Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

Το ποτάμι θα μας περιέχει

Οι περιφέρειες και οι Δήμοι όλης της Χώρας αλλάζουν χέρια. Παράδοση παραλαβή. Εκδηλώσεις που επιβάλει η εθιμοτυπία σε όλη την επικράτεια, σηματοδοτηθούν την αρχή μιας νέας εποχής. Παράδοση του παλαιού στο νέο. Για άλλη μια φορά οι δημόσιες αμαρτίες εμφανίζονται ως μοιραίες, αναγκαίες και αναπότρεπτες. Τι παραδίδεται και τι παραλαμβάνεται; Ευχές και φράσεις που δεν έχουν καμία σημασία.
Πως συνεχίζουμε; Όπως κάθε φορά που χρειάστηκε, μια επανεκκίνηση της μηχανής, που τόσες φορές έχουμε κάνει…”Ας πάρουμε απόφαση ότι το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς˙ κι ας επιπλεύσουμε, σώοι, ανάμεσα σε κορμούς και πτώματα. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν».
Αντί για ευχές θα συνεχίσουμε με ένα απόσπασμα από το κείμενο της Ιφιγένειας «Κι η χώρα ηρέμησε, όχι τόσο απ' τα λόγια, μα γιατί είδε πως οι κάμερες δούλευαν κανονικά κι έτσι το μεσημεριανό σίριαλ ήταν εξασφαλισμένο. Αλλά το επόμενο πρωί αποκαλύφθηκε πως ένας μεγάλος σκηνοθέτης νοσηλευόταν στο νοσοκομείο με τρομερά εγκαύματα κι όταν μπόρεσε να μιλήσει δήλωσε πως ξύπνησε πολύ νωρίς, πλησίασε στο παράθυρο κι ο ήλιος ίσα που φαινόταν κι άρπαξε την κάμερα να αιχμαλωτίσει, ως άνθρωπος της τέχνης, την τόση ομορφιά κι όλα πήγαιναν καλά, ο ήλιος ανέβαινε αργά και ξαφνικά άρχισε να φλέγεται κι ο σκηνοθέτης έβγαλε μικρές κραυγές, χρόνια είχε να δει κάτι τόσο μαγευτικό, μόνο που τελικά ήταν η κάμερα που είχε πάρει φωτιά κι ο σκηνοθέτης μόλις το κατάλαβε έβγαλε κραυγές κανονικές και σύντομα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Κι από τότε όλοι φοβόμαστε, αναγκαστήκαμε να ξεφορτωθούμε όλα τα επικίνδυνα αντικείμενα, φυσαρμόνικες γυαλίζουν στις χωματερές, τα πιάνα έγιναν ντουλάπες κι όσοι είχαν βιολιά τα έκαψαν στα τζάκια, εξάλλου κι αν δεν είναι επικίνδυνα πια δε χρησιμεύουν πουθενά κι έχει πιάσει ένας βαρύς χειμώνας φέτος. Κι έτσι μάθαμε να ζούμε λίγο πιο μόνοι, λίγο πιο γκρίζα κι όσο περνάει ο καιρός δεν προσέχουμε πια τα χρώματα και μερικοί λένε μήπως είναι καλύτερα, πάνε τρεις μήνες τώρα που δουλεύουμε πιο σκληρά, η χώρα ευημερεί κι οι δείκτες όλο ανεβαίνουν».

Η μιζέρια της επαρχίας

Δεν είναι καινούργιο το φαινόμενο, η μιζέρια της επαρχίας, μεγεθύνει γεγονότα άνευ ουσίας και τα χρησιμοποιεί σαν προστατευτικό φλοιό για την κάλυψη των ουσιαστικών προβλημάτων. Πρόκειται για μια φασίζουσα, τακτική που ανέκαθεν επιστράτευαν οι κρατούντες, με την βοήθεια προπαγανδιστικών μηχανισμών για να αποπροσανατολίσουν τον Λαό από τα ουσιαστικά προβλήματα που τον τυραννούσαν.
 

Η φτώχεια, η ανεργία, η έλλειψη υποδομών, η πολεοδομική αναρχία, η κατάληψη του δημόσιου χώρου, η υγεία, η παιδεία, το περιβάλλον, οι υποδομές, ο πολιτιστικός μεσαίωνας, η μάστιγα των ναρκωτικών που συνεχώς εξαπλώνεται, περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Σήμερα αυτό που μας απασχολεί είναι η επιφάνεια, που πάνω της πρωταγωνιστούν πρόσωπα της τοπικής επικαιρότητας, μια εικόνα που παραπέμπει σε εποχές βαρβαρότητας όταν Λαός συμμετείχε στο λιθοβολισμό εξιλαστήριων θυμάτων, ικανοποιώντας έτσι τα αιμοσταγή του αισθήματα.
Όσο και να προσπαθούν κάποιες φωνές να αναδείξουν τα ουσιαστικά προβλήματα και σε αυτές βέβαια και κάποια ΜΜΕ, η επικαιρότητα έχει χρώμα κίτρινο.
Δυστυχώς μας αρέσει το κίτρινο και το φοράμε με καμάρι.
Θα κλείσω με την αρχή ενός προηγούμενου κειμένου αυτής εδώ της στήλης.
«Δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί επιμένουμε; Δεν είναι τόσο σπουδαία, για να μπούνε στην βιτρίνα. Τα μεγεθύνουμε για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ. Για να δούμε τον μικρόκοσμο μας μεγάλο. Για να τονίσουμε την ύπαρξή μας.



Είμαστε κατώτεροι του τόπου μας

Θεέ μου τι αχαριστία… Γκρινιάζουν για τη θερμοκρασία του νερού, άλλος τα θέλει πιο δροσερά, άλλος πιο ζεστά. Για το κυματάκι, που θα τους χαλάσει το τριχωτό της κεφαλής, για κάτι που δεν υπάρχει , αλλά έπρεπε να το εφεύρουν, για να ενισχύσουν την άρνησή τους γι’ αυτόν τον παράδεισο που τους παραδίδεται κάθε καλοκαίρι.
Ο χειρότερος εχθρός αυτού του γενναιόδωρου τόπου είναι οι άνθρωποι του, αυτοί που απολαμβάνουν τα δώρα του. Ο τόπος είναι τοπίο πια, πακέτο προς κατανάλωση. Τόπος άψυχος , χωρίς ιστορία χωρίς παρελθόν.
Είμαστε κατώτεροι του τόπου ανάξιοι να τον αφουγκραστούμε και να τον ζήσουμε. Μόνο να τον καταναλώσουμε θέλουμε, αρπακτικά. Η ομορφιά περνάει πλάι μας και δεν τη γευόμαστε.
Το καλοκαίρι που φεύγει όλα τα επιτρέπει και την άρνηση. Και τα επιτρέπει γιατί αντίθετα με τον χειμώνα που είναι μια δικτατορία, το καλοκαίρι έχουμε δημοκρατία και πάντα φως, που όλα γύρω του τα λιώνει.
Το Χειμώνα ο «βοριάς που τ’αρνάκια παγώνει», παγώνει και τους φτωχούς συμπολίτες μας που δεν έχουν να πληρώσουν πετρέλαιο. Που δεν έχουν να αγοράσουν ζεστά ρούχα και «θερμήν υπόδεσιν δια τους παγωμένους πόδας των» όπως γράφει και ο Παπαδιαμάντης. Ο χειμώνας είναι για τους προνομιούχους.
«Όλη η φιλολογία γύρω από το χειμώνα είναι μια ρομαντική κατασκευή», γράφει στα σατιρικά του ο Νίκος Δήμου. «Βέβαια ο ρομαντικός εξωραϊσμός του χειμώνα, όταν δεν είναι αφέλεια, είναι μία άμυνα. Προσπαθούμε να δούμε τις καλές πλευρές του αναπόφευκτου. Ενώ το καλοκαίρι... όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “Ακόμη κι ο έσχατος, ο μπατίρης, ο καταφρονεμένος, έχει την ευκαιρία του στη δημοκρατία του φωτός, ίση με όποιου άλλου προνομιούχου: να κολυμπήσει , να λουστεί στο φως, να αφήσει τη θάλασσα την ανετυμολόγητη να μπει δριμεία στα ρουθούνια του, να ψηθεί στην αρμύρα, να θαμπώσει. Και να πιει ένα ποτήρι κρασί, ένα ούζο κάτω απ’ την καλαμιά, να γευτεί ένα ψαράκι. Και να υψωθεί. Για δυο στιγμές, ένα απομεσήμερο, ένα πρωινό, ένα απόγευμα. Να υψωθεί μες στην ευδαιμονική, τη μεταφυσική Δημοκρατία του Καλοκαιριού”.
Μπαίνουμε στο φθινόπωρο, στα μάτια μας έχουμε ακόμη τον βαθύ Αύγουστο, μετέωροι στην κάψα, στην τούλινη νύχτα, στην πανσέληνο, στη ζωή του.
Ας μην είμαστε αχάριστοι. Αυτήν την ελευθεριά που μας χαρίζεται αυτούς τους μήνες του χρόνου, να την στερεώσουμε και να την βαθύνουμε, να την σώσουμε και να την παραδώσουμε ακέραια στους άλλους που ακολουθούν.

Να φανεί ότι κάνουμε κάτι

Το παρακάτω γράφτηκε καταχειροκροτούμενο απ' αυτούς που είχαν την ψευδαίσθηση ότι δεν είχαν καμία σχέση με τους αποδέκτες. Σήμερα δυστυχώς αποδέκτες είναι οι τότε χειροκροτητές. Όταν μιλάμε για εγωισμό της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα, της δικής μας τοπικής κοινωνίας, ο συλλογικός χαρακτηρισμός οδηγεί στον κατακερματισμό.
Παρακολουθώντας τις προσπάθειες, τοπικών πολιτικών παραγόντων, με ματιά θετική, και διάθεση ερευνητική, διαπιστώνει κανείς ότι οι αναφορές στον πληθυντικό, διαπνέονται από ένα ακλόνητο εγώ. Ένα εγώ που αποδυναμώνει κάθε κοινό στόχο.
Το κάλεσμα σε συλλογική προσπάθεια, κρύβει τον εγωισμό της πρωτοβουλίας και το αποτέλεσμα είναι ανάλογο της σκοπιμότητας.
Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν όσοι ασχολούνται με την πολιτική και έχουν σχέση με την εξουσία, είχαν κάπου στο βάθος του μυαλού τους τον τελικό αποδέκτη.
Αυτό το είδος της πολιτικής λειτουργίας, που έχει κυριαρχήσει, ενταγμένο στην επικοινωνιακή λογική, παραβλέπει το ζητούμενο, που είναι να «κάνουμε κάτι» και επιδιώκει την προβολή, δηλαδή να φανεί ότι κάνουμε κάτι. Και ας μην κάνουμε τίποτα.
Μέσα από μια διαδικασία, ικανοποίησης φιλοδοξιών ή εξυπηρέτησης συμφερόντων, αγνοείτε παντελώς ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο Λαός, που υποτίθεται για χάρη του γίνεται όλη αυτή η φασαρία.
Η αγωνία των ανθρώπων της εξουσίας, δεν είναι πως θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν το Λαό, αλλά πως θα εισπράξουν απ’ αυτά.
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει κανόνας και δεν προξενεί πλέον καμία εντύπωση.

Για να μπούμε στο κλίμα

Με αφορμή την ορκωμοσία των νέων Δημοτικών Αρχών, το παρακάτω: Περιμένοντας το φθινόπωρο, που δεν αποτελεί μόνο περίοδο προσωπικών διεργασιών, αλλά πρωτίστως κοινωνικής ανασύνταξης και αφετηρία ελπίδας για καλύτερες μέρες, μερικές σκέψεις για να μπαίνουμε σιγά σιγά στο κλίμα.
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι απαραίτητο συστατικό στη συλλογική πολιτική λειτουργία. Έχω πεισθεί ότι η πολιτική χωρίς το ερωτικό στοιχείο, με όλη την ευρύτητα του όρου, δεν μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά. Τα περιστασιακά πολιτικά σχήματα, και οι συμμαχίες εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών, εκτός από το άδοξο τέλος, ποτέ δεν προσέφεραν ουσιαστικό έργο στο Λαό.
Από το αλισβερίσι που παρατηρείται κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, μέχρι το Βατερλό που ακολουθεί στην μετεκλογική περίοδο, αποδεικνύεται ανάγλυφα πώς εννοούν τη φιλία αυτοί που την επικαλούνται αλλά και τι ασημαντότητες καθορίζουν την πολιτική τους στάση.
Δεν είμαι υποστηρικτής της άποψης ότι η πολιτική είναι «πουτάνα». Η πολιτική είναι στίβος δοκιμασίας, που μέσα εκεί ο καθένας καταθέτει την ψυχή του για το κοινωνικό σύνολο. Είναι δοκιμασία ανθρώπινων σχέσεων που ξεχωρίζει η πραγματική φιλία, που ξεχωρίζει η εντιμότητα, η σταθερότητα, το ήθος.
Χρειάζεται να καταθέσουμε τη ψυχή μας, σ’ αυτήν την πόλη. Να καταθέσουμε τη ψυχή μας, πέρα και έξω από τον εαυτό μας.

Και ζύγισε

Συνεχίζουμε με παραμύθια, γιατί μπορεί να μεγαλώσαμε, τα χρειαζόμαστε ακόμα όμως για να μας νανουρίζουν. Γιατί τα παραμύθια που είναι ο κόσμος της ελευθερίας - μέσα σε μια ζωή αναγκαιότητας. Είναι η νίκη του αδύνατου – που (για λίγο) ανατρέπει το χρόνο, τη φθορά και την προγραμματισμένη μας, τελική ήττα.
Αγαπητοί συνένοχοι, πρόθεση μου είναι να σας χαρίσω ένα όμορφο ψέμα, δεν πουλάω αισιοδοξία και παρηγοριά,προσπαθώ μέσα από το σκοτάδι να βγαλω λιγο φως, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου.
Πρόκειται για μια προσπάθεια να βγάλω τα καλά μέσα από τα μαύρα, επιδιώκοντας να ανακαλύψω, πότε ζω αληθινά, ευτυχισμένα ή δυστυχισμένα αλλά με τις αισθήσεις μου παρούσες να μου δίνουν έντονα συναισθήματα χαράς και πίκρας, πραγματικής ζωής τελικά. σημασία άλλωστε έχει η πρόθεση... και η απάντηση: «Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά». Και ζύγισε. Μια κοινωνία «δήθεν» γέρνει τη ζυγαριά. Μια κοινωνία γεμάτη από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές. «Ένας κόσμος γεμάτος ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στην συκιά αλλά στην καταξίωση»
Τι τα κάνω; Ξορκίζω το χρόνο και ενισχύω τη μνήμη, αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
“Από το σημερινό ψέμα φτιάχνεται η αυριανή πραγματικότητα… Όχι από αυτό που γίνεται, αλλά από αυτό που τελικά πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις…»
Ας εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει...

Αντέχουμε

Και σήμερα θα φροντίσω να μιλήσουμε για το χρόνο, που μονίμως μας παίζει κρυφτούλι και αδιάκοπα μας πονά.
Διότι εμείς στα ανθρώπινα τον θέλουμε το χρόνο μας, για να χαθούμε ή να σωθούμε, για να αποδώσουμε δικαιοσύνη ή να αποδείξουμε ακόμα μια φορά πως συγχωρούμε και λησμονούμε. Γυρίζουμε εύκολα σελίδα στη πρώτη ευκαιρία. Όχι από αδιαφορία ελπίζω, αλλά από απελπισία.

Μπορεί να ξεκινάμε με αρνητικό πρόσημο σε ό,τι ελπίσαμε, σε ό,τι ζητήσαμε, σε ό,τι υποσχεθήκαμε, σε ό,τι θα αλλάζαμε και δεν αλλάξαμε… επιμένουμε δεν το βάζουμε κάτω Όσο και η εμπειρία να συνηγορεί αρνητικά και το παρελθόν να έχει αποδείξει ότι η ευχή συνήθως ευχή μένει, τα «Θέλω» και τα «μη» αποτελούν πάγια αιτήματα σε κάθε ξεκίνημα, σε κάθε αρχή.
Πάλι από την αρχή με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι.
Δυστυχώς ξυπνήσαμε μια μέρα και είχαμε διανύσει τη μισή ζωή, «Κοιτάξαμε πίσω φωτιά, κοιτάξαμε μπροστά φωτιά. Πυροβάτες μια ζωή. Θα προχωρήσουμε όσο αντέξουμε, θα κλείσουμε τις τρύπες, θα μαζέψουμε τη ψυχή μας, θα ξεσκονίσουμε τα χέρια μας, θα καθαρίσουμε τα μάτια μας από τις παλιές εικόνες. Θα προχωρήσουμε. Μπορεί να μην έχουμε χρόνο πια για να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά αυτόν που έχουμε θα τον κατοικήσουμε με ευγένεια προς τον εαυτό μας. Και θα περιμένουμε…»
Είμαστε σε μια διαδικασία αναζήτησης όχι πλέον στέγης, εμείς ασκεπείς τόσα χρόνια πορευόμαστε, αλλά έκφρασης. Και μπορεί να υπάρχει απογοήτευση, μπορεί να ορθώνονται τείχη, μπορεί να μην έχουμε χρόνο να τ’ αλλάξουμε όλα, αλλά αυτόν που έχουμε να τον διαχειριστούμε με σεβασμό προς τον εαυτό μας.



Η τελετή είναι επιφάνεια,

Το παρακάτω αποτελεί μια σταθερή θέση. Κάθε φορά που ανακατεύεται το στομάχι μου, το επαναφέρω.
Δεν έχει την ευθύνη μόνο το πρωτόκολλο για το χαμένο χρόνο, δεν είναι μόνο η υποχρέωση, είναι και η σκοπιμότητα που έχει να κάνει με την ανταπόδοση.
Εδώ και κάποια χρόνια, μπορεί και να με διασκέδαζαν, στην χειρότερη περίπτωση με άφηναν αδιάφορο, σήμερα με αηδιάζουν. Ίσως και να μη φταίει αυτό καθ’ εαυτό το τελετουργικό, αλλά η ψευτιά και η υποκρισία, που διαχέεται σε όλο το μήκος και το πλάτος του σκηνικού, που έχει στηθεί για την κάθε είδους τελετή.
Και ύστερα, όλες αυτές οι χιλιοπαιγμένες παραστάσεις, δεν μου προκαλούν πλέον κανένα ερέθισμα. Ούτε να κλάψω ούτε να γελάσω.
Για να είμαστε ειλικρινείς, από την αδιαφορία μέχρι την αηδία, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Αντιδράει κάποια στιγμή ο οργανισμός. Ανακατεύεται το στομάχι. 
Συνειδητοποιώ με τα χρόνια, ότι αυτή η γενική αποστροφή μου σε κάθε είδους τελετή, θρησκευτική, εθνική, κοινωνική, αθλητική, από γάμο μέχρι κηδεία που λέει ο λόγος, δημιουργήθηκε από την απόρριψη πλέον σε ότι έχει να κάνει με το «φαίνεσθαι».
Για να είμαι πιο ακριβής: «από γάμο μέχρι κηδεία», Κυριολεκτώ! Καμία σχέση με πόνο ή χαρά. Δημόσιες σχέσεις. Παρουσία ανταποδοτική. Αηδία! Η κάθε τελετή από μόνη της εμπεριέχει μια σκοπιμότητα, μια καπηλεία. Η ίδια και η ίδια εικόνα. Επίσημοι γραβατωμένοι, δεκάρικοι πανηγυρικοί, αγήματα και μπάντες, στεφάνια του σκοτωμού, δοξολογίες και αγιασμοί. Ψεύτικα τα χειροκροτήματα. Και η έπαρση να περισσεύει.
Η τελετή είναι επιφάνεια, χρήσιμη για να προβάλλονται οι άρχοντες και να χορταίνουν το Λαό με λόγια και παράτες, γιατί η ουσιαστική του ένδεια δεν μπορεί να καλυφθεί εθιμοτυπικά.

ΥΓ. Από εκμετάλλευση νεκρού, από «επίσημους» ζωντανούς νεκρούς, η αηδία…

Ναι η ζωή

Ένας τόπος, ένα άρωμα, ένας αέρας, ένας ουρανός... και όσο ακόμα ψάχνω να βρω τι ήταν εκείνο που πυροδότησε τη μνήμη αυτή τη στιγμή, σε χ...