Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Οι σχολιαστές της δεκάρας



Θα συνεχίσουμε με  κύκλους. Σαν παρατήρηση κειμένου, σαν υποσημείωση που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Με κοκκινίζω για να μην με χάσω. Και όσο επιστρέφω στα προηγούμενα, διαβάζοντας τα επόμενα, τόσο καλύτερα με καταλαβαίνω. Κάθε επανάληψη, ακόμα και να μην της λείπει ούτε γράμμα, δεν είναι ίδια. Ο χρόνος αμείλικτος. Οι κύκλοι είναι αυτοί που τα συνοψίζουν.
Με εκνευρίζει το γεγονός της ανέξοδης κριτικής στη διάρκεια του πέμπτου καφέ. Λες και περιμένουν το μεγάλο χέρι του Θεού να τους προσφέρει το παράδεισο.
Με εκνευρίζει, η αυθαίρετη κρίση, για δημόσια πρόσωπα, πού μπορεί και εγώ να διαφωνώ μαζί τους, ή να ζητάω περισσότερα, εκτιμώ όμως την προσπάθεια, που ακόμα και αποτυχημένη είναι καλλίτερη από το τίποτα.
 

Δυστυχώς αυτή η παθητική στάση, επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο με την έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων. Τα προβλήματα οι σχολιαστές της δεκάρας μόνο σαν τίτλο τα γνωρίζουν, πετάνε ένα σύνθημα και περιμένουν αφού τελειώσουν το καφέ τους να  βρουν τη λύση.
Και η κρίση ; Δεν είναι η κρίση σημερινή. Πάντα σε κρίση βρισκόμαστε, βιώνοντας το παρόν και αδιαφορώντας για το μέλλον. Από όσο θυμάμαι μια ζωή αυτός Λαός, θυσίες κάνει, χωρίς ακόμα να κατορθώσει να έχει την εύνοια των θεών.
Δεν είναι η απαισιοδοξία που με οδηγεί σ’ αυτήν την διαπίστωση, είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα. «Έχει θεός», για το αύριο και κάπως έτσι περνάμε τις μέρες, τσιμπολογώντας.
Η ανακύκλωση των προβλημάτων, η μάχη της καθημερινότητας, οι προσωρινές λύσεις, μας έχουν καταδικάσει σε μια διαχείριση του σήμερα, χωρίς επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες.
Ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλια, που μοιάζει περισσότερο με ημιυπαίθριο, που να στηρίξει το μέλλον, πώς να σταθεί αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται.
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία, μόνο συλλογικά αντιμετωπίζονται. Βεβαίως υπάρχουν ευθύνες από τους αρμόδιους φορείς. Βεβαίως πολλές φορές έχουν γίνει λάθος χειρισμοί, η συμμετοχή όμως είναι αυτή, που θα διασφαλίσει μια καλύτερη πορεία.
Θα έλεγα σε μια ακραία τοποθέτηση ότι όλοι αυτοί, οι άνευ προσφοράς, δεν δικαιούνται να ομιλούν. Να είναι ευχαριστημένοι που τους ανέχονται οι υπόλοιποι.



Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Σκηνοθέτες της συμφοράς



Όχι  που εξαντλείται το θέμα,   όμως ακούμε τόσα πολλά αυτές τις μέρες   με αφορμή  την δίωξη της «Χρυσής Αυγής», που θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε.  Η παρουσία, η στάση, η δράση,  η ιδεολογία, οι προκλήσεις, οι  εγκληματικές ενέργειες, οι δολοφονίες,   επαρκούν νομίζω  για να καταδικαστεί από την δικαιοσύνη και πρωτίστως στη συνείδηση του ελληνικού λαού,  αυτή η εγκληματική οργάνωση. Τέλος.  Ας μείνουμε στα γεγονότα, δεν αντέχω τον κάθε σκηνοθέτη, που για τους δικούς του λόγους, αραδιάζει και από  ένα σενάριο.   Μπορεί στα χίλια που έχω ακούσει κάτι να ισχύει, όμως έλεος  με αυτήν την καταχρηστική παραφιλολογία. Χάνουμε το δάσος. Και το δάσος είναι, ο Φασισμός.   Ξεχνάμε το νεκρό παλληκάρι  και ασχολούμαστε,  με τριτευούσης σημασίας θέματα, που τα περισσότερα ξεπερνούν τη σφαίρα της φαντασίας.
Και η αρρωστημένη φαντασία, δεν έχει να κάνει με  το όνειρο. Εντελώς εμπειρικά, δεν έχω τις γνώσεις να το στηρίξω, έχω παρατηρήσει, ότι  όσα λιγότερα ξέρει κανείς τόσο,  χρησιμοποιεί την φαντασία  του, για να δώσει απαντήσεις.  Στις περισσότερες των περιπτώσεων, υπάρχει μια κατάφαση βουνό, το  «ίσως» είναι άγνωστη λέξη. Με όση ψυχραιμία και αν οπλιστείς, αν βρεθείς απέναντι   και προσπαθήσεις να εξηγήσεις τα αυτονόητα, σ’ αυτόν που στηρίζεται στη νοσηρή  φαντασία του και παράγει επιχειρήματα, έχεις χάσει από χέρι. Παραδώσου χωρίς δεύτερη σκέψη, σταμάτησε δηλαδή κάθε συζήτηση.


Δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο, έχω την αίσθηση, ότι κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία και ενισχύεται  στις μέρες μας,  από την αντιφατικότητα που παρέχει η κατάχρηση στην πληροφορία  και  η παραπληροφόρηση  από τα Μ.Μ.Ε. Άκουσε κάτι αποσπασματικό σε ένα τηλεοπτικό σταθμό και το έκανε ευαγγέλιο, άντε εσύ τώρα ν’ αλλάξεις τα μυαλά του, καμία τύχη, το  μόνο σίγουρο, ν’ ανεβάσεις την  αρτηριακή σου πίεση.
Αντιλαμβάνομαι ότι  σε κάθε γεγονός,  χρειάζεται να κάνουμε και δεύτερες σκέψεις. Χρειάζεται να  ψάχνουμε πίσω από την επιφάνεια. Να   κάνουμε και υποθέσεις  γιατί οι αλήθειες πολλές φορές είναι καλά κρυμμένες. Όλα αυτά όμως με τις επιφυλάξεις που επιβάλλονται. Με το «μπορεί», και το «ίσως» να προηγούνται κάθε μας πρότασης  και χωρίς  ήχο,  γιατί αν τ’ ακούσουν αυτοί που αναφέρομε, θα κάνουν την υπόθεση κατάφαση,  ένα πελώριο  ΝΑΙ  χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κάνω αυτές τις σκέψεις, γιατί  φοβάμαι,  ότι η έξαρση των φασιστικών φαινομένων, σε τέτοιες αβίαστες  και εύκολες καταφάσεις στηρίζονται.
  

     

          

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Και το φασισμό… τον είχε καλά κρυμμένο



Ακολουθεί συνήθως μετά την περίοδο των εκπτώσεων και ζήσαμε πολλές τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας. «Τέλος εποχής» η ταμπέλα, φαρδιά πλατιά καλεί τους επίδοξους αγοραστές. Πάρτε ότι έχει απομείνει, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια,  την Κέρκυρα, τη Ρόδο την Ελλάδα ολόκληρη.
Έτσι γίνεται συνήθως στο τέλος μιας εποχής, αυτής της μεταπολίτευσης εν προκειμένω για την χώρα μας, που ξεκίνησε με την εδραίωση της δημοκρατίας, και τελειώνει με το ξεπούλημα του Κράτους.
Είναι οι τελευταίες πιο δύσκολες μέρες, που τινάζεται η πάγκα στο αέρα, που αφήνουν τα σημάδια τους στις επόμενες, κίνητρο για νέες προσπάθειες.
Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σκληραίνουν τα πράγματα, σε κάποιες περιπτώσεις το τέλος βάφεται κόκκινο.


Είμαστε στην αρχή μιας διαδικασίας, με άγνωστο χρονικό ορίζοντα. Όταν τελειώνει μια εποχή, εμφανίζονται και αυτά που είχε κρύψει.  Και το φασισμό τον είχε καλά κρυμμένο. Η  «Χρυσή Αυγή» αποτελεί το τελευταίο  στάδιο,   αυτό που σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν φοβάται να κάνει την εμφάνιση του.  Σε  ένα περιβάλλον γενικής απαξίωσης του πολικού συστήματος, που οι θεσμοί, που θωρακίζουν το δημοκρατικό πολίτευμα καταρρέουν.
Αυτά τα πρωτόγνωρα που συμβαίνουν στις μέρες μας,  δεν μου προκαλούν καμία εντύπωση. Απεναντίας ενισχύουν την αισιοδοξία μου, ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στο τέλος αυτής της περιόδου, για την οποία εδώ που φτάσαμε, δεν πρέπει  καθόλου να νοιώθουμε  υπερήφανοι.
Η  φλέβα του φασισμού, που έγραφα σε  προηγούμενο κείμενο,  διαπερνούσε υπόγεια ολόκληρη την επικράτεια, από την κεντρική εξουσία,  μέχρι την τελευταία εξουσία  του χωροφύλακα  σε κάθε γωνιά της υπαίθρου.  Όσο το σύστημα άντεχε. Σήμερα στα  τελευταία του,  του ξέφυγε, φούσκωσε έσπασε και πετάχτηκε έξω το μαύρο αίμα.    
Το τέλος κάθε εποχής δεν παίζεται μόνο στα ανώτερα κλιμάκια παίζεται και στις ψυχές μας. Και είναι ώρες  που μας αναγκάζουν σε εξομολογήσεις. Να βγάλουμε ότι μας βαραίνει, για να μπορέσουμε να δούμε τη νέα εποχή με καθαρά μάτια.


Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Είδαμε το φως μας



Και ξαφνικά, είδαμε το απεχθές πρόσωπο του τέρατος.  Είδαμε το φως μας!
Πριν τη δολοφονία του  Παύλου Φύσσα  και το αντιφασιστικό κύμα αντίδρασης, που πυροδότησε,  οι χρυσαυγίτες ήταν  παιδιά του κατηχητικού. Ήταν παιδιά της διπλανής πόρτας, που βοηθούσαν γριούλες και  μοίραζαν  τρόφιμα και ρούχα σε άπορους έλληνες.  Ήταν οι εθελοντές «αστυνομικοί», που  καθάριζαν τις γειτονιές από τους λαθρομετανάστες  και φρόντιζαν για την ασφάλεια των ελλήνων πολιτών.   
Κανείς δεν γνώριζε για τα τάγματα εφόδου, για τους ξυλοδαρμούς μεταναστών, για την δολοφονία του νεαρού πακιστανού. Για το σοβαρό τραυματισμό των  αιγυπτίων ψαράδων στην ιχθυόσκαλα.  Οι αξιόποινες πράξεις που τελούσε αυτή η εγκληματική οργάνωση  κατά κύματα,  έγιναν  κομμάτι της καθημερινότητας μας.   Έγιναν  μέρος της αισθητική μας. Και μπορεί ένα κομμάτι της κοινωνίας να μην αντιδρούσε, και κάποιο ηλίθιοι να χειροκροτούσαν, η Κυβέρνηση όμως;    Που ήταν η αστυνομία και δικαιοσύνη το διάστημα που προηγήθηκε;  Που ήταν ένας εισαγγελέας; Και τίποτα να μην είχαν κάνει, μόνο η εμφάνισή τους, δικαιολογούσε την ανάμειξη της αντιτρομοκρατικής.  Κτήνη μέσα και έξω.


Δεν θέλω να μπω σε σεναρολογίες και υπολογισμούς. Προσπαθώ με απλή αναφορά γεγονότων και  μια εικόνα γνωστή  σε όλους, που είχε προηγηθεί  πολύ πριν την δολοφονία, να διαχωρίσω την θέση μου  από εκείνους, που σήμερα επιβραβεύουν  την κυβέρνηση για την αποφασιστικότητα της! Χαίρομαι για την εξέλιξη, αλλά σε καμία περίπτωση, δεν δικαιολογώ την κυβέρνηση για την εγκληματική ανοχή που επέδειξε   και την μεγάλη καθυστέρηση για να πράξει τα αυτονόητα.
Χθες έκλεισα με τον επίλογο ενός προφητικού κειμένου του Μάνου Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του.  Το ίδιο και σήμερα, ένα απόσπασμα από το ίδιο κείμενο.
«Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων…»

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν τελειώνεις εύκολα με το φασισμό



«Επιτέλους»,  μακρόσυρτο  και με μια μεγάλη παύση στο τέλος.  Η ελληνική δικαιοσύνη προχώρησε στο αυτονόητο. Η  φασιστική  εγκληματική οργάνωση  «Χρυσή Αυγή» και με εισαγγελική σφραγίδα,  αποκατέστησε το όνομα της,  απελευθέρωσε τα στελέχη της, να φωνάζουν με περηφάνια ζήτω ο Χίτλερ και να χαιρετάτε ναζιστικά,  όχι κρυμμένα σε κάποια γιάφκα,  αλλά μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες.
Τελειώσαμε; Όχι δεν τελειώσαμε. Δεν τελειώνεις εύκολα με το φασισμό. Η ενδεχόμενη εξάρθρωση αυτής της εγκληματικής συμμορίας,   δεν σημαίνει ότι η  φασιστική φλέβα που διαπερνάει ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, θα εξαφανισθεί.
Από το παρακράτος της Δεξιάς πριν τη μεταπολίτευση,  «οργάνωση Καρφίτσα»,  που δολοφόνησε το Λαμπράκη,  μέχρι τη «Χρυσή Αυγή» σήμερα,  που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα,  οι φασίστες πάντα έκαναν την εμφάνισή τους. Κάποια στιγμή μάλιστα τα κατάφεραν να πιάσουν το ελληνικό λαό στο ύπνο και για επτά χρόνια να τον βάλουν στο γύψο. Από 1974 που έπεσε η χούντα των συνταγματαρχών,  μέχρι σήμερα,  αυτό το φασιστικό κομμάτι προσπαθούσε να εκφραστεί,  είτε μέσα από το κόμμα της συντηρητικής παράταξης,  είτε, το πιο ακραίο,   από διάφορους άλλους σχηματισμούς , όπως η ΕΠΕΝ, η «4η Αυγούστου»,  η «Νέα τάξη», «το ΛΑΟΣ»    και εσχάτως η «Χρυσή  Αυγή», που κατάφερε συγκυριακά, (οικονομική κρίση, μνημόνιο, φτώχεια, πείνα, λαθρομετανάστευση),  να γίνει χωνευτήρι όλων αυτών, που στις φλέβες τους, κυκλοφορεί από κυανούν έως μαύρο αίμα.   


Δεν τελειώσαμε,   γιατί ακόμα και σήμερα, που  η ηγετική ομάδα της εγκληματικής οργάνωσης φοράει χειροπέδες,  υπάρχει   ικανό ποσοστό, που τους στηρίζει.  Και είναι αρκετά μεγάλο,  ώστε να τους ξαναβάλει στη Βουλή, έστω και με άλλη μορφή.   
Ένα άλλο σοβαρό θέμα, το πιο σοβαρό, είναι ο χρόνος  που η κυβέρνηση ξύπνησε  και άρχισε να αντιδρά.  Έπρεπε να χυθεί το αίμα ενός παιδιού   και να πιεστεί  από την λαϊκή οργή, για  να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει, όταν  η εγκληματική οργάνωση,  υποκαθιστούσε, θεσμούς του κράτους και προκαλούσε το λαϊκό αίσθημα.       
Δεν τελειώσαμε. Μπορεί μια ομάδα φασιστών να χωθεί στη φυλακή,  ο φασισμός όμως στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, ζει και βασιλεύει.
Αν δεν ασχοληθεί πολύ σοβαρά η ελληνική κοινωνία  με αυτό το ζήτημα,  κάποιο άλλο ειδεχθές μόρφωμα εν ευθέτω χρόνο θα κάνει την εμφάνιση του, παίρνοντας τη θέση   «Χρυσής Αυγής».
Θα τελειώσουμε, όταν ξεκινώντας από τα σχολεία. (σήμερα ακόμα δεν διδάσκονται οι θηριωδίας του Ναζισμού),   αναδείξουμε το πραγματικό  πρόσωπο του φασισμού, αυτό το μαύρο πρόσωπο που τόσα δεινά έχει επιφέρει στην ανθρωπότητα.  
«Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος» Επίλογος στο άρθρο του Μ. Χατζιδάκι με θέμα το νεοναζισμό .

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...