Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω




Πολλές φορές γυρίζω πίσω. Από το πρόσφατο παρελθόν, μέχρι τα χρόνια της νεότητας μου.  Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Μόνο τη μνήμη μου εξασκώ.  Οι μεταφερόμενες εικόνες από τα βάθη του δικού μου  χρόνου, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Με εκπλήσσουν ευχάριστα. Γίνονται ένα καινούργιο κομμάτι εμπειριών, με πρόσφατες ημερομηνίες. Εκείνα που έζησα τρομάζουνε το χρόνο. Και ήταν εκείνα, εκείνου που τα έζησε,  σ’ εκείνη την χρονική στιγμή. Σαν μια ταινία από τη θέση του θεατή.
Κάποιους η νοσταλγία τους βυθίζει στην θλίψη.  Είναι αυτοί  που παραβλέπουν το χρόνο, ακινητοποιημένοι στο παρελθόν, δίνουν στα γεγονότα μια συνέχεια,  έχοντας την ψευδαίσθηση ότι εκείνοι που ήταν τότε, είναι αυτοί που είναι σήμερα.  Όχι δεν νοσταλγώ και δεν επιθυμώ κάτι ξανά. Μόνο να θυμηθώ προσπαθώ.
«Αυτό είναι η νοσταλγία : να κατοικείς στο κύμα και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυμίες αυτό ‘ναι : σιγαλή ομιλία της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες.
Κ’ η ζωή ΄ναι αυτό : ώσπου από ένα χτες να βγει η μοναχικότερη απ’ όλες τις ώρες ώρα, που διαφορετικά απ’ τις άλλες αδερφές της γελά και μπρος στο αιώνιο μόνο, θα σωπάσει»
Για τον  Ρίλκε αυτό είναι, δεν είναι όμως για πολλούς που υποφέρουν  σε ένα  παρελθόν άχρονο και μαρμαρωμένο.


Είμαι απέναντι από την Ευγένιου Βουλγάρεως και θυμήθηκα το συμπατριώτη μας  Νίκο Α. Καββαδία, που έφυγε πρόσφατα, ένα απόσπασμα  μιας   δημιουργικής νοσταλγικής αναπόλησης.
«…Περπατώντας στην Ευγενίου Βουλγάρεως  πατάω πάνω στις πατημασιές μας. Στις βιτρίνες φαίνονται πολλαπλά  τα είδωλά μας, το μαθητικό πηλίκιο  μου, η καστανή  πλεξίδα σου, η χαρά στις δέκα η ώρα το πρωί της Κυριακής   μέσα   σε μια λιακάδα υγρή από τη ψιχάλα, η λεβέντικη περπατησιά του Αντώνη με την άσπρη στολή και το σπαθάκι κρεμασμένο στο πλευρό του, η κρυφή λαχτάρα των παιδιών  του Γυμνασίου Αρρένων,  που πετάνε με φυσοκάλαμο τη φράση «Σ’ αγαπώ» στο κήπο του Θηλέων κι όποια την πιάσει, το σαραβαλιασμένο ποδήλατο του Σπύρου που βιάζεται γιατί έχει να τραβήξει φωτογραφίες σε ένα γάμο, οι σκουριασμένοι μεντεσέδες στα ψηλά παράθυρα, οι διαδοχικές αντανακλάσεις των ματιών σου, και της ανησυχίας σου, στο τζάμι του μικρού αρωματοπωλείου, το άρωμα Fleur de Rocaille που έχεις αγοράσει, ο Στέφανος που μοιάζει με τον Ερμή, το αργό πλήθος των γνώριμων φυσιογνωμιών, το άσπρο θέατρο  κλεισμένο  μέσα στο σταχτί   ορθογώνιο κουτί που ονομάζεται κτίριο.»
Και λέω δημιουργική γιατί κάποιοι άνθρωποι μπορούν τη νοσταλγία να την κάνουν ποίημα, διήγημα, πεζογράφημα. Να την κάνουν χαμόγελο.   Να το φωνάξουν δυνατά «Αυτά που έζησα τρομάζουμε το χρόνο» και  να διώξουνε τη θλίψη.    


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια