαίνεται, που η συνηθισμένη διαδρομή της διαπλοκής κάπου κόλλησε. Η ελεύθερη αγορά το παράκανε με την ελευθερία και σήμερα ζητάει την βοήθεια του Μαρξ.
Το αμερικάνικο όνειρο που κλείναμε τα μάτια με την ευχή να το ζήσουμε, σήμερα έγινε εφιάλτης.
«Η παρούσα οικονομική κρίση μπορεί να θεωρηθεί η σοβαρότερη από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, εκτιμά ο πρώην πρόεδρος της Fed Αλαν Γκρίνσπαν, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στους Financial Times.
Μιλώντας σε συνέδριο του ΟΟΣΑ, στο Παρίσι, ο επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν τόνισε ότι η κατάρρευση της Bear Stearns που ξεκίνησε στις ΗΠΑ είναι πιο σοβαρή και περισσότερο διεθνής από ότι φάνηκε στην αρχή
Οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγάλοι. Το οικονομικό περιβάλλον επιδεινώνεται ακόμα. Τα προβλήματα των ΗΠΑ θα επηρεάσουν άλλες οικονομίες και θα απαιτηθεί μία παγκόσμια απάντηση'» υπογράμμισε
Ποια πρέπει να είναι η απάντηση;
«Τη ζωή που σκότωσα εγώ είναι η ζωή που νοσταλγώ» λέει ένα τραγούδι και το σχόλιο που το συνοδεύει από την φίλη μου του ραδιόφωνου, που έχει την επιμέλεια της εκπομπής, για να φύγουμε από τους οικονομικούς όρους, που μου προκαλούνε αλλεργία..
Κάπως έτσι γίνεται. Μόνο που η ζωή δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αναδρομική έκθεση. Οι πίνακες που χαρακτηρίζουν κάθε σου εποχή είναι δέρμα σου και βλέμμα σου και πίκρα σου και λόγια σου και βάδισμα σου. Είσαι ο ίδιος το πηλίκον και το υπόλοιπο ταυτόχρονα. Όσο για τα μεγάλα μπουμ, δεν υπάρχει τελειωμός. Η φρίκη συνεχίζεται, μπορεί να αλλάζουν οι σκοτωμένοι κομπάρσοι, αλλά οι θύτες είναι γερά κόκαλα και αφήνουν ισχυρότατους διαδόχους. Διάβαζα πως σε μια αφρικανική νομίζω χώρα 100.000 εργάτες ορυχείων που δουλεύουν τρία χιλιόμετρα κάτω από τη γη – το διανοείσαι; - απεργούν γιατί ο μισθός τους είναι 400 δολάρια το μήνα και η εταιρεία που τους έχει σκλάβους, τον τελευταίο χρόνο δήλωσε 400εκ. δολάρια κέρδος. Γιατί απεργία ρε παιδιά; Φωτιά. Τινάχτε τα όλα στον αέρα. Να μην υπάρχουν ορυχεία. Να πεθάνετε με την αξιοπρέπεια ενός λιμού. Όχι με την ταπείνωση ενός σκλάβου. Αφού τοι αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Ο θάνατος.
Αναρωτιέστε που πήγαν τα λεφτά…

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Τα έχουνε γράψει άλλοι

Εδώ ο κόσμος καίγεται και συ μας γράφεις παραμύθια. Υποθέτω - και όχι άδικα - κάπως έτσι θα αναρωτιούνται οι προσγειωμένοι αναγνώστες.
Δεν διαθέτω το ταλέντο του Ανδρέα Λασκαράτου, για να μπορέσω να προσεγγίσω αυτή την κωμικοτραγική κατάσταση που βιώνουμε. Αυτός ο σπουδαίος σατυρικός αν ζούσε σήμερα θα μπορούσε να σας ικανοποιήσει.
«Εψές είδα ένα όνειρο πολύ παράξενο. Ήμουνα στους Κορφούς, κι’ ήμουνα στα Μουράγια. Εκεί απάντησα μια περίεργη συνοδεία. Απάντησα τους δυο έντιμους βουλευτάς, τον Παδοβά και τον Λομπάρδο, όπου επερβατούσανε και οι δύο αλαμπρατσάντε. Ήτανε και οι δύο πολύ παράξενα φορεμένοι, τόσο που στην αρχή τους επήρα για μασκαράδες. Τα κεφάλια τους ήτανε στολισμένα με φτερά από γάλλους, απο παπιά, από χήνες. Είχανε μουστάκια πολύ μακρυά, όπου τους εκρεμόντανε καταγής. Είχανε ταμπάρους πολύ μακρυούς, όπου τους εσερνόντανε απ’ πίσω. Οι ταμπάροι ήτανε καμωμένοι όλο από φύλλα της « Νεας εποχής» και της «Φωνής του Ιονίου». Οι Ζακύνθιοι βουλευταί εβαστούσανε απ’ πίσω με τα δυο τους χέρια τον ταμπάρο του Λομπάρδου, οι Κερκυραίοι εβαστούσανε εκείνονε του Παδοβά. Οι έντιμοι βουλευταί Παδοβάς και Λομπάρδος κάπου - κάπου με συμπάθειο εκλάνανε. Ομπραστά επερβατούσε ο Ανεμογιάννης, επερβατούσε με την συνήθη του αξιοπρέπεια, με τ’ άσπρο του καπέλο βαλημένο στραβά, και με το τσιγάρο στο στόμα., στη μέση του είχε δεμένο ένα ταμπούρλο κι έκραζε τον κόσμο. Όλα του τα κινήματα εδείχνανε όπως συναισθάνεται τη σοβαρότητα της θέσεως του. Αποπίσω από την συνοδεία, ακολουθούσανε μια καταδίκη λαός και λιανόπαιδα όπου εσέρνανε μπουρίκια, εχειροκροτούσανε κι εκάνανε χίλιαις μαραβέγιαις. Η συνοδεία εκκίνησε κατά το παλάτι. Φτάνοντας εκεί οι δυο έντιμοι βουλευταί εκάμανε μίαν έντονον διαμαρτύρισιν κατά της Προστασίας. Ο λαός αμέσως εχειροκρότησε. Ο Ανεμογιάννης εδαιμόνισε το ταμπούρλο του και ο Παδοβάς έσκυψε κι είπε στο αυτί του Λομπάρδου « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;…» κι ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι. Η συνοδεία πέρασε από την Σπιενάδα, από τη Σπιενάδα εμπήκε στο calle delle acgue. Απ όσαις εκλησίαις κι αν εδιαβαίνανε, οι βουλευταί εσταματούσανε με ευλάβεια κι έκαναν το σταυρό τους . Ο λαός από πίσω τους εχειροκροτούσε, το ταμπούρλο του Ανεμογιάννη πάντα εδούλευε. Ο Παδοβάς ερωτάει « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;» και Ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι – Όλο με μιας ανεξήγητο φαινόμενο, επιάσανε φωτιά οι ταμπάροι. Τα φτερά οπούχανε στα κεφάλια τους εγινήκανε κέρατα. Τα αυτιά των εντίμων βουλευτών αρχινίσανε να μεγαλόνουνε. Ο Ανεμογιάννης εχάθηκε. Ο λαός άρχισε να παραξενεύεται και να φωνάζει «Προδοσία!»

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Η Οδός Ονείρων μου

Θα συνεχίσω τη διαδρομή, στην Οδό Ονείρων, με την βεβαιότητα ότι οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να αποτυπώσουνε το όνειρο.
Θα συνεχίσω, όμως ρίχνοντας λάδι στην φωτιά της ψυχή μου, που έχει ανάγκη απ’ αυτή τη μαγική διαδρομή.
Ο δικός μου δρόμος είχε πόρτες ανοιχτές, φωνές, χαρές, αστεία χωρίς παρεξηγήσεις, Α! είχε και παγωτατζή με το ποδήλατο, είχε αρώματα από φρέσκο ψωμί, από καθαρό χώμα από τριανταφυλώνες και νεραντζιές, από γιασεμί και καμέλιες. Είχε τις γυναίκες στα πεζούλια να γνέθουν και να πλέκουν. Είχε καραγκιόζη πίσω από το άσπρο σεντόνι. Είχε πολλά παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιγνίδια. Είχε γλέντια και χορούς και μουσική, πολύ μουσική, κατά τύχη ήταν η ίδια μουσική που ακούγονταν και στην « Οδό Ονείρων». Ο δικός μου δρόμος είχε Έρωτες Θεούς να μας συντροφεύουν και να μας σημαδεύουν με γλυκές πλέον αναμνήσεις.
Είχε και εικόνες που θυμάμαι μόνο, όταν κάποιο σημερινό απομεινάριο μου τις θυμίσει.
Ο δρόμος μου, παραμένει φωτεινός, ευτυχώς δεν το σκίασαν οι πολυκατοικίες, ο ήλιος τον φωτίζει ακόμα, οι άνθρωποι είναι αυτοί που έφυγαν, τον αφήσαν μόνο του, χωρίς παιδιά χωρίς λαλιά.
«Πάω να πω στον ουρανό,/ πάω να πω στα σύννεφο/το πουλί δεν πιάνεται, /το πουλί δεν χάνεται/ πάνω απ’ τον ουρανό/μέσα από τον άνεμο άνθισε χρυσάνθεμο /πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί/ σκοτωμένο που λαλεί.
Και για τον επίλογο, που δεν σημαίνει το τέλος αυτής εδώ της μαγικής διαδρομής πάλι ο δημιουργός έχει το λόγο:
Εδώ τελειώνει η μουσική για την Οδό Ονείρων.
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα που μου δανείσατε εσείς οι ίδιοι μια βραδιά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα…

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Από την Οδό Πανός στην οδό Ονείρων

Με συντροφεύει γλυκά από την παιδική ηλικία μέχρι σήμερα. Ο παράδεισος μου.
Υπήρχε κάποτε σ’ αυτή την πόλη η Οδός ονείρων. Δεν είχε μεγαλοπρεπή κτίρια. Άλλοτε φάνταζε με κήπους κι άλλοτε με άσφαλτο και μια μικρή πλατεία. Η Oδός Oνείρων είχε ελάχιστα αυτοκίνητα ένα φωτογράφο, μια μαύρη Φορντ, χορευτές που ξύπναγαν στις 8. Είχε ένα γαλακτοπωλείο. Μαρκίζες. Φωτεινές επιγραφές . Μουσικές που ακούγαν οι γείτονες. Ναι, δεν τους ενοχλούσαν. Στα όνειρα τους, την Οδό Oνείρων έβλεπαν. Όλα συμβαίνουν μπροστά τους. Δεν υπήρχαν μυστικά δεν υπήρχε αμαρτία. Λύπη. Η οδός Ονείρων με τα χρόνια έγινε – κάρτες τραπέζης, εξοχικό σπίτι, καλοκαιρινές διακοπές στις Σεϋχέλλες και άλλες τέτοιες κοινοτοπίες. Όμως για αυτούς που μένουν πάντα καθαροί η Οδός Ονείρων, στήνεται τη νύχτα, όπως στις 12 Ιουνίου του 1962, στο θέατρο Μετροπόλιταν, που γκρέμισε τα πάντα. Το υλικό της το σμίλευσε το ταλέντο του Μάνου Χατζιδάκι. Οι φίλοι του ήρθαν κοντά και οι ηθοποιοί. Συνέβη το κάτι άλλο – παγκοσμίως.
Αν κάποιο βράδυ περάσετε από το θέατρο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, διατηρητέο ερείπιο πια, κλείστε τα μάτια και φανταστείτε την Οδό Ονείρων ( Σας)
Έτσι ξεκινάει το εξαιρετικό αφιέρωμα γι’ αυτή τη μαγική παράσταση ο Γιώργος Χρονάς στο περιοδικό του «Οδός Πανός» ( τεύχος Οκτωβρίου Δεκεμβρίου.
«Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά»
Έχω την ανάγκη να γράψω πολλά όχι για την παράσταση, άλλωστε μέσα μου δεν έχει καταγραφεί σαν μια παράσταση, αλλά σαν μια ανεκπλήρωτη ηδονή. Σήμερα θα αρκεστώ στον πρόλογο του Δημιουργού.
«Γεια σας. Ήρθα για να σας δείξω το δρόμο, την Οδό Ονείρων. Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε, ο δρόμος που κατοικούμε, Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός. έχει πολύ χρώμα, πολλά παιδιά, πολλές μητέρες, πολλές ελπίδες και πολλή σιωπή. Κι όλα σκεπασμένα από ένα τρυφερό, μα κι αβάσταχτο ουρανό.
Εδώ σ’ αυτό το δρόμο γεννιώνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών, ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί. Όμως τη νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος, κι όταν δεν ονειρεύονται, τραγουδούν…
Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...