Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Δεν έχω να προσθέσω τίποτα


Δεν έχω να προσθέσω τίποτα.  Για να είμαι ειλικρινής, όση φαντασία και να επιστρατεύσω, δεν μπορώ να καταλάβω  αυτά τα αρρωστημένα  μυαλά, που πήραν την απόφαση να κλείσουν  με συνοπτικές διαδικασίες, τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση.  Ακούγονται πολλές ιστορίες συνομωσίας γι’ αυτήν  την εν  ψυχρώ δολοφονία. Ειλικρινά ακόμα αναρωτιέμαι .  Μήπως  ξέρουν κάτι πολύ χειρότερο αυτοί που κυβερνούν και θέλουν να εγκαταλείψουν το πλοίο; Μήπως η βλακεία περισσεύει  σ’ αυτούς τους φωστήρες και πίστεψαν ότι αυτή η κίνηση, θα βρει σύμφωνη την ελληνική κοινωνία; Την επομένη εβδομάδα θα έχουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.  
Απ’ αυτούς πάντως όλα να τα περιμένουμε εκείνο που δεν πρέπει να περιμένουμε είναι η σωτηρία της Ελλάδας.   Άλλωστε  με τα σημερινά δεδομένα εντελώς προσχηματικά επικαλούμαστε την «Ελληνική Δημοκρατία».  Το αστικό πολίτευμα με όλες τις αδυναμίες του,  ποτέ δεν είχε φτάσει σε τέτοια επίπεδα παρέκκλισης όπως τα σημερινά . Ούτε ελληνική,  Ούτε δημοκρατία  έχουμε.   
«Από το ίδιο non paper πληροφορούμαστε ότι «στην ΕΡΤ ούτε ένας από τους εργαζόμενους δεν έχει προσληφθεί με αξιοκρατικά κριτήρια», γραφεί ο Π Μπουκάλας στην «Καθημερινή» «Ουδείς; Ούτε ο κ. Λιάτσος; Ούτε οι σαράντα σύμβουλοι κι οι εξήντα γραμματείς τους; Και με τέτοια προϊστορία, πώς θα οικοδομηθεί «νέα ΕΡΤ, διαφανής και αξιοκρατική»; Μήπως θα χρησιμοποιηθεί και η εμπειρία η κτηθείσα εν τω ρουσφετολογείν, πτυχές της οποίας πληροφορηθήκαμε χθες από τους (επιτέλους ελευθερωμένους) δημοσιογράφους της ΕΡΤ, που κατήγγειλαν δημοσίως ότι ο υπουργός ζήτησε να προσληφθούν στην ΕΤ3 24 άνθρωποί (του) με μισθό ισοδύναμο με τις απολαβές 180 κανονικών εργαζομένων;»


Το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ  αποτελεί μια πράξη πολιτικού  αυταρχισμού. Ένα κτύπημα στην καρδιά  του ελληνικού κράτους. Στην καρδιά της δημοκρατίας.
Πρώτη φορά έν καιρώ ειρήνης οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν τέτοια αντιμετώπιση. Πρώτη φορά τέτοια απαξίωση. Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες. Και αυτή η άχαρη Κυβέρνηση που δεν ξέρω αν είναι της Ελλάδας, πως μπορεί και μάλιστα χωρίς κουκούλα να μας δίνει. Πως μπορεί με τόσο κυνισμό να υποθηκεύει τον μέλλον και να δημιουργεί κάθε μέρα οικογενειακές τραγωδίες;
Είναι ανώφελο να συνεχίσουμε.  Τα επιχειρήματα  είναι χρήσιμα, όταν έχουμε να κάνουμε με κανονικούς ανθρώπους. Με ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πίσω από τους   αριθμούς  κρύβονται άνθρωποι. Άνθρωποι που πεινάνε που κρυώνουν, που φοβούνται,  που λυπούνται, που νοιώθουν. Όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, που φουσκώνει η φλέβα τους από θυμό, γιατί από εκεί περνάει ζεστό  αίμα.  Που χαμηλώνουν το βλέμμα  μπροστά στο δράμα, που δεν είναι από μάρμαρο! 
Είναι ανώφελο, να επισημαίνουμε τα αυτονόητα, με λέξεις άγνωστες, στους απέναντι. Είναι σαν να παραμιλάμε για να μην τρελαθούμε, σαν να τσιμπιόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε  ότι δεν πρόκειται για εφιάλτη, που αναστάτωσε τον ύπνο μας, αλλά για έναν κατακλυσμό,  που απειλεί να μας αφανίσει. Τι κάνουμε;  Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι  και να προσηλωθούμε ο καθένας στον στόχο του.  Γι’ αυτό που μπορεί να δώσει  ο καθένας,  για τον εαυτό του και για όλους

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Τέλος Εποχής . Έτσι Απλά.


Η στήλη φιλοξενεί  σήμερα ένα κείμενο της Σταματέλας  Πουλή,  Γιατί άλλο… Για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Μια νέα κοπέλα θυμάται και νοσταλγεί και σκέπτομαι,  όλους εμάς  και τους μεγαλύτερους  από εμάς,  που ζήσαμε τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση από τα πρώτης της   βήματα, πως ένοιωσαν μετά το χθεσινό   κτύπημα. Χτύπημα στην καρδιά στη δημοκρατία, στην ιστορία, στον πολιτισμό. Στη ψυχή μας.
«Τη θυμάμαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στην αρχή ασπρόμαυρη, ογκώδης, τυλιγμένη σε ξύλινο περίβλημα με κουμπιά. Πάντα σε περίοπτη θέση, όπως ας πούμε πάνω στο ψυγείο και ένα βάζο επάνω για να φτάνει ως το ταβάνι. Εμείς την είχαμε πάντα στολισμένη με σεμαίν και κορνίζες. Έβλεπες το «Το Θέατρο της Δευτέρας», κι από πάνω η οικογένεια σε πλήρη διάταξη. Λίγα χρόνια αργότερα εξελίχθηκε η τεχνολογία και μαζί με το ακλόνητο επιχείρημα «η Σούλα κι ο Σταμάτης πήρανε έγχρωμη ΚΑΙ βίντεο», είπαμε να εκσυγχρονιστούμε κι εμείς. Βίντεο δεν πήραμε για να μην μπούμε στα έξοδα, αλλά με την έγχρωμη βρε παιδί μου βλέπεις «Αθλητική Κυριακή» και νομίζεις ότι ο Μαμουζέλος κάθεται στο σαλόνι σου. Τέτοια ζωντάνια τα χρώματα, άλλο πράγμα. Εμένα πάλι όλες οι παιδικές μου παραστάσεις είναι γεμάτες από «Το Καπλάνι της Βιτρίνας», τον «Θησαυρό της Βαγίας», τον «Τον Κήπο με τ’ Αγάλματα», το «Ουράνιο Τόξο», είχα στείλει και ζωγραφιά θυμάμαι. Κάθε καλοκαίρι μαζευόμασταν πιτσιρικαρία και βλέπαμε «Το Κάπινγκ» με ολίγον τολμηρές σκηνές και το «Όλη Δόξα, Όλη η Χάρη», που δεν καταλαβαίναμε και πολλά πράγματα, αλλά έπεφτε γέλιο. Όταν το πρόγραμμα δεν άρεσε σε κανένα και καμία από τις επιλογές ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2 δεν μας κάλυπτε, τότε η ογκώδης συντροφιά χαρακτηριζόταν με μιας κονσερβοκούτι με τη συνοδεία φράσεων όπως «Ορίστε μας! Σας πληρώνουμε κιόλας και τίποτα της προκοπής δε βάζετε».

Με «Μονόγραμμα», «Πυρετό της Δόξας», «Αστροφεγγιά» και τόσα άλλα που δεν είναι στα δικά μου βιώματα, αλλά είναι καταγεγραμμένα στο ανεκτίμητης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας Αρχείο της ΕΡΤ, πέρασαν τα χρόνια. Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση της πόλης, του βουνού και του λόγγου, έγινε μήλον της έριδος, για το ανταποδοτικό τέλος σε εποχές που πολλοί ούτε τα στοιχειώδη δεν καλύπτουν, για τους διορισμένους από το παράθυρο, για τους παχυλούς μισθούς προέδρων και λοιπών ακολούθων, για τα υπέρογκα ποσά που κόστιζαν διάφορες παραγωγές και πάει λέγοντας ως σήμερα! Έβλεπα ΝΕΤ για να μάθω τα τεκταινόμενα όταν ξαφνικά ο Καμμένος μαρμάρωσε στην οθόνη μου κι έμεινα να τον κοιτάω με απορία. Δευτερόλεπτα νωρίτερα ο δημοσιογράφος πρόλαβε να πει ότι τα ΜΑΤ κατευθύνονται στους ραδιοπομπούς της ΕΡΤ. Είχε έρθει το τέλος. Όχι δεν ήθελα, δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Ένιωσα ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι μου, έκλεισε την τηλεόραση και μου είπε «όχι, δεν θα το βλέπεις πια αυτό».
Η κουβέντα για τη λειτουργία της ΕΡΤ όλα αυτά τα χρόνια είναι μακρά. Αυτό που καταφέρνουν οι κυβερνήσεις σ΄αυτή τη χώρα διαχρονικά, όταν αφήνουν πίσω τους συντρίμμια, είναι να αποσύρονται στο βάθος της σκηνής και να αφήνουν όλους τους άλλους να τρώγονται. Ένα πράγμα μπορώ να δηλώσω ευθαρσώς: στο σπίτι μου δεν ήρθε ποτέ προς έγκριση καμία κάλπικη πρόσληψη, ούτε μισθοδοσία χιλιάδων ευρώ, ούτε τιμολόγιο παραγωγής εκατομμυρίων. Η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση θεωρώ πως πρέπει να έχει συνέχεια, πάνω από πρόσωπα και αριθμούς. Το σήμα που εξέπεμπε ήταν δηλωτικό της ελληνικής κουλτούρας. Και επειδή ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα ας συλλογιστούμε ότι αυτό το καζάνι χωράει πολλούς και φοβάμαι πως δεν έχει πάτο»  

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Δεν συγκινείται η πραγματικότητα με τη φαντασία



Πόσο πια να φύγεις, για να αντέξεις.  Τόσο, μέχρι εκείνη τη λεπτή γραμμή, που αν την περάσεις αρνείσαι πλέον να γυρίσεις. Σε αυτό το καθημερινό ανακάτεμα του πραγματικού με το φανταστικό, του ονείρου με την καθημερινότητα επιχειρώ, ανεπιτυχώς, να δώσω και να πάρω. Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια των πειραματισμών τίποτα δεν έμαθαν από την μεταξύ τους σχέση, ούτε βήμα προσέγγισης, κρατούν με επιμονή τη θέση τους.
Λες και είναι φτιαγμένα από διαφορετικά υλικά που με τίποτα δεν δένουν. Δεν συγκινείται η πραγματικότητα με την φαντασία, θέλει να σε κατεβάσει στο βούρκο της, να γίνεις ένα με τα παιδιά της, για να μπορέσει να σε καταλάβει. Η φαντασία από την άλλη, τραβάει το μοναχικό της δρόμο, κρατώντας για τον εαυτό της το συναίσθημα.
«Να διαφυλάξουμε τα συμφέροντα μας». Μια συνεχής προτροπή σε όλους τους τόνους, σε όλα τα μήκη και πλάτη, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Συμφέροντα ατομικά, εθνικά, κομματικά, οικονομικά, κερκυραϊκά, οικογενειακά, της εταιρείας της ομάδας, του συλλόγου, του χωριού, της γειτονιάς.
 

Αν ήξερα, ότι θα περνούσα μια ζωή διασφαλίζοντας συμφέροντα, θα την αρνιόμουν. Κύκλοι και υπόκυκλοι. Κύκλοι που εμπεριέχουν αλλά και εμπεριέχονται σε κάποιους άλλους, η ζωή μου σε κάποια περιφέρεια να φυλάει Θερμοπύλες.
Αντικρίζοντας σχηματικά την κατάσταση, σ’ αυτήν την διαρκή της κίνηση, ζαλίζεσαι. Οι αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις ενισχύουν το παρανοϊκό τοπίο.
Να κλείσω τα μάτια, ή να αρχίσω να ανοίγω σύνορα.
Η φυλακή είναι εδώ. Προσπαθώντας να διαφυλάξουμε τα όποια συμφέροντα μας, κτίζουμε τους χώρους διαμονής μας. Νοητά κελιά, που στερούνται έξοδο. Τα συμφέροντα μας βρίσκονται έξω από τους κύκλους. Φαντάζομαι τον εαυτό μου, μια απειροελάχιστη κουκίδα στο κέντρο του κύκλου, τρισεκατομμύρια κύκλοι με αγκαλιάζουν θανάσιμα. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στο κέντρο μια απέραντης πεδιάδας.
φαντάζομαι.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω




Πολλές φορές γυρίζω πίσω. Από το πρόσφατο παρελθόν, μέχρι τα χρόνια της νεότητας μου.  Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Μόνο τη μνήμη μου εξασκώ.  Οι μεταφερόμενες εικόνες από τα βάθη του δικού μου  χρόνου, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Με εκπλήσσουν ευχάριστα. Γίνονται ένα καινούργιο κομμάτι εμπειριών, με πρόσφατες ημερομηνίες. Εκείνα που έζησα τρομάζουνε το χρόνο. Και ήταν εκείνα, εκείνου που τα έζησε,  σ’ εκείνη την χρονική στιγμή. Σαν μια ταινία από τη θέση του θεατή.
Κάποιους η νοσταλγία τους βυθίζει στην θλίψη.  Είναι αυτοί  που παραβλέπουν το χρόνο, ακινητοποιημένοι στο παρελθόν, δίνουν στα γεγονότα μια συνέχεια,  έχοντας την ψευδαίσθηση ότι εκείνοι που ήταν τότε, είναι αυτοί που είναι σήμερα.  Όχι δεν νοσταλγώ και δεν επιθυμώ κάτι ξανά. Μόνο να θυμηθώ προσπαθώ.
«Αυτό είναι η νοσταλγία : να κατοικείς στο κύμα και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυμίες αυτό ‘ναι : σιγαλή ομιλία της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες.
Κ’ η ζωή ΄ναι αυτό : ώσπου από ένα χτες να βγει η μοναχικότερη απ’ όλες τις ώρες ώρα, που διαφορετικά απ’ τις άλλες αδερφές της γελά και μπρος στο αιώνιο μόνο, θα σωπάσει»
Για τον  Ρίλκε αυτό είναι, δεν είναι όμως για πολλούς που υποφέρουν  σε ένα  παρελθόν άχρονο και μαρμαρωμένο.


Είμαι απέναντι από την Ευγένιου Βουλγάρεως και θυμήθηκα το συμπατριώτη μας  Νίκο Α. Καββαδία, που έφυγε πρόσφατα, ένα απόσπασμα  μιας   δημιουργικής νοσταλγικής αναπόλησης.
«…Περπατώντας στην Ευγενίου Βουλγάρεως  πατάω πάνω στις πατημασιές μας. Στις βιτρίνες φαίνονται πολλαπλά  τα είδωλά μας, το μαθητικό πηλίκιο  μου, η καστανή  πλεξίδα σου, η χαρά στις δέκα η ώρα το πρωί της Κυριακής   μέσα   σε μια λιακάδα υγρή από τη ψιχάλα, η λεβέντικη περπατησιά του Αντώνη με την άσπρη στολή και το σπαθάκι κρεμασμένο στο πλευρό του, η κρυφή λαχτάρα των παιδιών  του Γυμνασίου Αρρένων,  που πετάνε με φυσοκάλαμο τη φράση «Σ’ αγαπώ» στο κήπο του Θηλέων κι όποια την πιάσει, το σαραβαλιασμένο ποδήλατο του Σπύρου που βιάζεται γιατί έχει να τραβήξει φωτογραφίες σε ένα γάμο, οι σκουριασμένοι μεντεσέδες στα ψηλά παράθυρα, οι διαδοχικές αντανακλάσεις των ματιών σου, και της ανησυχίας σου, στο τζάμι του μικρού αρωματοπωλείου, το άρωμα Fleur de Rocaille που έχεις αγοράσει, ο Στέφανος που μοιάζει με τον Ερμή, το αργό πλήθος των γνώριμων φυσιογνωμιών, το άσπρο θέατρο  κλεισμένο  μέσα στο σταχτί   ορθογώνιο κουτί που ονομάζεται κτίριο.»
Και λέω δημιουργική γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορούν τη νοσταλγία να την κάνουν ποίημα, διήγημα, πεζογράφημα. Να την κάνουν χαμόγελο.   Να το φωνάξουν δυνατά «Αυτά που έζησα τρομάζουμε το χρόνο» και  να διώξουνε τη θλίψη.    


Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...